Διαβιβαστικά ποινικής δικογραφίας (ΑΒΜ ΕΔ 2015/18), η οποία αφορά τους πρώην Υπουργούς Εθνικής Άμυνας Απόστολο-Αθανάσιο Τσοχατζόπουλο, Γιάννο Παπαντωνίου, Ευάγγελο Μεϊμαράκη και Ευάγγελο Βενιζέλο

 

21/1/2015, ο εισαγγελέας Κωνσταντίνος Δάφνης στέλνει ογκώδη φάκελο με την ένδειξη «Επείγον» προς την εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Η έρευνα έχει δείξει την εμπλοκη του Βαγγέλη Μεϊμαράκη, του Βαγγέλη Βενιζέλου, άρα πρέπει να αποστελεί το αίτημα στην βουλή.

Αυθημερόν η αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, κυρία Ξένη Δημητρίου – Βασιλοπούλου παραλαμβάνει τον φάκελο και τον στέλνει στην εισαγγελέα εγκλημάτων διαφθοράς, κυρία Ράικου, με την ένδειξη «ΛΙΑΝ ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ».

 

30/1/2015 Η κυρία Πόπη Παπανδρέου, αντιεισαγγελέα πρωτοδικών και ο κύριος Αντώνιο Ελευθεριάνο, εισαγγελέα πρωτοδικών, στους οποίους είχε ανατεθεί η υπόθεση απο την Ραικου, ενημερώνουν οτι η δικογραφία πρέπει να σταλεί στην βουλή επειδή στην υπόθεση εμπλέκονται κυβερνητικά στελέχη

 

3/2/2015 Η Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου προωθεί την ποινική δικογραφία στην πρόεδρο της βουλής και στον υπουργό δικαιοσύνης, προκειμένου να εφαρμοστεί το άρθρο 86 «Περί Ποινικής Ευθύνης Υπουργών»

9/2/2015 Ο υπουργός δικαιοσύνης κύριος Παρασκευόπουλος διαβιβάζει και αυτός το έγγραφο της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, περί «Ποινικής Ευθύνης Υπουργών». Το έγγραφο παραλαμβάνεται από την βουλή στις 11/02/2015 και καταχωρείται με αριθμό πρωτοκόλλου «88».

24/2/2015 Η δικογραφια ανακοινοθηκε στην βουλη μαζί με άλλες 4 δικογραφίες που αφορούσαν τον πρώην Υπουργό Εθνικής Άμυνας κ. Παναγιώτη Μπεγλίτη, τους τέως, Υπουργό Εσωτερικών κ. Αργύρη Ντινόπουλο, Αναπληρωτή Υπουργό Εσωτερικών κ. Θεόφιλο Λεονταρίδη και Υφυπουργό Εσωτερικών κ. Γεώργιο Ντόλιο, τον πρώην Υφυπουργό Υγείας κ. Αντώνιο Μπέζα και τον τέως υφυπουργό Οικονομικών Γεώργιο Μαυραγάνη

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΙΣΤ΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΜΕΝΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΣΥΝΟΔΟΣ Α΄

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ Η΄

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015

5.Ανακοινώνεται ότι ο τέως Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κ. Αθανασίου, διαβίβασε στη Βουλή, σύμφωνα με το νόμο περί “Ποινικής Ευθύνης Υπουργών”, όπως ισχύει, ποινικές δικογραφίες που αφορούν: 
 α) τον πρώην Υπουργό Εθνικής Άμυνας κ. Παναγιώτη Μπεγλίτη, σελ. 
 β) τους τέως, Υπουργό Εσωτερικών κ. Αργύρη Ντινόπουλο, Αναπληρωτή Υπουργό Εσωτερικών κ. Θεόφιλο Λεονταρίδη και Υφυπουργό Εσωτερικών κ. Γεώργιο Ντόλιο, σελ.

6. Ανακοινώνεται ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κ. Νίκος Παρασκευόπουλος διαβίβασε στη Βουλή σύμφωνα με το νόμο περί “Ποινικής Ευθύνης Υπουργών, όπως ισχύει, δικογραφίες που αφορούν:
 α) τον πρώην Υφυπουργό Υγείας κ. Αντώνιο Μπέζα, σελ. 
 β) τους πρώην Υπουργούς Εθνικής Άμυνας Απόστολο-Αθανάσιο Τσοχατζόπουλο, Γιάννο Παπαντωνίου, Ευάγγελο Μεϊμαράκη και Ευάγγελο Βενιζέλο, σελ. 
 γ) τον τέως υφυπουργό Οικονομικών Γεώργιο Μαυραγάνη, σελ.

ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΟΙ

Ο τότε πρόεδρος της ΝΔ Ευάγγελος Μεϊμαράκης, ελεγχόταν για την υπόθεση υποβρυχίων για τα οποία παρότι δεν είχαν καν παραδοθεί, αντί να πάρει νομικά μέτρα ως όφειλε σαν υπουργός, έδωσε 105 εκατομμύρια σε Γερμανούς και ΕΝΑΕ.

 

Πηγές

olympia.gr 

koutipandoras.gr 

hellenicparliament.gr

Advertisements

8 comments on “Διαβιβαστικά ποινικής δικογραφίας (ΑΒΜ ΕΔ 2015/18), η οποία αφορά τους πρώην Υπουργούς Εθνικής Άμυνας Απόστολο-Αθανάσιο Τσοχατζόπουλο, Γιάννο Παπαντωνίου, Ευάγγελο Μεϊμαράκη και Ευάγγελο Βενιζέλο

  1. Το colpo grosso των εξοπλισμών: πώς σπαταλήθηκαν δεκάδες δις για αχρείαστα όπλα επί Σημίτη…

    04 Ιαν 2014

    Επιεικείς υπολογισμοί αναφέρουν ότι από το 1996-2004 δαπανήθηκαν 30 έως 51 δισ για οπλικά συστήματα. Όλα άλλαξαν μετά τα Ίμια…

    Δημοσιεύτηκε στο http://aminesthaiperipatris.ning.com/profiles/blogs/1996-2006 και αποτελεί έρευνα ειδικών αναλυτών

    Η σημερινή αμυντική πρόκληση που αντιμετωπίζει η Ελλάδα άρχισε να εκδηλώνεται στις αρχές του δεκαετίας του ’60 και να εκφράζεται μέσω της κατάρτισης 5ετών εξοπλιστικών προγραμμάτων. Το πρώτο αφορούσε την περίοδο 1968-1972. Κύριο χαρακτηριστικό αυτών των προγραμμάτων υπήρξε η εθνική χρηματοδότηση και η απόκτηση κυρίως νέου και όχι μεταχειρισμένου υλικού. Η ελληνική πολιτική των εξοπλισμών συνεχίστηκε κι εντάθηκε με την κλιμάκωση της τουρκικής απειλής, για να κορυφωθεί μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80, οπότε η πολιτική ηγεσία υιοθέτησε μια αντιφατική προσέγγιση. Ουσιαστική περιστολή των εξοπλισμών, τη στιγμή που εξασκούσε μια ιδιαίτερα δυναμική πολιτική στις διμερείς σχέσεις με την Τουρκία. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1984, η στρατιωτική ηγεσία παρουσιάζοντας προς έγκριση ένα 10ετές εξοπλιστικό πρόγραμμα, συνάντησε την απόλυτη άρνηση εκ μέρους των πολιτικών προϊσταμένων τους. Όταν οι στρατιωτικοί υποστήριξαν ότι ήταν απαραίτητη η υλοποίηση τουλάχιστον του 30% του προγράμματος, η πολιτική ηγεσία παρενέβη και πάλι, εγκρίνοντας μόλις το 25%.

    Το αξιοπερίεργο είναι ότι η τότε δυναμική εξωτερική πολιτική, όχι μόνο δεν συμβάδιζε με την αντίστοιχη εξοπλιστική, αλλά αντίθετα δεν λαμβάνει υπόψη της το ξεκίνημα μια δυναμικής και φιλόδοξης τουρκική εξοπλιστικής προσπάθειας που εγκαινιάστηκε ακριβώς εκείνη την περίοδο! Έτσι, ενώ κατά τη δεκαετία του ’70 η ΠΑ είχε αποκτήσει 169 μαχητικά 2ης γενιάς, έναντι μόλις 80 της τουρκικής ΤΗΚ, όταν έπρεπε να γίνει η αγορά μαχητικών 3ης γενιάς η κατάσταση αντιστρέφεται. Ενώ έχει γίνει ήδη γνωστή η τουρκική παραγγελία 160 μαχητικών, η ελληνική «απάντηση» αφορά μόλις 80. Είναι προφανές ότι το έλλειμμα σε μαχητικά 3ης γενιάς δεν ήταν δυνατόν να ισοσκελιστεί από την ελληνική υπεροχή σε μαχητικά 2ης γενιάς, των οποίων το έλλειμμα αντιστάθμισε η τουρκική πλευρά με συνεχείς παραλαβές μεταχειρισμένων αεροσκαφών. Επιπλέον, όταν σε δεύτερο στάδιο η Τουρκία αγόρασε 80 μαχητικά 3ης γενιάς, η ελληνική πλευρά «απάντησε» και πάλι σε αναλογία 50% επιτείνοντας το πρόβλημα της ανισορροπίας δυνάμεων στο Αιγαίο.

    Αντίστοιχη –αν όχι δυσμενέστερη- διαμορφώθηκε η αναλογία στις κύριες ναυτικές μονάδες, όπου ενώ το ΠΝ είχε θέσει στο παρελθόν παραγγελίες για 24 μονάδες έναντι 10 του τουρκικού ναυτικού, την επόμενη περίοδο η τουρκική αντίδραση καταγράφει παραγγελίες 21 μονάδων έναντι μόλις 4 ελληνικών! Το αποτέλεσμα μοιραία είναι όχι απλώς η ανατροπή της ελληνικής υπεροχής και η επίτευξη ισορροπίας, αλλά αντίθετα η σχεδόν καθολική τουρκική υπεροχή με την έλευση της δεκαετίας του ’90.

    Μοναδική εξαίρεση την περίοδο 1982-1995 αποτελεί το διάστημα από τα μέσα του 1990 έως τα μέσα του 1993, οπότε η κυβέρνηση της ΝΔ προωθεί προς κάλυψη χρόνιες επιχειρησιακές ανάγκες, για να ακολουθήσει αμέσως μετά το τελειωτικό κτύπημα του 3ετούς «αυτοεμπάργκο» που επιβλήθηκε από την αλλαγή της κυβέρνησης. Αναλαμβάνοντας το 1993 την ηγεσία του ΥΕΘΑ, ο Γεράσιμος Αρσένης, βρήκε στα «συρτάρια» το τρέχον τότε ΕΜΠΑΕ που ίσχυε για την πενταετία 1990-1994 που προέβλεπε μια σειρά προγραμμάτων τα περισσότερα από τα οποία βρίσκονταν υπό εκτέλεση ή δρομολόγηση. Αντί για τη συνέχιση του προγράμματος ο κ. Αρσένης και οι συνεργάτες του επέλεξαν την πολιτική της απραξίας. Συνέπεια αυτής της απόφασης ήταν όσα από τα προγράμματα βρίσκονταν στα σκαριά, να ματαιωθούν ή να αναβληθούν επ’ αόριστον. Ελάχιστα προγράμματα προχώρησαν την περίοδο από το 1994 μέχρι το 1996 και αυτά ήταν δευτερεύουσας σημασίας ή αποτελούσαν συνέχεια ήδη δρομολογημένων προγραμμάτων. Αποτέλεσμα ήταν οι Ένοπλες Δυνάμεις να βρεθούν αντιμέτωπες με μία επικίνδυνη «μαύρη τρύπα» στους εξοπλισμούς. Αυτή η εξέλιξη δημιούργησε έναν «φόβο» στους Έλληνες αξιωματικούς, οι οποίοι προσπαθούσαν να επισημάνουν τα προβλήματα στο Υπουργείο, τα Γενικά Επιτελεία, τους Κλάδους, αλλά κυρίως στα επιτελεία των προκεχωρημένων διοικήσεων με ανεπίσημες αναφορές που χρονολογούνται από το 1995. Δυστυχώς, αυτοί οι φόβοι επιβεβαιώθηκαν με το χειρότερο δυνατό τρόπο κατά τη νύκτα των Ιμίων!

    Όμως, η οδυνηρή εμπειρία των Ιμίων, άφησε πίσω της κάτι περισσότερο απ’ όσα μέχρι σήμερα έχουμε συνειδητοποιήσει. Δεν είναι μόνο οι επιπτώσεις στη διεθνή θέση των χώρας ή τα τρία στελέχη του ΠΝ που έπεσαν εκεί στο καθήκον. Είναι το μαζικότερο και ακριβότερο εξοπλιστικό πρόγραμμα στο οποίο η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε για την επόμενη δεκαετία, το οποίο επιβάρυνε την ήδη ασθενή ελληνική οικονομία και το σημαντικότερο, έχει αφήσει πολλά ερωτηματικά για την αποτελεσματικότητα των οπλικών συστημάτων που τελικά αγοράστηκαν.

    Την τελευταία δεκαετία, οι προμήθειες εξοπλιστικών προγραμμάτων έγιναν με «πενταετή προγράμματα» αφού καθορίστηκαν οι προτεραιότητες από τις ηγεσίες των Γενικών Επιτελείων. Για κάθε ένα από αυτά ακολουθήθηκαν οι διαδικασίες που προβλέπονται από τον νόμο, ακόμα και αν επρόκειτο για απευθείας αναθέσεις ή προμήθειες που είχαν σκοπό την ενίσχυση των δυνάμεων στην Κύπρο. Για όλα τα προγράμματα είχε ενημερωθεί η Βουλή και υπήρξαν αποφάσεις του ΚΥΣΕΑ μεταφέροντας την ευθύνη από τον υπουργό Αμυνας και τον γενικό γραμματέα Εξοπλισμών στην κυβέρνηση.

    Όπως προκύπτει από στοιχεία διαφόρων επίσημων πηγών, κατά τη δεκαετία 1996-2006 δαπανήθηκαν για εξοπλισμούς περισσότερα από €25 δις. Κι αυτά είναι τα επισήμως εκταμιευμένα ποσά. Στις ιλιγγιώδεις αυτές δαπάνες, πρέπει κανείς να προσθέσει περίπου ακόμη €3 δις. σε πιστώσεις τύπου FMS, καθώς και ένα πολύ σημαντικό ποσό που θα προκύψει από τις απολογιστικές εγγραφές συμπληρωματικών και εμβόλιμων προγραμμάτων (καύσιμα, πυρομαχικά, συντήρηση συστημάτων και μέσων)που πολλές φορές ακολούθησαν τις κύριες συμβάσεις, καθώς και τα δικαιώματα προαίρεσης (option) που ασκήθηκαν μετά τις πρώτες υπογραφές συμβάσεων, τα οποία έχουν προγραμματισθεί να αποπληρωθούν στο απώτερο μέλλον, έως και μετά το 2011. Σε συνέντευξή του το 2004, ο πρώην ΥΕΘΑ κ. Σπ. Σπηλιωτόπουλος, υπολόγιζε ότι το συνολικό ύψος για την οκταετία 1996-2004 ξεπερνούσε τα €51 δις.! Εάν προσθέσουμε και τα πρόσφατα προγράμματα της περιόδου 2005 και 2006, η δαπάνη εκτινάσσεται σε ακόμη πιο δυσθεώρητα ύψη. Στην πραγματικότητα, είναι αδύνατο να προσεγγιστεί έστω και με ακρίβεια το πόσο κόστισε στον τόπο ο… «πατριωτικός υπερβάλλων ζήλος» των κυβερνήσεων Κ. Σημίτη. Πάντως, με ασφάλεια μπορεί πλέον να ειπωθεί, ότι αυτός θα ξεπερνά, άγνωστο κατά πόσο, τα €30 δισ. για τα χρόνια της διακυβέρνησής του.

    Tην εικόνα της τερατώδους σπατάλης συμπληρώνει η τύχη που είχαν τα συγκεκριμένα προγράμματα. Άλλα δεν παραδόθηκαν εγκαίρως, άλλα παρελήφθησαν χωρίς να τηρούν τις προδιαγραφές που είχαν ζητηθεί και άλλα αποδείχθηκαν ακατάλληλα για να καλύψουν τις ανάγκες, για τις οποίες αγοράστηκαν. Aλλά και οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν χαρακτηρίζονται από παρασκηνιακές ενέργειες και όργιο μεσαζόντων, ακόμη και από εμπλοκή υπεράκτιων εταιρειών σε δικαστικές διαμάχες, όπως στην περίπτωση των γερμανικών αρμάτων Λέοπαρντ. Tα δε βάρη που κληροδοτήθηκαν από τις αλόγιστες δαπάνες αποτυπώνονται στη σημερινή δεινή δημοσιονομική στενότητα.

    Τι έγιναν, όμως, όλα αυτά τα λεφτά; Πού πήγαν τόσα δισεκατομμύρια ευρώ; Το ερώτημα είναι φυσικά ρητορικό. Πήγαν για παράδειγμα, σε αντιαεροπορικά TOR, που δεν εντάχθηκαν ποτέ στην άμυνα της χώρας, σε χαμένες ευκαιρίες στη διαπραγμάτευση των αρμάτων Λέοπαρντ, σε «εκσυγχρονισμό» αεροσκαφών, φρεγατών και πυραυλακάτων που δεν αποδίδουν επιχειρησιακά αξιοποιήσιμες μονάδες, ακόμα και σε πετρελαιοφόρα σκάφη που κόστισαν 15 φορές περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε, για να φτάσουν, επειδή ήταν και εντελώς γυμνά, να χαρακτηριστούν τελικά «γενικής χρήσεως»… (Οι ρωσικοί πύραυλοι S-300 με τη γνωστή θλιβερή τους ιστορία, πληρώθηκαν πάντως από τη Λευκωσία…). Ακόμα και αυτή η θλιβερή εικόνα δεν περιγράφει πάρα μέρος από το σύνολο της λεηλασίας του δημόσιου χρήματος κι αυτό γιατί:

    Στους παραπάνω υπολογισμούς δεν περιλαμβάνεται το σύνολο των εξοπλιστικών προγραμμάτων, αλλά το μεγαλύτερο μέρος τους(π.χ. απουσιάζουν τα α/κ πυροβόλα SUZANA ή το C4I). Άλλωστε τα στοιχεία που παρουσιάζονται αφορούν προγράμματα που υπερβαίνουν στην αρχική τους σύμβαση τα €50 εκ. Έτσι ένας πολύ σημαντικός όγκος συμβάσεων μικρότερου ύψους δεν είναι εύκολο να ανιχνευθούν και δεν περιλαμβάνονται.

    Δεν εμφανίζονται συγκριτικά στοιχεία, τα οποία θα έδειχναν ανάγλυφα το πόσο πιο ακριβά έχουν αγοραστεί από την Eλλάδα πολλά από τα συστήματα, τα οποία άλλες χώρες αγόρασαν σε πολύ χαμηλότερες τιμές.

    Δεν μπορεί να καταγραφεί το ποιες ζωτικές ανάγκες της εθνικής άμυνας έμειναν μέχρι στιγμής ανεκπλήρωτες για να προωθηθούν πολλά ανεπαρκή αλλά… προσοδοφόρα συστήματα και πιθανότατα θα χρειαστούν πρόσθετες δαπάνες για να καλυφθούν κενά – λ.χ., μέγα είναι αυτή τη στιγμή το έλλειμμα σε συστήματα ελέγχου και διοίκησης (το C4I έχει αναπτύξει λιγότερο από το 10% της λειτουργίας του), στην αεράμυνα, τις δορυφορικές επικοινωνίες κ.λπ.

    Mε αυτά τα πρόσθετα δεδομένα πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι η αρχική εικόνα των €25 και πλέον δισ. εκτινάσσεται σε απροσδιόριστο ακόμη ποσοστό που, σύμφωνα με διάφορες εκτιμήσεις και υπολογισμούς, μπορεί να θεωρηθεί ότι υπερβαίνει και το 50% του ποσού! Tο χειρότερο, όμως, είναι ότι ο υπολογισμός του κόστους των εξοπλιστικών προγραμμάτων, όσο ακριβής κι εάν είναι, δεν θα μπορούσε να αποτυπώσει την επιχειρησιακή αξία των συστημάτων για την άμυνα της χώρας, αξία που, σε πολλές περιπτώσεις, είναι σχεδόν μηδενική. Mε δύο λέξεις: πολλά από αυτά τα χρήματα έχουν απλώς πάει οριστικά χαμένα…

    Αμυντικά Συστήματα εκτός προδιαγραφών
    Θα περίμενε κανείς ότι με την έκταση των εξοπλισμών, στον οποίο έχει προχωρήσει η χώρα μας την τελευταία δεκαετία, θα είχε την υπεροχή έναντι της Τουρκίας και θα την απέτρεπε από την απειλή χρήσης βίας. Δυστυχώς, όμως, ο συσχετισμός δυνάμεων Ελλάδας και Τουρκίας εξελίσσεται συνεχώς και σταθερά εις βάρος μας. Μεγάλο ρόλο σε αυτήν την εξέλιξη έχει παίξει και το γεγονός ότι σύνηθες κριτήριο στην επιλογή των οπλικών συστημάτων είναι οι «μίζες» των μεσαζόντων ή η διατήρηση πολιτικο-διπλωματικών ισορροπιών και όχι οι πραγματικές αμυντικές ανάγκες της χώρας.

    Τα παραδείγματα, είναι δυστυχώς πολλά. Από την πολυτυπία των μαχητικών αεροσκαφών, την αγορά αντιαεροπορικών συστημάτων, που δεν μπορούν να λειτουργήσουν με τα νατοϊκά συστήματα και η σύμβασή τους έχει εγείρει τεράστια ερωτήματα ή τον εκσυγχρονισμό ήδη γερασμένων μονάδων του Στόλου. Πάρα πολλά και ιδιαίτερα σημαντικά από αυτά τα προγράμματα είτε δεν παραδόθηκαν εγκαίρως είτε παραδόθηκαν (και… παρελήφθησαν) με προδιαγραφές σημαντικά μειωμένες από τις συμβατικές. Ακόμα και όταν οι συμβατικές υποχρεώσεις τηρήθηκαν, τα συστήματα αυτά απεδείχθησαν ανεπαρκή και ακατάλληλα για να καλύψουν τις ανάγκες για τις οποίες (υποτίθεται ότι) αγοράστηκαν. Σε όσα δε εξ αυτών η λειτουργία τους απαιτεί και εκπλήρωση των αντισταθμιστικών ωφελημάτων, το επιχειρησιακό πεδίο είναι πλέον οι αποθήκες…

    Eτσι, ακόμα και συστήματα που δεν έγιναν πλατφόρμες λεηλασίας του δημοσίου χρήματος και πηγές μαύρου πολιτικού χρήματος, στην πράξη έχουν ήδη καταστεί περίπου άρχηστα, αφήνοντας ένα σημαντικό κενό σε βασικές παραμέτρους της άμυνας της χώρας. Κορυφαία, ίσως, παραδείγματα είναι η αντιαεροπορική άμυνα και τα συστήματα επικοινωνιών που, αν και κατασπατάλησαν σημαντικά ποσά, σήμερα πάσχουν δραματικά αφήνοντας ουσιαστικά ακάλυπτες περιοχές της χώρας που τελούν υπό εκπεφρασμένη απειλή. Ας εξετάσουμε πιο συγκεκριμένα μερικά από τα πιο σημαντικά εξοπλιστικά προγράμματα της τελευταίας δεκαετίας ανά Κλάδο:

    Πολεμική Αεροπορία (ΠΑ): Η Eλλάδα δαπάνησε περίπου €2 δισ. για την αγορά 15 νέων και τον εκσυγχρονισμό 10 παλαιών γαλλικών Mιράζ σε επίπεδο 2000-5 και την αγορά των βλημάτων ΣΚΑΛΠ. Η παραλαβή τους, τουλάχιστον με τις συμβατικές προδιαγραφές τους, δημιούργησε πολλά ερωτηματικά και καθυστερήσεις, ενώ στο εγγύς μέλλον μάλλον θα παραληφθούν τελικά ίσως και λόγω πολιτικών ισορροπιών. Η δε νέα παραγγελία των 30 στα F-16 BLOCK 52+ (€1,1 δις. περίπου), μαζί με τις όποιες αμφιβολίες για τη σκοπιμότητα της προμήθειας, δημιούργησε σημαντικές πολιτικές και διπλωματικές παρενέργειες… Tα σουηδικά ιπτάμενα ραντάρ του συστήματος ERIEYΕ (€531,6 εκατ. περίπου) σημειώνουν ήδη πάνω από διετή καθυστέρηση και το μέλλον τους είναι ασαφές. Tην ίδια στιγμή, από το περίφημο «ευρωπαϊκό ελικόπτερο» NH 90 (€699,1 εκατ. περίπου) θα παραληφθούν τα… μισά κομμάτια σε διπλή τιμή!

    Στρατός Ξηράς (ΕΣ): Στις δυνάμεις του ΕΣ, πήρε διεθνείς διαστάσεις η υπόθεση των Λέοπαρντ (€1,727 εκατ. περίπου) και η συμφωνία έγινε αντικείμενο επαναδιαπραγμάτευσης με όφελος για το ελληνικό Δημόσιο που υπερβαίνει τα €100 εκατ. περίπου. Oμως, τα Λέοπαρντ, κινδυνεύουν να παραληφθούν με μοναδική αποτρεπτική ικανότητα τον… όγκο τους αφού ακόμη δεν προβλέφθηκε παράλληλα η προμήθεια πυρομαχικών, η οποία αναμένεται οσονούπω. Τα αμερικανικά ραντάρ προστασίας πυροβολικού TPQ-37 ($116,6 εκατ. περίπου) απέτυχαν παταγωδώς στις δοκιμές. Oσα από τα ρωσικά αντιαεροπορικά συστήματα TOR – M1 (€509,5 εκατ. περίπου) λειτουργούν, δεν είναι ενταγμένα σε «ομπρέλα αεράμυνας», αφού αυτή απλώς δεν υπάρχει και υπάρχουν πολλά ερωτηματικά για το εάν στο μέλλον θα καταφέρουν να διασυνδεθούν με τα νατοϊκά συστήματα. Εξάλλου, είναι γνωστό στους αναγνώστες μας ότι τα TOR, όπως και άλλα προγράμματα, βρίσκονται από καιρό στη Δικαιοσύνη και στη Bουλή για τις ευθύνες πολιτικών προσώπων, αφού οι συμβάσεις τους είναι γεμάτες με δισ. που αποδεδειγμένα πλέον διακινούνται σε υπεράκτιες εταιρείες σε όλο τον κόσμο, χωρίς να υπολογιστεί και το διπλωματικό πρόβλημα που προέκυψε μεταξύ Ρωσίας και Ελλάδας. Τέλος, τα αμερικανικά Α/Α βλήματα HAWK «εκσυγχρονίστηκαν» με κόστος $140 εκατ. περίπου, με τον πραγματικό επιχειρησιακό κύκλο ζωής τους να έχει ήδη κλείσει προ πολλού.

    Πολεμικό Nαυτικό (ΠΝ): Eντυπωσιακό είναι το παράδειγμα ενός δεξαμενόπλοιου, που κόστισε όσο κοστίζουν… τρία τέτοια πλοία στην αγορά (€117,5 εκατ. περίπου), ενώ μέγα ζήτημα συνιστά ο αμφιλεγόμενος εκσυγχρονισμός των ηλικίας 30 ετών πυραυλακάτων (€144,1 εκατ.) και ο οποίος δημιουργεί σημαντικά ερωτηματικά για τα πραγματικά επιχειρησιακά οφέλη που μπορεί να αποδώσει. Για να μην αναφερθούμε στις καταγγελίες του πρώην διευθύνοντος συμβούλου της γαλλικής εταιρείας THALES, M. Zοσράν στην εφημερίδα Le Monde, (ο οποίος ήταν και κατηγορούμενος για δωροδοκία) περί δωροδοκίας σχετικά με την υπόθεση του εκσυγχρονισμού των έξι φρεγατών του ΠΝ κατά την περίοδο 2002-2003, σύμφωνα με τις οποίες Eλληνας υπουργός φέρεται να είχε δωροδοκηθεί για να ανατεθεί το έργο στη συγκεκριμένη εταιρεία!

    Εξοπλισμοί χωρίς συνολικό αμυντικό σχεδιασμό
    Με βάση τα παραπάνω, Θα θέλαμε, να κάνουμε μερικές διαπιστώσεις και να θέσουμε μερικά ερωτήματα. Μετά την τραγωδία στα Ίμια, δόθηκε προτεραιότητα στην αεροπορική και αντιαεροπορική ισχύ για να παύσει αυτός ο εξευτελισμός των παραβιάσεων-παραβάσεων, η ιταμή προκλητικότητα των Tούρκων και η αλαζονεία τους, ενώ παράλληλα, θα μειώνονταν τα έξοδα για καύσιμα και οι ταλαιπωρίες και απώλειες των πιλότων μας, Έκτοτε έρευσαν πακτωλοί χρήματος…

    Σήμερα, δέκα χρόνια μετά, έχει αλλάξει η κατάσταση; Μάλλον έχει χειροτερεύσει. Tα πρόσφατα γεγονότα πιστοποιούν ότι η επιδείνωση είναι τέτοια, που μας κάνει να αμφιβάλλουμε αν έχουμε, τέλος πάντων, εναέριο χώρο (και πώς τελικά ορίζεται αυτός). Γιατί; Διότι είναι σαφές ότι τα αντιαεροπορικά συστήματα που προμηθευτήκαμε, κόστους εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, είναι αμφιλεγόμενης δυνατότητας ή ανύπαρκτα. Για του λόγου το αληθές, ενδιαφέρον παρουσιάζει η μαρτυρία του τ. A/ΓEEΘA κ. M. Παραγιουδάκη στην εξεταστική επιτροπή για τους TOR-M1 που έλεγε: «Tα σύγχρονα αεροσκάφη που διαθέτει η Eλλάδα και η Tουρκία πρακτικά δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν από αντιαεροπορικό βραχέως βεληνεκούς…» (sic).

    Tην ίδια ακριβώς περίοδο που εμείς αγοράζαμε τα TOR-MI, τα CROTALE (180 εκατ. δολ.) και τα OSA-AK , οι Tούρκοι προμηθεύθηκαν τα HΑRPIES (Aρπυιες) UCAV’s που μεταφέρουν εκρηκτικές ύλες. Πετούν στα 30 χιλ. πόδια ερευνητικά και όταν κάποιο εχθρικό επίγειο σύστημα προβεί σε έναρξη λειτουργίας (ON) τότε κατευθύνονται εναντίον του και το ανατινάσσουν. Oπλικό σύστημα τελευταίας τεχνολογίας που εξουδετερώνει όλα τα αντιαεροπορικά ενεργητικού τύπου, όπως είναι τα δικά μας. Προμηθεύθηκαν 108 τέτοια συστήματα έναντι $100 εκατ. Επίσης, πριν προλάβει η Eλλάδα να αποκτήσει και ενσωματώσει στην επιχειρησιακή δομή της τα πρώτα οκτώ γαλλικής κατασκευής UAV’s Sperwer, η Tουρκία προχώρησε στην απόκτηση στρατηγικού χαρακτήρα «ιπτάμενων κατασκόπων» με υπερ-πολλαπλάσιες δυνατότητες από τα ελληνικά. Πρόκειται για τους EPΩΔIOYΣ (Heron) που έχουν ακτίνα δράσης 1.000 χιλιόμετρα (200 χιλ. το Sperwer), αυτονομία πτήσης 40-52 ώρες (6-7 το Sperwer), με δυνατότητα ρίψης πυραύλων με τηλεχειρισμό. Tα 12 Sperwer τα οποία προμηθεύτηκε ο δανικός Στρατός, προ 3ετίας δεν έχουν ακόμα πιστοποιηθεί για ασφαλή πτήση! Tα ίδια προβλήματα έχει και ο Kαναδάς με τα γαλλικά UAV’S στο Aφγανιστάν. Δύο κατεστράφησαν στην προσγείωση και ένα επεστράφη στην κατασκευάστρια εταιρεία. Πρόσφατα δε πληροφορηθήκαμε ότι ένα από τα 8 πρώτα ελληνικά Sperwer κατεστράφη! Δημιουργούνται, λοιπόν, εύλογα τα παρακάτω ερωτήματα:

    O Στρατός έχει αντιπυραυλική προστασία;

    Tα TOR-M1 «λειτουργούν»; Tα χρησιμοποιεί;

    Tα μη επανδρωμένα UAV που είχαμε παραγγείλει, τα παραλάβαμε; Πληρούν επιχειρησιακές απαιτήσεις; Kάποια σύγκριση με τα ισραηλινά Heron που προμηθεύτηκε η Tουρκία;

    Να, λοιπόν, γιατί οι Tούρκοι μπαινοβγαίνουν άνετα, αδιάφορα και προκλητικά στον εναέριο χώρο μας. Γιατί τους το επιτρέπουμε εμείς. Γιατί, γνωρίζουν πολύ καλά, και δεν θα το μάθουν από το κείμενό μας αυτό, ότι η αντιαεροπορική μας ομπρέλα είναι διάτρητη ή ανεπαρκής. Εξάγονται, λοιπόν, ορισμένα ευρύτερα πολύ σημαντικά συμπεράσματα, που δείχνουν τα βαθύτερα οργανικά προβλήματα της ελληνικής αμυντικής δομής.

    — Πρώτον, απουσιάζει πλήρως ένας συνολικός αμυντικός-εξοπλιστικός σχεδιασμός των αναγκών της χώρας. Για παράδειγμα, η αγορά των Λέοπαρντ φαίνεται ως αμφιλεγόμενη, την ώρα που η χώρα έχει άμεση ανάγκη αντιμετώπισης της από αέρος τουρκικής επιθετικότητας, καθώς και άμεση ανάγκη ανάπτυξης ισχυρού στόλου τόσο για την προστασία του Aιγαίου, όσο και για να διαδραματίσει ρόλο στο πλαίσιο του NATO στην Aνατολική Mεσόγειο. Ρόλο ο οποίος της ζητείται άμεσα και η επίτευξή του θα υποβοηθήσει την κύρια διασφάλιση των εθνικών της συμφερόντων.

    — Δεύτερον, απουσιάζει πλήρως ακόμη και ο στοιχειώδης σχεδιασμός για τη συμβατότητα και διαλειτουργικότητα μεταξύ συστημάτων που θα κληθούν να επιχειρήσουν μαζί και με τους ίδιους πραγματικούς στόχους, με ό,τι καταστροφικά αποτελέσματα αυτό συνεπάγεται.

    — Tρίτον, δεν έχει σχεδόν πουθενά ληφθεί υπ’ όψιν το κόστος «κύκλου ζωής» των συστημάτων, που στις περισσότερες περιπτώσεις εκτινάσσεται στα ύψη λόγω πολυτυπίας, με αποτέλεσμα πολλά από αυτά να καθίστανται απλώς άχρηστα με τον καιρό.

    — Τέταρτον, είτε αμερικανικές είτε ευρωπαϊκες είτε άλλες, σχεδόν όσες μεγάλες αγορές έγιναν με μεσολάβηση μεσαζόντων (ΤPQ, Λέοπαρντ, Mιράζ, NH90, TOR κ.ο.κ.) απεδείχθησαν προβληματικές, σε αντίθεση με εκείνες που έγιναν με διακρατικές συμφωνίες.

    Η οικονομική διάσταση των εξοπλιστικών προγραμμάτων
    Η Ελλάδα αποτελεί τον υπ’ αριθμόν ένα ευρωπαϊκό πελάτη των μεγάλων πολεμικών βιομηχανιών. Ακολουθεί η Τουρκία και μακράν οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ελληνικού υπουργείου Αμυνας, τα τελευταία χρόνια ξοδεύαμε το 4,1 του ΑΕΠ για αμυντικές δαπάνες χωρίς να υπολογίζονται οι αποπληρωμές των δανείων. Την ίδια ώρα στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ, οι αμυντικές δαπάνες κυμαίνονται από 1,2% του προϋπολογισμού μέχρι και 3,8% με στόχο να μειωθούν κάτω από το 1%.

    Σύμφωνα μια παλιότερη έρευνα του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Παντοίου Πανεπιστημίου, προκύπτει ότι το 1980 σε απολύτως συγκρίσιμα μεγέθη το ΑΕΠ της Ελλάδας αντιπροσώπευε το 77% του ΑΕΠ της Τουρκίας, ενώ το 1995 περιορίστηκε στο 49%, λόγω της παρατεταμένης υστέρησης στους ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας έναντι της τουρκικής. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο ήταν ότι στον παραγωγικό τομέα ειδικά, η επιδείνωση έναντι της Τουρκίας ήταν κρίσιμη. Πιο συγκεκριμένα, η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε από το 60% στο 30% και η παραγωγή μηχανολογικού εξοπλισμού από το 70% στο 35%. Αυτή η εξέλιξη αποκάλυπτε μια ιδιαίτερα επικίνδυνη διάσταση του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού, διότι οι αυξημένες δυνατότητες παραγωγής μηχανολογικού εξοπλισμού, αντιπροσώπευαν σε σημαντικό βαθμό τη διαφαινόμενη ανάπτυξη ισχυρής πολεμικής βιομηχανίας στην Τουρκία. Επίσης, οι εξοπλιστικές δαπάνες της χώρας, από το 101% της περιόδου 1980-84, κατά την τριετία 1993-95 μειώθηκαν περίπου στο 60% του όγκου των αντίστοιχων δαπανών της Τουρκίας. Μέχρι το 1989, οι εξοπλιστικές δαπάνες Ελλάδας και Τουρκίας ήταν περίπου αντίστοιχες. Από το 1990 και μετά, παρατηρήθηκε μεγάλη έξαρση στα τουρκικά εξοπλιστικά προγράμματα (περίπου διπλάσια των ελληνικών)γεγονός που ήταν αποτέλεσμα της εσωτερικής αναδιάρθρωσης των δαπανών της γείτονος υπέρ των σύγχρονων εξοπλισμών.

    Με βάση όλα τα παραπάνω στοιχεία και με δεδομένο ότι η παρακολούθηση της κούρσας των εξοπλισμών από την Ελλάδα δεν μπορεί να γίνει εάν δεν αφαιρεθούν πόροι από άλλους τομείς, το συμπέρασμα της έρευνας που διεξήχθη το 1996 είχε δύο σκέλη. Πρώτον ότι διαφαινόταν μια τουρκική στρατηγική να σύρει την Ελλάδα σε μια εξοπλιστική κούρσα με απώτερο στόχο την απομάκρυνσή της από την προσπάθεια σύγκλισης με τις ευρωπαϊκές οικονομίες. Δεύτερον ότι για να επιτύχει η Ελλάδα την αποκατάσταση της στρατιωτικής ισορροπίας στο Αιγαίο, θα έπρεπε για την επόμενη δεκαετία (1996-2006)να δαπανά για εξοπλισμούς 400 δις. δρχ. ετησίως (σε σταθερές τιμές 1995) επιπλέον των περίπου $771 εκ. που δαπάνησε για το 1995.

    Έπειτα συνέβησαν τα Ίμια και ξεκίνησε η «ηρωική» περίοδος του πιο φιλόδοξου ελληνικού εξοπλιστικού προγράμματος. Ενόψει της έκδηλης πλέον τουρκικής απειλής και της ωμής άρνησης της Ευρώπης να εγγυηθεί τα σύνορά μας, ποιος μπορούσε να αρνηθεί την ανάγκη ισχυροποίησης του αμυντικού μηχανισμού της χώρας; Η κυβέρνηση του κ. Σημίτη βρήκε στήριξη ακόμη και από την αξιωματική αντιπολίτευση. Μεταξύ άλλων, ο κ. Ευθ. Χριστοδούλου, επικεφαλής των ευρωβουλευτών της ΝΔ, έθεσε το 1996 στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο, το πρόβλημα των εξοπλισμών που ήταν σε αντίθεση με την ελληνική προσπάθεια οικονομικής σύκγλισης. Ο κ. Χριστοδούλου είπε ότι στα κριτήρια αυτών που επιθυμούν να μετέχουν στη νοισματική ένωση έπρεπε να γίνει μια εξαίρεση για την Ελλάδα, η οποία αφού δεν είχε την κάλυψη της ΕΕ για τα σύνορά της, ήταν υποχρεωμένη να υιοθετήσει ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα ύψους 10 δις. ECU. Η ελληνική οικονομία βρισκόταν αντιμέτωπη με ένα σημαντικό δίλημα. Σύγκλιση με τις ευρωπαϊκές οικονομίες και είσοδος στην ΟΝΕ ή υπεράσπιση των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων με εκτίναξη των αμυντικών προϋπολογισμών; Ο τότε υπουργός Οικονομικών κ. Αλ. Παπαδόπουλος δήλωνε κατηγορηματικά ότι: «ούτε τους εξοπλισμούς μπορούμε να αποφύγουμε γιατί θα αφανισθούμε εθνικά, ούτε από τη σύγκλιση με την Ευρώπη μπορούμε να αποστούμε γιατί δεν θα επιβιώσουμε οικονομικά στην παγκοσμιοποιημένη αγορά».

    Έπρεπε, λοιπόν, να βρεθούν οι τρόποι που θα ικανοποιούσαν την παραπάνω στρατηγική. Σύγκλιση της ελληνικής οικονομίας και είσοδος στην ΟΝΕ, με παράλληλη αύξηση των αμυντικών κονδυλίων, χωρίς να επιβαρυνθούν οι κρατικοί προϋπολογισμοί και τα κριτήρια του Μάαστριχτ. Έπρεπε, όμως, να βρεθούν και οι απαραίτητοι οικονομικοί πόροι για να υλοποιηθούν τα φιλόδοξα εξοπλιστικά προγράμματα. Οι κυριότερες πηγές χρηματοδότησης ήταν οι πιστώσεις του κρατικού προϋπολογισμού, τα δάνεια από το εξωτερικό και το εσωτερικό και η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια γνωστή ως FMS (Foreign Military Sales), που παρεχόταν δωρεάν ή μέσω υψηλότοκων δανείων. Μέχρι και την περίοδο 1994-95 οι παραπάνω πηγές χρηματοδότησης κατανέμονταν σε 20%, 48% και 32% αντίστοιχα. Τα αμερικανικά FMS ήταν, έως τη δεκαετία του ’90, η κυριότερη πηγή χρηματοδότησης των ελληνικών, αλλά και των τουρκικών εξοπλιστικών προγραμμάτων. Είναι γνωστές οι προσπάθειες των εκάστοτε ελληνικών κυβερνήσεων, αλλά και των ομογενειακών οργανώσεων για την πάση θυσία διατήρηση της αναλογίας 7 προς 10 στην αμερικανική στρατιωτική βοήθεια, είτε παρεχόταν δωρεάν ή μέσω δανείων. Από το 1990 και μετά τα FMS μειώνονταν σταδιακά. Για το 1996 η Ελλάδα δικαιούτο ως FMS μέσω δανείων, μόνο $123 εκ. ποσό σχεδόν ασήμαντο για την υλοποίηση των εξοπλιστικών της προγραμμάτων.

    Έτσι, για να μπορέσει να υλοποιηθεί το φιλόδοξο εξοπλιστικό πρόγραμμα της επόμενης δεκαετίας, έπρεπε να οργανωθεί ένα σχέδιο δανεισμού και η παράλληλη απόκρυψή του από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Eurostat. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους στο διάστημα 1997 – 2003, η Ελλάδα δανείστηκε προκειμένου να αγοράσει οπλικά συστήματα €15 δισ. Εξ’ αυτών, όπως μαρτυρούν οι ίδιες πηγές, στα «επίσημα βιβλία» γράφηκαν μόνο τα €6 δισ., ενώ τα υπόλοιπα €9 δισ. εξαφανίστηκαν ως δια μαγείας και δεν εμφανίσθηκαν ποτέ στους αντίστοιχους προϋπολογισμούς των ετών αυτών, παρά μόνον αργότερα αυξάνοντας το χρέος του Δημοσίου. Στα τεχνάσματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν ακόμα και υπεράκτιες εταιρείες του Δημοσίου, οι οποίες δανείζονταν με εγγύηση του Δημοσίου. Βέβαια, ο Έλληνας φορολογούμενος –το τραγικό υποκείμενο της ιστορίας– δεν αποπληρώνει μόνο τα κανονικώς εμφανισθέντα €6 δισ., αλλά το σύνολο των €15 δισ., που με γαλαντομία μοίραζε αριστερά και δεξιά η προηγούμενη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.

    Τα δάνεια των Ενόπλων Δυνάμεων τα συνάπτει σε κλίμα «μυστικοπάθειας» η αρμόδια Διέυθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και παρέμεναν «αδρανή» δηλαδή δεν γινόταν μια τρέχουσα διαχείριση με βάση τα σύγχρονα χρηματοοικονομικά εργαλεία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (ΟΔΔΗΧ)διαχειριζόταν το 61,7% του συνολικού δημόσιου χρέους και δημοσιοποιούσε διαφορετικά στοιχεία για το χρέος απ’ ότι το Γενικό Λογιστήριο, διότι το τελευταίο συνυπολόγιζε και το χρέος των Ενόπλων Δυνάμεων. Ο τυπικός τρόπος δανεισμού γινόταν με εδικά δα΄νεια που «ήταν πακέτο» με τη σύμβαση προμήθειας των οπλικών συστημάτων. Συνήθως, οι ίδιοι οι προμηθευτές έφερναν μαζί με τους όρους της σύμβασης και μια πρόταση χρηματοδότησης από κάποια τράπεζα ή κοινοπραξία τραπεζών. Οι όροι χρηματοδότησης ήταν δεσμευτικοί για το σύνολο της οφειλής και για όλη τη διάρκεια μέχρι την ολοκλήρωση της προμήθειας. Αυτός ο τρόπος δανεισμού ήταν ακριβότερος σε σχέση με τον υπόλοιπο δανεισμό του Δημοσίου, γιατί οι τράπεζες για να αναλάβουν την πληρωμή των προμηθευτών ζητούσαν παραπάνω προμήθεια. Συγκεκριμένα, ο δανεισμός γινόταν με επιτίκιο Libor plus, δηλαδή μεγαλύτερο κατά αρκετές μονάδες βάσης από το τρέχον επιτόκιο δανεισμού στη χρηματαγορά του Λονδίνου, ενώ το Δημόσιο δανειζόταν γενικά με επιτόκια Libor ή και χαμηλότερα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διαπραγμάτευση για την προμήθεια των EUROFIGHTER πριν αυτή αναβληθεί. Η αρχική σύμβαση προέβλεπε μια πρόταση χρηματοδότησης με επιτόκιο Libor + 40 μονάδες βάσης! Το υπουργείο την επέστρεψε ως απαράδεκτη και λίγο αργότερα οι τράπεζες επίστρεψαν με πρόταση για επιτόκιο Libor + 11 μονάδες βάσης, αλλά το υπουργείο ζήτησε και πάλι χαμηλότερη προσφορά.

    Με βάση τον παραπάνω τρόπο δανεισμού, οι τράπεζες αποπλήρωναν τις δόσεις για την προμήθεια για λογαριασμό του Δημοσίου, το οποίο με τη σειρά του ενέγραφε τα ποσά των δόσεων στο χρέος (άρα η συνολική επιβάρυνση της προμήθειας εμφανιζόταν στο χρέος σταδιακά, με την πληρωμή κάθε δόσης) αλλά απέφευγε παρατύπως να εγγράψει τη δαπάνη στον προϋπολογισμό, στο οποίο καταγραφόταν η συνολική δαπάνη της προμήθειας μόνο μετά την ολοκλήρωσή της, δηλαδή με την αποπληρωμή και της τελευταίας δόσης. Έτσι η κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ κατάφεραν να φτιάξουν τους προϋπολογισμούς της «ισχυρής οικονομίας» για τη σύγκλιση. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο σχετικό κονδύλι του προϋπολογισμού (Κωδικός 1900 «στρατιωτικές κατασκευές, προμήθειες και εξοπλισμοί»)η πραγματοποιηθείσα δαπάνη το 1998 ήταν 65,6 δις. δρχ., το 1999 ήταν 90,8 δις. δρχ. (έναντι προϋπολογισθείσας 85,5 δις. δρχ.), το 2000 ήταν 69,8 δις. δρχ. (έναντι προϋπολογισθείσας μόνο 49,3 δις. δρχ.) και το 2001 προϋπολογίσθηκε δαπάνη μόνο 51,5 δις. δρχ. Στο αντίστοιχο διάστημα 1998-2001 πραγματοποιήθηκαν προμήθειες πολύ πάνω από 1 τρις. δρχ.! Όμως, με την ολοκλήρωση των προμηθειών του ΕΜΠΑΕ τα βάρη στον προϋπολογισμό άρχισαν να «επιστρέφουν».

    Πάνω στην ώρα του πλήρους οικονομικού αδιεξόδου, συνέβη η «βολική» οικονομική κρίση στην Τουρκία, οπότε προέκυψαν οι γνωστές αποφάσεις για περικοπή του ΕΜΠΑΕ 2001-2006 κατά 1 τρις. δρχ. και «αναβολή» της προμήθειας του EUROFIGHTER. Ταυτόχρονα, το Γενικό Λογιστήριο αποφάσισε τη χρήση σύγχρονων χρηματοοικονομικών εργαλείων (π.χ. συμβάσεις SWAPS) για τη χρηματοδότηση των εξοπλιστικών δαπανών, τα οποία έδιναν τη δυνατότητα «νόμιμου» ετεροχρονισμού τους, μεταθέτοντας τις πληρωμές και κατανέμοντας τες σε βάθος χρόνου. Ένας άλλος τρόπος του κρυφού δανεισμού για εξοπλισμούς ήταν οι υπεράκτιες εταιρίες που εξέδιδαν για λογαριασμό του ελληνικού Δημοσίου τίτλους, συγκέντρωναν τα απαιτούμενα ποσά και πλήρωναν τους προμηθευτές, χωρίς όμως οι δαπάνες να επιβαρύνουν άμεσα τον κρατικό προϋπολογισμό. Βασιζόμενος σε αυτές τις μεθόδους, ο τότε ΥΕΘΑ κ. Γ. Παπαντωνίου δήλωνε ότι θα εξοικονομήσει €2,7 δις. από τις εξοπλιστικές δαπάνες για να μεταφερθούν σε κοινωνικές δαπάνες όπως η Παιδεία και η Υγεία. Συγκεκριμένα στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό του 2001 στη Βουλή, ο κ. Παπαντωνίου έλεγε ότι από τη μείωση των τόκων του χρέους, θα δημιουργούνταν πλεόνασμα έως και 1 τρις. δρχ. το χρόνο και προέβλεπε ότι το 2010 τα πλεονάσματα θα άγγιζαν τα 10 τρις. δρχ.

    Τα παραπάνω στοιχεία για τις αμυντικές δαπάνες, ήταν στην ατζέντα των επαφών μεταξύ Eurostat και ελληνικών αρχών τουλάχιστον από το 1994. Τα στοιχεία που παρέχονταν από τις ελληνικές αρχές ήταν ασυνεπή και η πληροφόρηση για τα συμβόλαια παράδοσης αμυντικού εξοπλισμού ήταν αντιφατική. Οι ελληνικές αρχές είχαν δηλώσει το 1996 ότι μεγάλο μέρος του στρατιωτικού χρέους ήταν υπό τη μορφή μακροπρόθεσμων πιστώσεων από την πλευρά των προμηθευτών στρατιωτικού εξοπλισμού, το οποίο στην πορεία αποδείχθηκε αναληθές. Το 2002 δηλώθηκε ανακριβώς από τις ελληνικές αρχές ότι οι προκαταβολές που πληρώνονται στους προμηθευτές στρατιωτικού υλικού αντιμετωπίζονται ως χρηματοοικονομικές συναλλαγές και ότι με την παραλαβή του εξοπλισμού στην Ελλάδα οι στατιστικές υπηρεσίες λαμβάνουν την πληροφόρηση αυτή και μπορούν να κάνουν τις σχετικές καταχωρίσεις στους εθνικούς λογαριασμούς (ως τελική κατανάλωση). Η πραγματικότητα είναι ότι η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδος και το υπουργείο Οικονομικών δεν έλαβαν καμία πληροφόρηση για παραλαβές στρατιωτικού υλικού από το 1997 και μετά. Eτσι, οι περισσότερες αμυντικές δαπάνες που χρηματοδοτήθηκαν με δανεισμό δεν καταγράφηκαν τα τελευταία 8,5 χρόνια.

    Συνεπώς, «…η μετάβαση στην καταγραφή των δαπανών αυτών σε ταμειακή βάση δεν υπαγορεύθηκε από μεθοδολογικούς λόγους –δεν άλλαξαν οι λογιστικοί κανόνες– αλλά από λόγους διαθεσιμότητας στοιχείων. Δεδομένου του απόρρητου χαρακτήρα των στοιχείων για τις παραλαβές στρατιωτικού υλικού στην Ελλάδα, μόνο η χρήση της ταμειακής βάσης μπορεί να εγγυηθεί την πλήρη καταγραφή των δαπανών αυτών». Αυτά σημείωνε η Εurostat τον Νοέμβριο του 2004, αναφορικά με τη σοσιαλιστική διαχείριση του ΠΑΣΟΚ. Η ΝΔ επιχείρησε την αμφιλεγόμενη δημοσιονομική απογραφή που παρόλ’ αυτά ανέδειξε τα προβλήματα και προκάλεσε τη δήλωση της Eurostat: «Σύμφωνα με τους κανόνες του ESA95, οι αμυντικές δαπάνες πρέπει να θεωρούνται ως ενδιάμεση κατανάλωση και θα πρέπει να καταγράφονται στις δημόσιες δαπάνες τη στιγμή της παράδοσής τους ανεξάρτητα από τις πληρωμές που πραγματοποιούνται σε διάφορα στάδια. Ωστόσο, πολλές χώρες έχουν προβλήματα με τα στοιχεία των αμυντικών δαπανών τους, καθώς αυτά είναι εμπιστευτικά». Με βάση αυτή τη δήλωση το ΠΑΣΟΚ αντεπιτέθηκε λέγοντας ότι μαζί με το ιδεολόγημα της απογραφής, καταπίπτουν όλες οι κατηγορίες για την πρακτική που ακολουθούσε τόσα χρόνια.

  2. συνέχεια:

    Αμυντική Βιομηχανία: «Ο μεγάλος ασθενής»

    Mε τέτοια αστρονομικά ύψη στις εξοπλιστικές δαπάνες, η Eλλάδα θα έπρεπε όχι απλώς να διαθέτει σήμερα αμυντική θωράκιση αξιοζήλευτη σχεδόν από κάθε άλλη χώρα στον κόσμο, αλλά θα έπρεπε και να έχει αναπτύξει απόλυτη επάρκεια και εξαγωγικές δυνατότητες σε κάποιον τουλάχιστον από τους βασικούς τομείς της αμυντικής βιομηχανίας, κάτι που έχει ήδη συμβεί στην Τουρκία σε εντυπωσιακό βαθμό. Δυστυχώς, στην Ελλάδα, τίποτα από αυτά δεν συνέβη – το ακριβώς αντίθετο μάλιστα. Στη συντριπτική της πλειοψηφία η ελληνική αμυντική βιομηχανία είναι μη ανταγωνιστική, ανίκανη να πραγματοποιήσει αξιόλογες εξαγωγές και κατ’ ουσίαν είναι ξεπερασμένη ακόμη και με την αντίστοιχη τουρκική. Όταν δε γίνεται λόγος για «προγράμματα» της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, τις πιο πολλές φορές, αυτό σημαίνει αναθέσεις που δεν εξυπηρετούν την άμυνα, αλλά εκείνους που τη νέμονται.

    Παρά τη διαφημιζόμενη αύξηση του ποσοστού Ελληνικής Προστιθέμενης Αξίας στο επίπεδο του 40%, η ελληνική αμυντική βιομηχανία δεν κατέστη δυνατόν, παρά τις κατά καιρούς εξαγγελίες, να γίνει μέλος σε ευρωπαϊκές ή και διεθνείς κοινοπραξίες ανάπτυξης οπλικών συστημάτων, με εξαίρεση τον πύραυλο αέρος-αέρος IRIS-T. Η αποτυχία ένταξης στην κοινοπραξία του EUROFIGHTER μετά την υπαναχώρηση της κυβέρνησης Σημίτη το 2001, ίσως την τελευταία μεγάλη ευκαιρία για την ελληνική αμυντική βιομηχανία, διάφοροι στόχοι και προτάσεις που κατά καιρούς έχουν γίνει, παραμένουν ευσεβείς πόθοι. Ακόμη, όμως, και σε λιγότερο σημαντικά προγράμματα, είνάι φανερό ότι η ελληνική αμυντική βιομηχανία αγνοήθηκε επιδεικτικά βασιζόμενη στην γνωστή ελληνική μέθοδο του κατακερματισμού των προμηθειών, με πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα το πρόγραμμα τροχοφόρου τεθωρακισμένου οχήματος. Αφού η ηγεσία του ΕΣ δεν κατόρθωσε κατά το παρελθόν να αξιολογήσει σωστά την ανάγκη οχημάτων όπως το PANDUR που προσέφερε η ΕΛΒΟ, συνέταξε μελέτη στην οποία προσδιόρισε τις συνολικές ανάγκες του σε 400 περίπου μονάδες. Αντί, όμως, να επιδιωχθεί η ελληνική συμμετοχή, έως το 2002 υπογράφηκαν 7 διαδοχικές συμβάσεις για την προμήθεια, 13,14,23,12,11,29 και 70 γαλλικών τεθωρακισμένων VBL της PANHARD, ενώ εκκρεμεί και διακαίωμα προαίρεσης για επιπλέον 69 οχήματα, ενώ έχει ενταχθεί στο ΕΜΠΑΕ 2001-2005.

    Η αναποτελεσματικότητα της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, ξεκινά καταρχάς από την έλλειψη πολιτικής βούλησης και στόχευσης και συνεχίζεται σε μια σειρά από αδυναμίες στους τομείς της οργάνωσης, του marketing, του προγραμματισμού και κυρίως των εργασιακών σχέσεων. Επίσης, σημαντικά μειονεκτήματα αποτελούν η χαμηλή αποδοτικότητα, οι υψηλές μη παραγωγικές δαπάνες, ο υπερδανεισμός και η απουσία διαδικασιών διασφάλισης ποιοτικού ελέγχου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα όλων των παραπάνω και παράδειγμα προς αποφυγήν ήταν το πρόγραμμα των αντιαεροπορικών «ΑΡΤΕΜΙΣ», η κατασκευή των οποίων άρχισε όταν υπουργό Άμυνας ήταν ο αείμνηστος Ευάγγελος Αβέρωφ και η ολοκλήρωσή τους ακόμη… συνεχίζεται!

    Ποια απάντηση υπάρχει για το γεγονός ότι ενώ οι τουρκικές αμυντικές βιομηχανίες ακμάζουν και ετοιμάζονται να εισέλθουν ακόμα πιο δυναμικά στις διεθνείς αγορές, την ίδια στιγμή, στην Ελλάδα, η αμυντική βιομηχανία είναι πλέον όρος συνώνυμος με την κατασπάραξη του δημοσίου χρήματος, με σχεδόν ασήμαντο παραγωγικό έργο, με τεράστιο δημοσιονομικό κόστος, με περίπου μηδενικές εξαγωγές, αλλά με μεγάλες επιδόσεις όχι στη συμβολή της άμυνας της χώρας αλλά στη συμβολή του πλουτισμού των κυκλωμάτων που τη νέμονται;

    Κυρίως, όμως, ποιος μπορεί να αναμένει ότι διαγράφεται, έστω και τώρα, η πιθανότητα ενός διαφορετικού μέλλοντος για την ισορροπία στο Αιγαίο και την ελληνική βιομηχανία εξοπλισμών ως κύριο συστατικό τμήμα της; Ποια στήριξη μπορούν να δώσουν στην εθνική άμυνα κρατικοδίαιτες και παρασκηνιακά κινούμενες εταιρείες που στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν είναι σε θέση να σταθούν στην ελεύθερη αγορά; Πώς μπορούν να στηρίξουν την άμυνα, όταν δεν μπορούν να στηρίξουν τον εαυτό τους;

    Η διπλωματία των εξοπλισμών

    Η αρχή έγινε το 1985 από τον Ανδρέα Παπανδρέου, όταν για πρώτη φορά έσπασε το κατεστημένο των στρατιωτικών και επέβαλε την πρώτη αγορά οπλικού συστήματος εκτός Αμερικής και Γερμανίας. Χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι, ο τότε πρωθυπουργός επέλεξε να σπάσει την προμήθεια των νέων αεροσκαφών στα δύο, σε 40 αμερικανικά F-16 και σε 40 γαλλικά Μιράζ 2000. Τότε η επιλογή είχε χτυπηθεί από την αντιπολίτευση, τους στρατιωτικούς αλλά και τη διεθνή διπλωματία υπακούοντας στις αμερικανικές σκοπιμότητες. Στην πορεία, η επιλογή αποδείχθηκε «χρυσή», καθώς μέχρι σήμερα είναι το μοναδικό αεροσκάφος για το οποίο η Τουρκία δεν γνωρίζει τις δυνατότητές του.

    Έκτοτε, μέχρι και πρόσφατα, οι εξοπλισμοί αποτελούν το μακρύ χέρι της αμυντικής διπλωματίας. Οι κυβερνήσεις έχουν χρησιμοποιήσει τους εξοπλισμούς για να αντιμετωπίσουν διεθνή προβλήματα όπως την αποδοχή από τα μέλη της Ε.Ε. της αίτησης ένταξης της Κύπρου, αλλά και θέματα εντός Ε.Ε., όπως η υποστήριξη των κυβερνήσεων ισχυρών στην Ε.Ε. κρατών σε οικονομικές απαιτήσεις της Ελλάδας, κοινοτικό πλαίσιο στήριξης, αποζημιώσεις αγροτών κ.λπ. Χαρακτηριστική είναι η κουβέντα που είχε κάνει ο τότε υπουργός Εθνικής Άμυνας Ακης Τσοχατζόπουλος στους δημοσιογράφους, εντός του πρωθυπουργικού αεροσκάφους, λίγους μήνες πριν από την αποδοχή της αίτησης της Κύπρου για ένταξη στην Ε.Ε. «Έχουμε στα χέρια μας ένα μεγάλο όπλο. Ονομάζεται πενταετές εξοπλιστικό πρόγραμμα τεσσάρων τρις. δραχμών. Στόχος μας είναι να αγοράσουμε από όλους την ένταξη της Κύπρου». Μερικούς μήνες μετά τη σύνοδο στο Ελσίνκι οι κυβερνήσεις των χωρών-μελών έκαναν δεκτό το αίτημα Κύπρου και Ελλάδας.

    Το εμπόριο όπλων, σύμφωνα με διεθνή στοιχεία, κατατάσσεται στην πρώτη θέση των νόμιμων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σε ολόκληρο τον κόσμο. Για το λόγο αυτόν, οι μεγαλύτερες βιομηχανίες οπλικών συστημάτων ανήκουν ουσιαστικά στα κράτη όπου εδρεύουν, χωρίς απαραίτητα να είναι κρατικές εταιρείες. Υπάλληλοι και πωλητές των εταιρειών αυτών έχουν εμφανιστεί κατά καιρούς μεγαλόσχημοι πολιτικοί, πρωθυπουργοί κρατών, υπουργοί Αμυνας και Εξωτερικών, πρέσβεις και αξιωματούχοι μυστικών υπηρεσιών. Η διαπλοκή κυβερνήσεων και κατασκευαστών οπλικών συστημάτων είναι δεδομένη, καθώς οι μεν στηρίζουν τους δε. Οι εταιρείες στηρίζουν πολιτικούς, επιχορηγώντας οικονομικά τις καμπάνιες τους στις προεκλογικές περιόδους με εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια ή ευρώ και πολιτικοί στηρίζουν τις εταιρείες, ασκώντας τεράστιες πιέσεις προς τις χώρες – πελάτες, να αγοράσουν τα συστήματα που στην ουσία αντιπροσωπεύουν. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην τελευταία συνάντηση του πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή με τον ομόλογό του Ντ. ντε Βιλπέν, ο γάλλος πρωθυπουργός επέμεινε ότι τα Rafale είναι τα πιο καλά αεροπλάνα. Η συζήτηση, μάλιστα, έγινε ελάχιστες ώρες μετά τη σύγκρουση των δύο μαχητικών στο Αιγαίο και τον χαμό του έλληνα χειριστή και η γαλλική παρέμβαση δεν είχε ίχνος γαλατικής ευγένειας. Ενώ ο Κ. Καραμανλής περιέγραφε σκεπτικός στον ομόλογό του πώς έγινε το δυστύχημα, ο συνομιλητής του βρήκε ευκαιρία να πάει την κουβέντα εκεί που ήθελε…

    Καλός πελάτης είναι αυτός που ψωνίζει, ανεξάρτητα από το αν έχει χρήματα ή όχι. Η διάθεση μόνο αρκεί για τις μεγάλες εταιρείες οπλικών συστημάτων. Ακόμα κι αν δεν υπάρχει ούτε ένα ευρώ, υπάρχουν τα χαμηλότοκα δάνεια που δίνουν οι κυβερνήσεις των χωρών με αμυντικές βιομηχανίες για να …διευκολύνουν τις φτωχές χώρες-πελάτες, καθώς και η αυτοχρηματοδότηση των εταιρειών. Το μόνο που χρειάζεται να έχει κανείς είναι μια εγγυητική επιστολή της κεντρικής τράπεζας της χώρας του.

    Σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική, οι αποφάσεις για τα εξοπλιστικά προγράμματα στηρίζονται σε ένα γενικότερο αμυντικό σχεδιασμό που λαμβάνει υπόψη δύο παραμέτρους: πρώτη είναι οι επιχειρησιακές απαιτήσεις των επιτελείων, δηλαδή οι ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων όπως αυτές καταγράφονται κάθε χρόνο από τους επιτελείς και η δεύτερη, οι διπλωματικές παράμετροι, ειδικά στην τελική φάση της επιλογής του τύπου του οπλικού συστήματος.

    Σε όλες τις χώρες της Ευρώπης η διαφοροποίηση στις πηγές των οπλικών συστημάτων εξυπηρετεί κυρίως τη σχετική αυτονομία στην περίπτωση που απαιτηθεί η χρήση τους. Η Ελλάδα το έχει αντιμετωπίσει στο παρελθόν το πρόβλημα αυτό και ήταν ο κύριος λόγος που ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε απαιτήσει την προμήθεια των Μιράζ 2000. Ενα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όλες οι χώρες που προμηθεύονται αμερικανικά οπλικά συστήματα είναι οι περιορισμοί που επιβάλλουν οι Αμερικανοί σε θέματα τεχνολογίας. Σε αρκετές περιπτώσεις είναι εκτεταμένοι και μειώνουν την αποτελεσματικότητα των οπλικών τους συστημάτων, ενώ περιορίζουν τη δυνατότητα συμπαραγωγής. Για παράδειγμα, όταν οι ΗΠΑ πωλούν στη διεθνή αγορά ένα αεροσκάφος, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα επιτρέψουν και την πώληση του συνόλου των όπλων που μεταφέρει.

    Για το λόγο αυτό η εξοπλιστική πίτα είχε μοιραστεί ώστε κανείς να μην έχει παράπονο. Το ποσοστό που παίρνει κάθε χώρα, η οποία διαθέτει πολεμική βιομηχανία, είναι ανάλογο της ισχύος που διαθέτει και του πόσο μπορεί να επηρεάσει το μέλλον της χώρας-πελάτη. Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει πρώτη χώρα στη λίστα τις ΗΠΑ. Οι αμερικανικές εταιρείες από το 1998 μέχρι και το 2003 απέσπασαν το 32% των ελληνικών προμηθειών που αντιστοιχεί σε 5,5 δισ. ευρώ. Αν και το ποσοστό μπορεί να «ακούγεται» μεγάλο, είναι σχετικά μικρό αν σκεφθεί κανείς ότι πριν από 15 χρόνια το ποσοστό των ελληνικών εξοπλισμών που έπαιρναν αμερικανικές εταιρείες έφτανε και το 80%. Οι δύο, και μοναδικές, προμήθειες που υπογράφτηκαν επί Ν.Δ. ήταν μοιρασμένες στη μέση. Το Λέοπαρντ, αν και η προμήθεια έχει χρεωθεί στο ΠΑΣΟΚ, ολοκληρώθηκε επί Ν.Δ., έγινε από γερμανική εταιρεία και τα F-16 BLOCK 52+ σε αμερικανική εταιρεία.

    Η ευρωπαϊκή προοπτική της Ελλάδας και η ένταξή της στην Ε.Ε. δημιούργησε και άλλους πόλους εξάρτησης. Οικονομικά η Ελλάδα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα δρώμενα στην Ευρώπη και τις αποφάσεις των συμβουλίων για ενίσχυση των ασθενέστερων χωρών, τα λεγόμενα κοινοτικά πλαίσια στήριξης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πρόσφατη διαπραγμάτευση για το ύψος του Δ’ ΚΠΣ που αναλογεί στην Ελλάδα. Κορυφαίοι αξιωματούχοι του ΥΕΘΑ επί υπουργίας του κ. Σπηλιωτόπουλου, συνέδεαν το ύψος του Δ’ ΚΠΣ με το EUROFIGHTER. Δήλωναν χαρακτηριστικά: «Αν πάρουμε €20 δις., τότε θα αγοράσουμε το EUROFIGHTER».

    Υπό το κράτος των νέων συσχετισμών και πιέσεων, οι ελληνικές κυβερνήσεις μείωσαν το ποσοστό των ΗΠΑ και μοίρασαν την εξοπλιστική πίτα και στις ευρωπαϊκές χώρες. Την πενταετία 98-03 σε γερμανικές εταιρείες δόθηκαν προμήθειες €3,6 δισ., ποσοστό 21% του συνόλου των αμυντικών δαπανών. Στη Γαλλία το 14%, δηλαδή €2,4 δισ.. Στη Ρωσία ποσοστό 6% που αναλογεί σε €1,04 δισ., στην Ολλανδία και στη Βρετανία ποσοστό 3%, δηλαδή από €523,03 εκατ. Η αναθεώρηση το τρέχοντος ΕΜΠΑΕ 2001-05 και η έγκριση από το ΚΥΣΕΑ του νέου ΕΜΠΑΕ με προβλέψεις πιστώσεων έως το 2015 συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των διεθνών κατασκευαστών οι οποίοι έχουν όπως πάντα κινητοποιήσει τα πανίσχυρα λόμπι στις χώρες τους.

    Η επιχειρηματική-διπλωματική μάχη έχει επικεντρωθεί σήμερα στα μαχητικά αεροσκάφη. Είναι γνωστό ότι έως το 2009-10 θα αποσυρθούν περίπου 100 μαχητικά αεροσκάφη (Α7 και μη αναβαθμισμένα F-4), τα οποία πρέπει σταδιακά να αντικατασταθούν. Ο προγραμματισμός της προηγούμενης κυβέρνησης υπό το βάρος των ευρωπαϊκών πιέσεων ήταν η προμήθεια 4ης γενιάς «EUROFIGHTER» (απόφαση ΚΥΣΕΑ, Μάιος 2001, με υλοποίηση για μετά το 2005 λόγω κόστους). Για την απόφαση αυτή είχαν εκφραστεί έντονες αντιρρήσεις από την τότε αντιπολίτευση και σημερινή κυβέρνηση, κυρίως για τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν.

    Υποκύπτοντας στις αμερικανικές πιέσεις, η κυβέρνηση της Ν.Δ. αγόρασε 30 F-16. Αυτή η κίνηση της ελληνικής κυβέρνησης προκάλεσε την αντίδραση των ευρωπαϊκών κρατών που μετέχουν στην κατασκευή του EUROFIGHTER, καθώς πριν από την υλοποίηση του αεροσκάφους είχε ζητηθεί και είχε διασφαλιστεί η υποστήριξη του προγράμματος από όλες τις χώρες της Ευρώπης. Ταυτόχρονα, πιέζουν με κάθε τρόπο να την ελληνική κυβέρνηση για να προχωρήσει σε διεθνή διαγωνισμό για το νέο αεροσκάφος, με τη συμμετοχή όλων των ευρωπαϊκών αεροσκαφών που υπάρχουν αυτή τη στιγμή (EUROFIGHTER, RAFAL, GRIPPEN). Στρατιωτικοί αναλυτές στα διεθνή φόρα εκφράζουν την ανησυχία τους για το κατά πόσον οι συζητήσεις που έχει η κυβέρνηση, ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Αμυνας το τελευταίο διάστημα, σε διακρατικό επίπεδο, με τη Γερμανία για το EUROFIGHTER, είναι ειλικρινείς και αν επίκειται κάποια συμφωνία για προμήθεια χωρίς διαγωνισμό, με βάση την παλαιότερη απόφαση του 2001. Διπλωματικοί κύκλοι ασχολούμενοι με τις αμυντικές προμήθειες δεν διστάζουν να λένε και να γράφουν στις αναφορές τους ότι η κυβέρνηση της Ελλάδας επιδιώκει να ρίξει στάχτη στα μάτια των Ευρωπαίων εταίρων για το θέμα του EUROFIGHTER.

    Η κυβέρνηση μόλις τώρα δείχνει να συνειδητοποιεί τη δύναμη των διπλωματικών και επιχειρηματικών συμφερόντων, που συνοδεύουν τις μεγάλες αγορές και η αμηχανία της είναι φανερή αφού μιλά για «ανοιχτές διαδικασίες επιλογής» χωρίς να προσδιορίζει: διεθνής διαγωνισμός ή διακρατική συμφωνία; Πάντως σύμφωνα με το νόμο για τις προμήθειες που ψηφίστηκε πρόσφατα, δεν γίνεται απευθείας διαπραγμάτευση με έναν ή περισσότερους ενδιαφερόμενους, εκτός εάν έχουν προκύψει «…αντικειμενικά και απρόβλεπτα γεγονότα». Πάντως, λόγω των συνολικών δυσλειτουργιών που παρουσιάζει ο νόμος, δεν αποκλείεται σύντομα να προβλεφθούν τροπολογίες που Θα του προσθέσουν μεγαλύτερη ευελιξία. Ας ρίξουμε μια ματιά στους διεκδικητές του νέου μαχητικού 4ης γενιάς και πώς χρησιμοποιούν την διπλωματία των εξοπλισμών.

    Οι Γάλλοι, παρά τα προβλήματα παραλαβής με το MIRAGE 2000-5, έχουν αναπτερωμένο ηθικό μετά την απόφαση της Σιγκαπούρης για διατήρηση του RAFALΕ στη διαδικασία επιλογής μαχητικού και αποκλεισμού του EUROFIGHTER, καθώς και την πιθανή απόφαση της Σαουδικής Αραβίας για προμήθεια 50 RAFALΕ. Επικαλούμενοι τις στενές σχέσεις Αθήνας-Παρισιού των τελευταίων 30 ετών, πιέζουν να τεθεί σαφές πλαίσιο. Όπως αναφέρουν οι πληροφορίες, υπάρχει έντονο διπλωματικό παρασκήνιο και παρεμβάσεις πολλαπλών επιπέδων των γάλλων διπλωματών προς την ελληνική κυβέρνηση. Ολα αυτά, συνεπικουρούμενα από ένα ισχυρότατο γαλλικό λόμπι, που δραστηριοποιείται εδώ και χρόνια επί ελληνικού εδάφους. Δεν πέρασε, για παράδειγμα, ασχολίαστη η πρόσφατη κίνηση του αρχηγού του ΓΕΑ Γ. Αυλωνίτη να πετάξει με αεροσκάφος τύπου RAFALΕ.

    Οι Γερμανοί και τα άλλα μέλη της ευρωπαϊκής κοινοπραξίας πιέζουν την κυβέρνηση για απόφαση τώρα, έχοντας τη δυνατότητα διευκόλυνσης της Ελλάδας σε θέματα χρηματοδότησης από το Δ’ ΚΠΣ αλλά και προσφοράς υψηλής και πραγματικής συμπαραγωγής, ενδεχομένως και θετικών παρεμβάσεων για το Κυπριακό. Το γερμνανικό λόμπι κινείται πιο αθόρυβα από των Γάλλων, εξασφαλίζοντας ισχυρούς διαύλους επικοινωνίας με υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη. Λέγεται, μάλιστα, ότι η Αθήνα είχε πει το πρώτο «ναι» όταν ο Κ. Καραμανλής διαπραγματεύτηκε με τον πρώην καγκελάριο Σρέντερ τα ποσά του Δ’ ΚΠΣ για την Ελλάδα.

    Αλλά και οι Σουηδοί έχουν να επιδείξουν αξιόλογη πρόταση με το δικό τους μαχητικό, το «GRIPEN». Οπως υποστηρίζουν οι ίδιοι, είναι κατά πολύ φθηνότερο από το EUROFIGHTER, ετοιμοπαράδοτο από σήμερα και το βασικότερο από όλα είναι ότι προτίθενται να μεταφέρουν σχεδόν ολόκληρη τη γραμμή παραγωγής του αεροσκάφους στην Ελλάδα. Πρόσφατα μάλιστα έκαναν και μια παρουσίαση του αεροσκάφους κατά την οποία αποκάλυψαν ότι δεν τους ζητήθηκε προσφορά για το νέο μαχητικό, διαψεύδοντας τον υπουργό Εθνικής Αμυνας που υποστήριξε ότι δεν υπήρχε άλλο αεροσκάφος ετοιμοπαράδοτο και αυτός ήταν ο λόγος που τον οδήγησε στην απευθείας ανάθεση στο αμερικανικό F-16. Χαρακτηριστική ήταν η δήλωση του διευθυντή πωλήσεων του σουηδικού αεροσκάφους ότι «…μπορούσε να παραδοθεί συντομότερα από το αμερικανικό, με όλα τα όπλα που θέλει η ελληνική κυβέρνηση, χωρίς περικοπές συστημάτων που έκαναν οι Αμερικανοί και φυσικά με πρόσβαση από τους Ελληνες τεχνικούς σε όλα τα λογισμικά συστήματα του αεροσκάφους, κάτι που δεν επιτρέπουν οι Αμερικανοί».

    Παράλληλα, τόσο στο Πολεμικό Ναυτικό, όσο και στον Στρατό Ξηράς, η Ελλάδα έχει ήδη πραγματοποιήσει μια πολύ μεγάλη στροφή προς την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Είναι χαρακτηριστικό ότι, για πρώτη φορά, σήμερα, δεν υπάρχουν αμερικανικές μονάδες στο Στόλο, καθώς και ότι τα νέα άρματα μάχης και τα νέα υποβρύχια της χώρας είναι γερμανικά, με μόνη την Πολεμική Αεροπορία να είναι ακόμα προσανατολισμένη κατά κύριο λόγο προς την αμερικανική πλευρά, αν και είμαστε προ των πυλών της μεγάλης μάχης για το επόμενο αεροσκάφος 4ης γενιάς. Όμως, η Ελλάδα, δεν έχει καταφέρει να κεφαλαιοποιήσει στο παραμικρό αυτή τη μεγάλη της στροφή προς τους ευρωπαϊκούς εξοπλισμούς, ούτε σε επίπεδο αμυντικής βιομηχανίας, ούτε, πολύ περισσότερο, πολιτικά. Οι στόχοι των κατασκευαστών και των κυβερνήσεών τους είναι σαφείς. Ασαφές όμως παραμένει το αν η κυβέρνηση διαθέτει στόχους σε διπλωματικό επίπεδο, τους οποίους θα εξυπηρετήσει με τις επιλογές της στα εξοπλιστικά, και κατά πόσο θα μπορέσει να διατηρήσει τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ των εταίρων, φίλων και συμμάχων.

    http://opinion24.gr/economy/item/3420-το-colpo-grosso-των-εξοπλισμών-πως-σπαταλήθηκαν-δεκάδες-δισ-για-αχρείαστα-όπλα-επί-σημίτη

  3. Σιωπή για τη δικογραφία «φωτιά» – Μόνο σε 4 χρόνια απευθείας αναθέσεις 4,5 δισ. ευρώ (Δείτε αναλυτικά τα ποσά)
    4-09-2015 – 12:29μμ

    Ασυγκίνητο άφησε το ελληνικό κοινοβούλιο, η ογκωδέστατη δικογραφία που αναζητά ευθύνες από 4 υπουργούς Εθνικής Άμυνας, η οποία διαβιβάστηκε αρμοδίως στο γραφείο της Προέδρου της Βουλής στις 11 Φεβρουαρίου 2015.

    Η δικογραφία συντάχθηκε από τον Αντεισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, Δημήτρη Ζαφειρόπουλο, μετά από καταγγελίες στην τηλεοπτική εκπομπή «Απαγορευμένη Ζώνη» στο «Κανάλι Ε» στις 21 Ιανουαρίου του 2014. Οι καταγγελίες αφορούσαν τις διαδικασίες προμήθειας οπλικών συστημάτων για τις Ένοπλες Δυνάμεις, οι οποίες, όπως αναφέρει το έγγραφο των Επίκουρων Εισαγγελέων Διαφθοράς, εντοπίζονται στις περιόδους όπου Υπουργοί Εθνικής Άμυνας ήταν οι Άκης Τσοχατζόπουλος, Γιάννος Παπαντωνίου, Ευάγγελος Μεϊμαράκης και Ευάγγελος Βενιζέλος.

    Oι εισαγγελείς την παράπεμψαν τη δικογραφία στη Βουλή λειτουργώντας σύμφωνα με το νόμο 316/2003, για την ποινική ευθύνη των υπουργών, ο οποίος προβλέπει ότι «δεν επιτρέπεται η προκαταρκτική εξέταση, ποινική δίωξη, προανάκριση ή ανάκριση κατά υπουργού χωρίς προηγούμενη απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής». Σύμφωνα με το νόμο, εάν κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, προκύψουν αξιόποινα στοιχεία σε βάρος υπουργών, διαβιβάζονται στο κοινοβούλιο για να ακολουθηθεί η διαδικασία. Eπίσης σύμφωνα με τον ίδιο νόμο δεν επιτρέπεται στους εισαγγελείς που διενεργούν την έρευνα, η αξιολόγηση των στοιχείων που αφορούν στην υπόθεση.

    Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ξένη Δημητρίου-Βασιλοπούλου, εφαρμόζοντας το νόμο, υπέβαλε χωρίς αξιολόγηση, την ποινική δικογραφία κατά των πρώην υπουργών, στις 3 Φεβρουαρίου του 2015, στην Πρόεδρο της Βουλής και τον υπουργό Δικαιοσύνης.

    Η έρευνα των εισαγγελέων, σε μία δικογραφία που αφορά 4 υπουργούς και ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα των τελευταίων ετών, «σκάλωσε» στους εκπροσώπους του ελληνικού λαού, καθώς είτε δεν υπήρξε πρωτοβουλία από κανένα κόμμα για να διερευνήσει υποθέσεις που έχουν κοστίσει δισεκατομμύρια ευρώ στο ελληνικό δημόσιο, είτε δεν δόθηκε η ευκαιρία στα κόμματα να διεκδικήσουν τη διερεύνηση του σκανδάλου και αυτό παραμένει ένα από τα βασικά ερωτήματα της υπόθεσης, το οποίο οφείλει να απαντηθεί.

    Απευθείας αναθέσεις δισεκατομμυρίων

    Η δικογραφία περιλαμβάνει συμβάσεις για τα εξοπλιστικά που αφορούν μία μεγάλη χρονική περίοδο, από τις οποίες κάποιες δόθηκαν στους αναδόχους με απευθείας αναθέσεις. Το altsantiri.gr αποκαλύπτει ότι μόνο για την περίοδο 1999-2003, έγιναν απευθείας αναθέσεις για εξοπλιστικές συμβάσεις ύψους 4,4 δισ. ευρώ.

    Πιο συγκεκριμένα και σύμφωνα με τα στοιχεία που φέρνει στο φως της δημοσιότητας το altsantiri, οι απευθείας αναθέσεις αφορούν τις ακόλουθες συμβάσεις:

    τίτλος ημερομηνία κόστος
    Ναυπήγηση 4 Κανονιοφόρων τύπου ΜΑΧΗΤΗΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1999 192.145.940
    Ναυπήγηση 1 Πλοίου Γενικής Υποστήριξης ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2000 168.000.000
    Ναυπήγηση 5 Πυραυλακάτων τύπου SUPER VITA ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2000 734.723.460
    Πρόσκτηση 3 Αερόστρωμνων πλοίων τύπου ZUBR ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2000 168.000.000
    Ναυπήγηση 4 Υποβρυχίων τύπου 214 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2000 1.712.385.202
    Πρόσκτηση 4 Φρεγατών από το Ολλανδικό Ναυτικό ΙΟΥΝΙΟΣ 2001 146.377.920
    Εκσυγχρονισμός Μέσης Ζωής 3 Υποβρυχίων τύπου ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΜΑΙΟΣ 2002 821.792.170
    Πρόγραμμα Εκσυγχρονισμού Μέσης Ζωής Φρεγατών τύπου S ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2003 381.578.580
    Εκσυγχρονισμός Μέσης Ζωής 4 ΤΠΚ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2003 111.041.897
    ΣΥΝΟΛΟ 4.436.045.169

    Η νέα αποκάλυψη του altsantiri.gr, ότι σε μία μικρή χρονικά περίοδο υπήρξαν απευθείας αναθέσεις ύψους σχεδόν 4,5 δισ. ευρώ, αποτελεί μόνο ένα μικρό μέρος του συνόλου των υπό διερεύνηση τυχόν σκανδάλων στα εξοπλιστικά. Όπως έγραψε η εφημερίδα Δημοκρατία, σύμφωνα με τις καταγγελίες του Δημοσθένη Μπακόπουλου, ο οποίος είχε διατελέσει ειδικός επιστημονικός συνεργάτης στα γραφεία του υπουργού Εθνικής Άμυνας και του υφυπουργού Άμυνας από το 2009 έως το 2012, αυτή την περίοδο «έγινε διασπάθιση του δημόσιου χρήματος και δίνονταν «δωράκια» για να υπογραφούν συμβάσεις εξοπλιστικών προγραμμάτων πολλών δισεκατομμυρίων. Μόνο το έτος 2009 υπογράφηκαν συμβάσεις 9 δισεκατομμυρίων ευρώ, ενώ όπως είχε σημειώσει ο κ. Μπακόπουλος, οι αμυντικές δαπάνες ευθύνονται για το 25% του εξωτερικού δημόσιου χρέους της χώρας» τονίζει η εφημερίδα.

    Προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι ενώ σε αυτή την κοινοβουλευτική περίοδο, υπήρξε έντονη κινητικότητα με επιτροπές για το Δημόσιο Χρέος και τη διαγραφή του, κινητικότητα για τις γερμανικές αποζημιώσεις, εξεταστικές για το μνημόνιο, καταγγελτικός λόγος από την πρόεδρο της Βουλής για όλα τα σκάνδαλα, πραγματικά ή φανταστικά, αυτή η δικογραφία παρέμεινε στο «σκοτάδι» και μία ημέρα μετά από την αποκάλυψή της, οι εμπλεκόμενοι επιλέγουν να μην δίνουν απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα που σχετίζονται με αυτή την υπόθεση.

    http://www.altsantiri.gr/politika/siopi-gia-ti-dikografia-fotia-pou-anazita-efthines-apo-4-ipourgous-ethnikis-aminas-mono-se-4-chronia-apefthias-anathesis-45-dis-evro/

  4. Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

    Από τον Θεόδωρο Τσουκάτο στον Άκη Τσοχατζόπουλο. Η ανατομία της εθιμικής θέσμισης της συστημικής ελληνικής πολιτικής διαφθοράς. (Μια απάντηση στις παραδοξολογίες του κ. Νάσου Βαγενά).

    Οι παραπάνω εικονιζόμενες υπογραφές των μελών του Κυβερνητικού Συμβούλιου Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥΣΕΑ), δια των οποίων εγκρίθηκαν και στην συνέχεια υλοποιήθηκαν κάποια από τα επίμαχα εξοπλιστικά προγράμματα (και ατύπως, αλλά ουσιωδώς και οι μίζες που συνόδευαν αυτά τα προγράμματα), κατά την περίοδο 1996 – 2000, που υπουργός Εθνικής Άμυνας ήταν ο Άκης Τσοχατζόπουλος και πρωθυπουργός ο Κώστας Σημίτης, είναι περισσότερο από προφανές ότι δεν τέθηκαν τυχαία, ούτε με την απλή καλή πίστη εκείνων, που έβαλαν τις υπογραφές τους στα πεπραγμένα του, τότε, υπουργού Εθνικής Άμυνας και των πολιτικών και στρατιωτικών συμβούλων του, προκειμένου να πραγματοποιηθούν αυτές οι αγορές.

    Ο υπόδικος, για διακίνηση μαύρου πολιτικού χρήματος και προφυλακισμένος στις φυλακές Κορυδαλλού, πρώην υπουργός (και παρ’ ολίγον, πρωθυπουργός) Άκης Τσοχατζόπουλος ζητάει, για 4η φορά, να κληθούν, ως μάρτυρες υπεράσπισής του, όλα τα μέλη του ΚΥΣΕΑ, δηλαδή ο, τότε, πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης και οι υπουργοί, οι οποίοι συνυπέγραψαν την έγκριση της αγοράς των συγκεκριμένων εξοπλιστικών προγραμμάτων, από τις μίζες των οποίων έρευσε το μαύρο χρήμα, για την διακίνηση του οποίου κατηγορείται ο Άκης Τσοχατζόπουλος.

    Ζητώντας την κλήση της, τότε, ηγετικής νομενκλατούρας του ΠΑΣΟΚ, η οποία κατείχε τα κρίσιμα υπουργικά πόστα (Θεόδωρος Πάγκαλος, Αλέκος Παπαδόπουλος κλπ) και του τότε πρωθυπουργού, ο οποίος ήταν και ο αρχηγός του, τότε, κυβερνώντος (και τώρα συγκυβερνώντος) κόμματος, ο Τσοχατζόπουλος δεν προσπαθεί, απλώς και μόνον, να παραπλανήσει την δικαιοσύνη και να στρέψει την προσοχή των δικαστών και του κοινού, σε άλλες κατευθύνσεις. Ο, τότε, υπουργός Εθνικής Άμυνας επιθυμεί, με την κίνησή του αυτή, να υπενθυμίσει και να καταδείξει το πασίγνωστο γεγονός ότι όλοι όσοι συνυπέγραφαν την έγκριση των συγκεκριμένων οπλικών συστημάτων, ήξεραν πολύ καλά ότι αυτή η έγκριση συνοδευόταν και από μίζες, οι οποίες αποτελούνταν από μαύρο χρήμα, το οποίο καλούνταν να πληρώσει το ελληνικό δημόσιο, αφού, στην τελική τιμή αγοράς αυτών των εξοπλισμών, περιλαμβάνονταν και αυτές οι σκοτεινές και κάτω από το τραπέζι πληρωμές, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν, μέσα από μια δαιδαλώδη διακίνησή τους, σε μια σειρά παρένθετα πρόσωπα και εταιρίες offshore. Αυτή η κίνηση του Άκη Τσοχατζόπουλου, φυσικά, δεν αποσκοπεί, απλώς και μόνον, στο να εκθέσει τον Κώστα Σημίτη και την πασοκική νομενκλατούρα εκείνης της εποχής, αποδεικνύοντας ότι όλοι τους γνώριζαν την ύπαρξη των μιζών, που συνόδευαν τις αγορές των εξοπλισμών, που ενέκριναν στο ΚΥΣΕΑ. Το θέμα δεν είναι, απλώς, φιλολογικό, ούτε μόνον ένας πολιτικάντικος χειρισμός επιμερισμού της πολιτικής ευθύνης όλων τους.

    Άκης Τσοχατζόπουλος – Κώστας Σημίτης – Γιώργος Παπανδρέου στις παλιές “καλές” εποχές. Είναι προφανές ότι ο πρώην υπουργός Άμυνας δεν πρόκειται να μείνει με σταυρωμένα χέρια…

    Ο Άκης Τσοχατζόπουλος, με αυτή του την κίνηση, θέλει να υποδείξει ότι ο Κώστας Σημίτης και η τότε ηγετική νομενκλατούρα του ΠΑΣΟΚ ήσαν γνώστες, όχι μόνον της ύπαρξης των μιζών, που συνόδευαν αυτούς τους εξοπλισμούς, αλλά, επίσης, γνώριζαν και το γεγονός ότι οι μίζες αυτές δεν ήσαν, απλώς, προσωπικές μίζες, που εισέπραξε ο ίδιος ο Άκης και η πολιτικοστρατιωτική παρέα του, αλλά ήσαν μίζες, οι οποίες είχαν και κομματική χροιά και συνοδεύονταν από την εισροή μαύρου πολιτικού χρήματος και στα κομματικά ταμεία του ΠΑΣΟΚ, διεκδικώντας ο ίδιος ο πρώην υπουργός Εθνικής Άμυνας τον ρόλο του άτυπου κομματικού ταμία.

    Έτσι, λοιπόν, ο στόχος του Άκη Τσοχατζόπουλου εντοπίζεται στην απόδειξη της άμεσης εμπλοκής, σε προσωπικό επίπεδο, του Κώστα Σημίτη και της ηγετικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ στην υπόθεση των μιζών από τα εξοπλιστικά προγράμματα που, επί της εποχής του, στο υπουργείο Εθνικής Αμύνης, εγκρίθηκαν και υλοποιήθηκαν και τα οποία ανέρχονται σε 12 στον αριθμό (τα περισσότερα των οποίων δεν έχουν κάν ερευνηθεί, μέχρι σήμερα). Και φυσικά, ο Άκης Τσοχατζόπουλος δεν έχει άδικο, που πράττει, όσα πράττει, ούτε έχει άδικο, σε όσα υποδεικνύει.

    Το ίδιο το γεγονός ότι ο τότε πρωθυπουργός και οι υπουργοί, που συμμετείχαν στο ΚΥΣΕΑ, γνώριζαν ότι υπήρχαν μίζες και ροή μαύρου χρήματος, πίσω από την έγκριση των συγκεκριμένων εξοπλισμών, που οι ίδιοι ενέκριναν, βοηθώντας τα μέγιστα στην υλοποίησή τους, αποτελεί επαρκή και πλήρη απόδειξη του γεγονότος ότι γνώριζαν πως, μέρος του μαύρου αυτού χρήματος, θα κατευθύνονταν στα ταμεία του ΠΑΣΟΚ, αφού ουδείς συμμετέχει, σε αυτές τις διαδικασίες, ούτε βάζει την υπογραφή του, σε τόσης σοβαρότητας αγορές, μέσω των οποίων πλουτίζουν άλλοι και χωρίς, μάλιστα, οι συμμετέχοντες και υπογράφοντες την έγκριση αυτών των αγορών να έχουν κάποιο προσωπικό όφελος. Προφανές, λοιπόν, είναι, για όσους γνωρίζουν το πως λειτουργεί το εγχώριο πολιτικό σύστημα, ότι όλοι τους, όχι μόνον γνώριζαν την ύπαρξη των μιζών και του μαύρου πολιτικού χρήματος, που τις συνόδευε, αλλά είχαν και ένα προσωπικό όφελος, από την όλη διαδικασία, το οποίο προσδιορίζεται στο γεγονός ότι οι μίζες, αυτού του είδους, τροφοδοτούν, όχι μόνο τον συγκεκριμένο (και τον εκάστοτε) υπουργό, αλλά και το κόμμα. Και ότι αυτές οι συγκεκριμένες μίζες, για τις οποίες τέθηκαν οι υπογραφές, που ενέκριναν τα εξοπλιστικά προγράμματα, τα οποία αυτές οι μίζες συνόδευαν, ήσαν και κομματικές μίζες, γεγονός το οποίο ήταν, σε πλήρη γνώση αυτών που έβαλαν τις υπογραφές τους και ως εκ τούτου, οι εν λόγω μίζες συνδέονταν, δι’ αυτού του τρόπου και με το προσωπικό συμφέρον εκείνων που έβαζαν τις υπογραφές τους στις αποφάσεις του ΚΥΣΕΑ, για την αγορά των συγκεκριμένων εξοπλισμών, αφού αυτό το μαύρο χρήμα, που εισέρεε στα κομματικά ταμεία, βοηθούσε τον τότε πρωθυπουργό και τους υπουργούς στην διατήρηση της κυβερνητικής εξουσίας, δίνοντάς τους ένα σημαντικό πλεονέκτημα, έναντι των πολιτικών τους αντιπάλων και αύξανε τις δυνατότητές τους, για την χειραγώγηση του εκλογικού σώματος και της ελληνικής κοινωνίας.

    Ο παμπόνηρος Θεόδωρος Πάγκαλος δήλωσε ότι ήξερε πως έπεφταν μίζες στα εξοπλιστικά προγράμματα, αλλά λέει πως δεν είχε στοιχεία. Βέβαια, αυτό δεν τον απαλλάσσει από τις βαριές του ευθύνες, αφού είναι προφανές ότι γνώριζε περισσότερα από όσα λέει ότι γνώριζε. Αυτή του η δημόσια τοποθέτηση, όμως, παραπέμπει, αυτοδίκαια, στον πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη και στα άλλα μέλη του ΚΥΣΕΑ. Ο τότε πρωθυπουργός δεν γνώριζε αυτό που γνώριζε ο υπουργός του, ο Θεόδωρος Πάγκαλος; Προφανώς και γνώριζε. Και οι άλλοι υπουργοί, που ήσαν μέλη του ΚΥΣΕΑ και έβαλαν τις υπογραφές τους, δεν γνώριζαν αυτό που γνώριζε ο συνάδελφός τους; Προφανώς και γνώριζαν…

    Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός, τον οποίον προέβαλε, πολύ αργότερα, ο Θεόδωρος Πάγκαλος, που συμμετείχε, τότε, στο ΚΥΣΕΑ, το οποίο ενέκρινε την αγορά αυτών των εξοπλιστικών προγραμμάτων και ο οποίος ισχυρισμός συνίστατο, εις το ότι “γνώριζα ότι έπεφταν μίζες από αυτές τις αγορές, αλλά δεν είχα στοιχεία”, είναι ένας μη πειστικός και ουσιαστικώς, παιδαριώδης ισχυρισμός, ο οποίος δεν αντέχει εις την βάσανο της απλής και της κοινής λογικής. Τα πράγματα στην συγκεκριμένη υπόθεση είναι περισσότερο απλά και συμβαδίζουν με την κοινή λογική.

    Οι μίζες που πήρε ο Άκης Τσοχατζόπουλος είναι, εκ των πραγμάτων, σαφές ότι δεν ήσαν, μόνον, για τον εαυτό του. Δεν λειτουργεί έτσι, ανοργάνωτα, το, θεσμικά και συστημικά, διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα της χώρας. Οι μίζες αυτές προορίζονταν, κατά ένα μέρος τους και για το κομματικό ταμείο του ΠΑΣΟΚ, όπως γίνεται με όλες τις μεσαίες και μεγάλες (αλλά και πολλές από τις “μικρές”) αγορές, που κάνει το ελληνικό δημόσιο, υπό οιαδήποτε μορφή του.

    Τόσο απλά είναι τα πράγματα και δεν χρειάζεται να έχει κάποιος υψηλό IQ, προκειμένου να αντιληφθεί αυτή την πραγματικότητα, αφού οποιαδήποτε άλλη εκδοχή, η οποία θέλει να καταστήσει τους άλλους μετέχοντες στο ΚΥΣΕΑ, που πήρε αυτές τις αποφάσεις και ενέκρινε την αγορά αυτών των εξοπλιστικών προγραμμάτων, μη κοινωνούς στις μίζες, που έπεσαν εκείνη την εποχή, ως αποτέλεσμα και απόρροια αυτών των αποφάσεων, προϋποθέτει την παραδοχή ότι οι συμμετέχοντες στο ΚΥΣΕΑ υπουργοί ήσαν άσχετοι, αφελείς, ευκολόπιστοι, αδιάφοροι για το συμφέρον τους και βλάκες. Μια παραδοχή, που φυσικά δεν ισχύει.

    Αφορμή για την παρούσα αναφορά στην ενδημική και εθιμικώς, θεσμικά κατοχυρωμένη συστημική διαφθορά της ελληνικής πολιτικής τάξης, μέσα από τις δωσοληψίες της, με την εγχώρια οικονομική και την διεθνή πολιτικοοικονομική ελίτ, μου έδωσε μια συζήτηση που έλαβε χώρα αυτές τις ημέρες (13 και 14 Ιουλίου 2012) στην “Αριστερή Στρουθοκάμηλο”, γύρω από την συνέντευξη του Νάσου Βαγενά στο tvxs.gr και στην Κρυσταλία Πατούλη, η οποία συνέντευξη αναδημοσιεύτηκε στο μπλογκ αυτό, με τίτλο : “Νάσος Βαγενάς: Θα αποτρέψουμε τα χειρότερα και θα βάλουμε τις βάσεις για μιαν έξοδο από τη σημερινή κατάσταση μόνο αν η χώρα μας ανακτήσει τη διεθνή αξιοπιστία της. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς μεταρρυθμίσεις” http://aristeristrouthokamilos.blogspot.gr/2012/07/blog-post_7936.html και αφορούσε, ανάμεσα στα άλλα, τις ανοησιολογούσες παραδοξολογίες του εν λόγω κυρίου, γύρω από την διαφθορά της ελληνικής πολιτικής ελίτ και την εκτεταμένη και συστηματικοποιημένη παράνομη δωροληπτική συμπεριφορά της, την οποία, όμως, έχει καταστήσει, εθιμικώς μια, πολιτικά και κοινωνικά, ανεκτή, έως αποδεκτή, συμπεριφορά των μελών της, τα οποία αυτή η ελίτ προστατεύει, με πάθος και περισσό ζήλο, όταν αυτά εκτεθούν.

    Στις ανοησιολόγες παραδοξολογίες του κ. Νάσου Βαγενά, απήντησα, σχολιαστικά και εκτεταμένα και πολύ δηκτικά. Ας δούμε και εδώ το περιεχόμενο αυτής της απάντησης :

    “Πού πας, ρε Γιώργο και τους βρίσκεις αυτούς τους απίθανους τύπους, σαν τον κ. Βαγενά!

    Πολλά τα ξεκαρδιστικά, μέσα σε όσα λέει. Δεν θα ασχοληθώ, με αυτά της “πρώτης γραμμής”. Θα πιάσω τα “δευτερεύοντα” :

    Τι λέει για (ένα μέρος από) τα χρήματα, που πήρε ο Τσουκάτος από την SIEMENS; Δεν ξέρει αν τα έβαλε στην τσέπη του;

    Πάει καλά ο τύπος, ή καμώνεται τον ανήξερο; Ή προσπαθεί να μας πει ότι (ένα μεγάλο μέρος από) τα χρήματα αυτά πήγαν στην τσεπούλα του ΠΑΣΟΚ του κ. Κώστα Σημίτη – του τωρινού αφανούς συμμάχου της ΔΗΜΑΡ;

    Τι λέει για τις μίζες που πήρε ο Τσοχατζόπουλος; Ότι το έγκλημά του ήταν μεγαλύτερο από εκείνο του Τσουκάτου; Και γιατί, δηλαδή; Επειδή υποτίθεται ότι οι μίζες του Τσοχατζόπουλου πήγαν μόνο στην τσέπη του ιδίου του Άκη και όχι του κόμματος;

    Τι αμετροεπείς βλακείες που εκστομίζει ο κυρ-Νάσος; Και που το είδε ότι οι μίζες που πήρε ο Τσοχατζόπουλος δεν ήσαν και κομματικές μίζες;

    Ας πούμε μερικά αυτονόητα πράγματα, που βγαίνουν, άλλωστε και από τα, μερικώς, δημοσιευμένα ημερολόγια του Άκη : Οι μίζες των εξοπλισμών ήσαν και κομματικές μίζες. Δεν ήσαν, μόνον, προσωπικές μίζες για τον Άκη και την παρέα του (Σμπώκος, κλπ). Ούτε ήσαν μίζες, που πήγαν, μόνο, σε αξιωματικούς – που πολλοί από αυτούς ήσαν και βαποράκια. (Ένας από τους “πόνους”, που είχε, άλλωστε, ο Άκης με τα δεσμευμένα χρήματα, που διακινούσε ο Σμπώκος και οι λοιποί, αφορούσε το ότι τα λεφτά αυτά έπρεπε να αποδεσμευτούν, “για να πάνε εκεί που πρέπει”, γράφει ο πρώην υπουργός στο ημερολόγιό του).

    Τέτοιες βλακείες λέει ο Βαγενάς και εκτίθεται ανεπανόρθωτα, επιχειρηματολογώντας, με το ίδιο πάθος, που επιχειρηματολογούσαν και οι εντόπιοι Quislings, κατά την διάρκεια της αλήστου μνήμης Κατοχής, στην δεκαετία του 1940.

    Περισσότερη ψυχραιμία και νηφαλιότητα δεν θα τον έβλαπτε. Αλλά, πού να την βρει την νηφαλιότητα και πού να την βρει την ψυχραιμία! Κομμάτι δύσκολο, στην εποχή μας, στην οποία η εγχώρια και η διεθνής μπατιροτραπεζοκρατία και οι υπηρέτες της, μέσα στην πολιτική και την ευρύτερη πνευματική ελίτ, έχει πάρει το επάνω χέρι στον ιδεολογικό τομέα και έχει γεμίσει τα κεφάλια του κόσμου, με έναν τεράστιο κουβά με σκατά.

    Και το κεφάλι του κυρ-Νάσου δεν έχει αποφύγει αυτού του είδους την γέμιση, όπως αποδεικνύουν οι σοβαροφανείς, αλλά συνάμα, γραφικοί και παραληρηματοειδείς ισχυρισμοί του…

    Καταλαβαίνω (ή τουλάχιστον προσπαθώ να καταλάβω) τον θυμό σου. Και φυσικά αποδέχομαι ότι είμαι πολύ σκληρός, πολλές φορές, με τους συγγραφείς των άρθρων που δημοσιεύονται (ή αναδημοσιεύονται) στην “Αριστερή Στρουθοκάμηλο” – και όχι μόνο σε αυτήν. Οι εκφράσεις μου μπορεί να είναι (και είναι) βαριές, αλλά σημασία έχει το αν αδικούν τους συγγραφείς.

    Επίσης, δέχομαι ότι πολλές φορές προσβάλλω τους συγγραφείς (περισσότερο τους ισχυρισμούς τους και την επιχειρηματολογία τους και λιγότερο τους ίδιους), όταν διαπιστώσω (ή θεωρώ) ότι η επιχειρηματολογία τους δεν στηρίζεται σε κάποιες – εσφαλμένες κατ’ εμέ – πεποιθήσεις τους, αλλά αποτελεί εργαλείο προπαγάνδισης κάποιων συμφερόντων, τα οποία εξυπηρετούνται από αυτή την επιχειρηματολογία, η οποία, φυσικά, δεν είναι μια απλή περιγραφή της πραγματικότητας, όπως την καταλαβαίνει ο όποιος αρθρογράφος. Σημασία και σε αυτή την περίπτωση, έχει το εάν αδικώ, ή όχι, τους συγγραφείς. Και τούτο διότι, εάν δεν τους αδικώ, πράττω καλώς. Και εάν τους αδικώ, τότε, προφανώς, σφάλλω.

    Θα προσπαθήσω, λοιπόν, να δω μήπως τους έχω αδικήσει. Και εάν το διαπιστώσω, είναι προφανές ότι θα ανακαλέσω, όχι για να σε ικανοποιήσω, ή να ικανοποιήσω εκείνους, αλλά διότι, έτσι πρέπει. Διότι αυτό είναι το σωστό και το αρμόζον.

    Μήπως, λοιπόν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, αδίκησα τον κ. Βαγενά; Θα προσπαθήσω να το επανεξετάσω. Για να ξαναδούμε αυτά που είπε εκείνος και αυτά που έγραψα εγώ, γύρω από αυτά που είπε.

    Όπως προανέφερα, δεν ασχολήθηκα, με τα “πρώτης γραμμής” θέματα, στα οποία αναφέρθηκε ο κ. Βαγενάς. Ούτε με τους ύμνους του στο Μνημόνιο, ούτε με την – εν πολλοίς άδικη και μη εδραζόμενη σε ουσιωδώς σημαντικά ζητήματα – επίθεσή του στην ελληνική κοινωνία, η οποία έγινε, προκειμένου να δικαιώσει έναν κακογερασμένο και θνήσκοντα “ευρωπαϊσμό” και μια “Ευρώπη”, η οποία μας έχει αδικήσει (όσο και αν αυτό, πεισμόνως, το αρνείται ο κ. Βαγενάς). Δεν ήταν αυτή η προτεραιότητά μου στον σχολιασμό, που αποφάσισα να κάνω σε αυτή την αναδημοσιευμένη συνέντευξη του κ. Βαγενά. Και τούτο επειδή είδα άλλου είδους παραδοξολογικούς ισχυρισμούς, μέσα σε όσα είπε ο κ. Βαγενάς, όσον αφορά την πολιτική διαφθορά και τις ηθικές διαβαθμίσεις της, τους οποίους ισχυρισμούς έκρινα ότι ήσαν απαράδεκτοι, όπως, επίσης, έκρινα ότι ήσαν, άκρως, επικίνδυνες οι ηθικές διαβαθμίσεις, στις οποίες προέβαινε ο συνεντευξιαζόμενος, ο οποίος, έτσι όμως, χωρίς, πιθανόν, να το αντιλαμβάνεται, κονιορτοποιούσε το ηθικό υπόβαθρο της επιχειρηματολογίας του, αποδεικνύοντας ότι αυτή η επιχειρηματολογία δεν είχε μια βιωματική σχέση, με τον ίδιο, αλλά είχε εργαλειοποιηθεί, προκειμένου να στηρίξει τις πολιτικές και τις όποιες άλλες επιλογές του.

    Ασχολήθηκα, λοιπόν, με “δευτερεύοντα” θέματα, με τα οποία καταπιάστηκε (ανεπιτυχώς και ατυχώς για τον ίδιο) ο κ. Βαγενάς. Ασχολήθηκα, δηλαδή, με τις περιπτώσεις διαφθοράς του Θεόδωρου Τσουκάτου και του Άκη Τσοχατζόπουλου και τα όσα ανέφερε, γι’ αυτές τις περιπτώσεις ο κ. Βαγενάς. Για να θυμηθούμε, λοιπόν, το τι είπε ο εν λόγω κύριος, αναφερόμενος στις περιπτώσεις διαφθοράς, στις οποίες μπλέχθηκαν, αυτοβούλως και πρωταγωνίστησαν τα δύο στελέχη του ΠΑΣΟΚ :

    Ο κ. Νάσος Βαγενάς ισχυρίζεται ότι υπάρχουν και πολιτικοί, μέσα στα καθεστωτικά κόμματα της δεξιάς και της αριστεράς, που δεν έχουν κλέψει. Αλλά και μόνον η ύπαρξη ροών μαύρων χρημάτων στα ταμεία των κομμάτων τους, τα οποία μαύρα χρήματα δίνουν πλεονέκτημα στα κόμματά τους και στους ίδιους, προκειμένου να απολαμβάνουν τα αγαθά και τα προνόμια της εξουσίας – και όλα αυτά, μάλιστα, να συμβαίνουν, εν γνώσει τους – αποδεικνύει το αβάσιμο και την σαθρότητα αυτού του ισχυρισμού. Πολλά συγχωροχάρτια δίνει ο “ευρωπαϊστής” κ. Βαγενάς, σε αυτές τις περιπτώσεις, που αποδεικνύουν την συλλογική και συστημική διαφθορά του κατεστημένου πολιτικού συστήματος της χώρας, οι οποίες περιπτώσεις χρήζουν ποινικής διερεύνησης. Αυτό, προφανώς, το πράττει, επειδή και στην Εσπερία, τα πράγματα στον τομέα της πολιτικής διαφθοράς, δεν είναι καθόλου διαφορετικά, από ό,τι είναι στην χώρα μας. Γεγονός το οποίο, μαζί με πολλά άλλα, διαψεύδει και την διαδεδομένη πεποίθηση ότι η ύπαρξη της εκτεταμένης διαφθοράς του ελληνικού πολιτικού συστήματος (ή/και της ελληνικής κοινωνίας) ευθύνεται για την έλευση της παρούσας αποδομητικής οικονομικής κρίσης, που διέρχεται η Ελλάδα.

    “Οι πολιτικοί θα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρότερα απ` ό,τι οι πολίτες. Όχι μόνο οι πολιτικοί, αλλά να τιμωρούνται και τα κόμματα, όταν οι μίζες πηγαίνουν σε αυτά. Αλλά, βέβαια, όλες οι περιπτώσεις διαφθοράς δεν είναι ίδιες. Το έγκλημα του Τσοχατζόπουλου είναι πολύ βαρύτερο από το έγκλημα του Τσουκάτου, για τον οποίο δεν είμαι βέβαιος ότι οι μίζες πήγαιναν στην τσέπη του και ότι δεν πήγαιναν στα ταμεία του ΠΑΣΟΚ. Και οι περιπτώσεις διαφθοράς των πολιτών δεν είναι όλες του ίδιου βαθμού…”

    Αυτά μας είπε ο κ. Νάσος Βαγενάς, για τις περιπτώσεις διαφθοράς Τσουκάτου και Τσοχατζόπουλου. Για να δούμε, τώρα, εάν τον αδικώ.

  5. ΣΥΝΕΧΕΙΑ

    Η επιχειρηματολογία του κ. Βαγενά, που διαφοροποιεί, ηθικά, την περίπτωση της διαφθοράς του Θεόδωρου Τσουκάτου, σε σχέση με την περίπτωση της διαφθοράς του Άκη Τσοχατζόπουλου, χαρακτηρίζοντας βαρύτερη την περίπτωση Τσοχατζόπουλου, από την περίπτωση Τσουκάτου, εδράζεται σε μια σαθρή ηθική και πραγματολογική βάση (και αυτό το γνωρίζει – ή οφείλει να το γνωρίζει – ο κ. Βαγενάς). Και η βάση έδρασης της επιχειρηματολογίας του εν λόγω κυρίου είναι σαθρή διότι, πρώτ’ απ’ όλα, εισάγει, ως κριτήριο της βαρύτητας μιας πράξης πολιτικής διαφθοράς, την υπόθεση (αληθή ή μη – εδώ, για να προχωρήσει η συζήτηση, ας δεχθούμε, ως υπόθεση εργασίας, ότι είναι αληθής), που έχει να κάνει με το, εάν μια πράξη παθητικής δωροδοκίας – ή επιθετικής δωροληψίας (όρος ο οποίος είναι περισσότερο δόκιμος) – αποφέρει προσωπικά χρηματικά κέρδη στον παράνομο δωρολήπτη, ή εάν αυτά τα χρηματικά κέρδη πηγαίνουν κάπου αλλού – δηλαδή, σε ένα συλλογικό πολιτικό όργανο, στο οποίο μετέχει ο δωροδοκούμενος. Δηλαδή στο πολιτικό κόμμα, του οποίου είναι μέλος. Έτσι, για τον κ. Βαγενά, εκείνος ο πολιτικός που χρηματίζεται, χάριν κάποιου πολιτικού κόμματος πρέπει να έχει διαφορετική και φυσικά καλύτερη αντιμετώπιση, από τον όποιο πολιτικό χρηματίζεται, μόνον προς ίδιο προσωπικό όφελος.

    Γι’ αυτό και ο κ. Βαγενάς θεωρεί ότι η δωροληπτική συμπεριφορά του Τσοχατζόπουλου είναι πολύ βαρύτερη, από εκείνη του Τσουκάτου, επειδή ο Τσοχατζόπουλος χρηματίστηκε, για τον εαυτό του, ενώ ο Τσουκάτος, για το κόμμα του!

    Μάλιστα… Όμως, αυτή η τοποθέτηση του κ. Βαγενά δεν είναι, μόνον, απαράδεκτη και ανήθικη. Είναι και εξωπραγματική.

    Είναι απαράδεκτη, διότι στον πυρήνα της πολιτικής φαυλοκρατίας είναι που βρίσκεται η κομματική διαφθορά, βασικό στοιχείο της οποίας είναι το σύνολο των υποθέσεων της παθητικής δωροδοκίας / επιθετικής δωροληψίας, που σχετίζονται με τα κομματικά ταμεία, τα οποία γεμίζουν από το μαύρο χρήμα που ρέει σε αυτά και ταϊζει την κομματική γραφειοκρατία, θρέφει και γιγαντώνει τον κομματικό πολιτικοϊδεολογικό έλεγχο των μαζών (ως συνόλου) και των πολιτών (ως ατομικών οντοτήτων), ενώ, παράλληλα, πλέκει τους στενούς δεσμούς των πολιτικών αρχηγών, της εκάστοτε ηγετικής ομάδας των κομμάτων και του συνόλου της πολιτικής ελίτ, με την οικονομική ελίτ του τόπου, υπαλληλοποιώντας τον πολιτικό κόσμο στην τελευταία, η οποία, ως χρηματοδότης, μπορεί να επιβάλει τα συμφέροντά της (γι’ αυτό και προβαίνει στις πολιτικές δωροδοκίες) και να προσδιορίσει τις εφαρμοζόμενες πολιτικές στα ζητήματα της διαχείρισης των δημόσιων υποθέσεων – και όχι μόνο.

    Είναι ανήθικη αυτή η τοποθέτηση, διότι ξεχνάει ότι το χρήμα που πηγαίνει στο κοινό κομματικό ταμείο αποτελεί και στοιχείο προσωπικού οφέλους, για τον όποιο πολιτικό δωρολήπτη, ακόμα και όταν δεν υπάρχει ευθύς προσωπικός του χρηματισμός. Το προσωπικό όφελος του δωρολήπτη/δωροδοκούμενου προκύπτει από το ότι, μέρος του χρήματος, που εισπράττει, για το κόμμα, γυρνάει και στον ίδιο, με χίλιους δυό τρόπους, είτε με την εξασφάλιση της κυριαρχίας του κόμματος και τις κομματικές και λοιπές κρατικές και άλλες αντιμισθίες, που λαμβάνει “νομίμως”, είτε με την προσωπική κοινωνική θέση, που του εξασφαλίζει αυτή η δουλειά, που του έχει ανατεθεί από το κόμμα, δηλαδή από τον αρχηγό του κόμματος. Ως εκ τούτου, η άμεση εμπλοκή των συμφερόντων του εμπλεκόμενου, ως κομματικού ταμία και εισπράκτορα μαύρου χρήματος, καθιστά, αυτομάτως, άμεση την ηθική εμπλοκή του, μια εμπλοκή, η οποία έχει τον χαρακτήρα της ευθείας προσωπικής ανηθικότητας.

    Είναι και εξωπραγματική αυτή η τοποθέτηση, διότι, σε αυτές τις περιπτώσεις, η πραγματικότητα είναι περισσότερο πολύπλοκη, αφού οι παθητικώς δωροδοκούμενοι και επιθετικώς δωρολήπτες πολιτικοί δεν μένουν, χωρίς το άμεσο μερίδιό τους, από το μαύρο κομματικό χρήμα, που εισπράττουν, ως ταμίες, αφού παίρνουν και αυτοί το ποσοστό τους. Όπως, επίσης, οι δωροδοκούμενοι/ δωρολήπτες πολιτικοί, δεν εισπράττουν, μόνον, για τον εαυτό τους το μαύρο χρήμα που παίρνουν, αφού – στις πλείστες περιπτώσεις – μέρος του μαύρου αυτού χρήματος, που φαίνεται ότι πηγαίνει, μόνον, στις τσέπες τους, πηγαίνει και στο κομματικό ταμείο (ή αυτό το μαύρο χρήμα, που φαίνεται ότι έχει εισπράξει ο δωροδοκούμενος πολιτικός, είναι τμήμα ενός μεγαλύτερου μαύρου ποσού, το υπόλοιπο του οποίου έχει εισρεύσει στα κομματικά ταμεία).

    Ο Κώστας Σημίτης και ο, εκ των κομματικών του ταμιών, Θεόδωρος Τσουκάτος, αναλισκόμενοι σε, εκατέρωθεν, τρυφερότητες, την παλιά “καλή” εποχή, που όλα πήγαιναν πρίμα και για τους δυό τους. Όταν, βέβαια, έσκασε από τα αρχεία της SIEMENS, η υπόθεση του χρηματισμού του Θεόδωρου Τσουκάτου, με την κομματική μίζα του 1.000.000 μάρκων, ο πρωθυπουργός και αρχηγός του ΠΑΣΟΚ, της περιόδου εκείνης, έκανε τον ανήξερο. Αλλά τέτοιος υπήρξε πάντα ο Κώστας Σημίτης. Φοβιτσιάρης, ανεύθυνος, άφιλος και αγνώμων…

    Έτσι έγινε και με τους Τσουκάτο και Τσοχατζόπουλο. Ο Τσουκάτος, προφανώς, ήταν ένας από τους ανεπίσημους ταμίες της παρέας του Κώστα Σημίτη και το χρήμα, που πήρε από την SIEMENS (και όχι μόνον από αυτήν), πήγε και στα κομματικά ταμεία. Αλλά, είναι σαφές ότι ο πρώην μαοϊκός φίλος του πρώην πρωθυπουργού έχει πάρει και αυτός κάποια ποσά, τα οποία πρέπει να υπερέβησαν τα εσκαμμένα, αφού, κάποια στιγμή, μετά τις σκοτεινές και καταστροφικές βουλευτικές εκλογές της 9/4/2000, ο Κώστας Σημίτης τον απομάκρυνε από το περιβάλλον του, με αφορμή τις επισκέψεις του στα κότερα του Σωκράτη Κόκκαλη και τις στενές επαφές του, με τον μεγαλοεπιχειρηματία, ο οποίος, τότε, είχε, ουσιαστικά, υπαλληλοποιήσει τον πρώην μαοϊκό “στρατηγό” του σημιτικού επιτελείου.

    Ομοίως και το άφθονο μαύρο χρήμα, που πήρε από πολλά εξοπλιστικά προγράμματα ο Άκης Τσοχατζόπουλος, δεν πήγε μόνον στην τσέπη του και στις τσέπες των κολητών του. Το χρήμα αυτό πήγε και στο κομματικό ταμείο, αφού όσα πήρε, προσωπικά, για τον εαυτό του, ο Τσοχατζόπουλος είναι ένα υποσύνολο των μιζών των εξοπλισμών. Τα επί πλέον ποσά, πήγαν στο κομματικό ταμείο του ΠΑΣΟΚ. Και αυτό είναι ολοφάνερο, διότι αυτά τα χρήματα των μιζών από τους εξοπλισμούς, δεν μπορούσαν να κρυφτούν, από το κόμμα και τον αρχηγό του κόμματος, ο οποίος, ως πρωθυπουργός, μαζί με την ηγετική νομενκλατούρα του ΠΑΣΟΚ, η οποία είχε τα υπουργικά πόστα στην κυβέρνηση Σημίτη και μετείχε στο ΚΥΣΕΑ, υπέγραψαν για την αγορά αυτών των εξοπλιστικών προγραμμάτων, τα οποία ήταν σε γνώση όλων ότι, συνοδεύονταν από παχυλές μίζες.

    Ουδείς, λοιπόν, ήταν “αθώος του αίματος”. Όλοι γνώριζαν και περίμεναν την εισροή του μαύρου χρήματος στα κομματικά ταμεία…

    Πού, λοιπόν, αδικώ τον κ. Νάσο Βαγενά; Δεν νομίζω ότι τον αδικώ.

    Και όχι μόνον, δεν τον αδικώ, αλλά και λίγα του λέω και του καταλογίζω, αφού η συμπεριφορά του καθίσταται, εκ των πραγμάτων και εκ των συμφραζομένων αντιφάσεών της, μια υποκριτική συμπεριφορά…

    Δυστυχώς, έτσι έχουν τα πράγματα.

    Το χειρότερο όλων είναι ότι ο κ. Βαγενάς, προβαίνοντας στην διάκριση, ανάμεσα στην προσωπική υπόθεση διαφθοράς ενός πολιτικού (την οποία θεωρεί, εσφαλμένα, βαρύτερη) και στην διαφθορά ενός πολιτικού, που ενεργεί ως εντολοδόχος του κόμματος και του αρχηγού του (την οποία θεωρεί, επίσης εσφαλμένα, ως ελαφρύτερη) διαπράττει ένα πελωρίων διαστάσεων θεσμικό ολίσθημα, το οποίο, εκ του πλαγίου, δικαιολογεί την εθιμική θεσμική διαφθορά του πολιτικού συστήματος και των ελίτ που εμπλέκονται, ως δωροδοκούντες και δωροδοκούμενοι, σε αυτήν την υπόγεια διαδικασία. Δεν είναι δύσκολο, ούτε απαιτούνται ειδικές γνώσεις, για να γίνει αντιληπτό το γιατί συμβαίνει αυτό.

    Στην περίπτωση της προσωπικής πολιτικής διαφθοράς, τα πράγματα είναι απλά. Εδώ ο δωροδοκούμενος πολιτικός πράττει, κρυφίως, όσα πράττει και εν τέλει, η πράξη του αντιμετωπίζεται, ως μια περιστασιακή συμπεριφορά, η οποία αγγίζει τον ίδιο και τον όποιον κύκλο του. Αυτή η πράξη, έχοντας έναν αμιγή προσωπικό χαρακτήρα και προσανατολισμό, δεν “μολύνει” ολόκληρο το πολιτικό σύστημα και δεν αποτελεί θεσμικό τμήμα αυτού του συστήματος, αφού δεν στοιχειοθετεί μια, θεσμικά κατοχυρωμένη εθιμική κοινωνικοπολιτική συμπεριφορά της πολιτικής τάξης και της οικονομικής ελίτ της χώρας. Ως εκ τούτου, αυτού του είδους η περίπτωση διαφθοράς, που αγγίζει τους πολιτικούς οι οποίοι χρηματίζονται, για καθαρά προσωπικούς λόγους, παρά την απόλυτη ηθική απαξία της, ως προς τα αποτελέσματά της, δεν έχει την βαρύτητα, που έχει η περίπτωση της διαφθοράς η οποία σχετίζεται με την χρηματοδότηση των κομματικών ταμείων, με μαύρο χρήμα.

    Στην περίπτωση της δωροδοκίας των πολιτικών, που σχετίζεται με την χρηματοδότηση των κομματικών ταμείων, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Εδώ, η όλη υπόθεση έχει αποκτήσει μια εθιμική θεσμική διάσταση, η οποία, ως κοινωνικοπολιτική συμπεριφορά, στηρίζεται στην συμφέρουσα, για τους ίδιους, πεποίθηση όλων των εμπλεκομένων ότι η, κάτω από το τραπέζι, δωροληψία, που εμπλέκεται και με την διαχείριση του δημόσιου χρήματος (αλλά και του ιδιωτικού) – είτε αυτή αφορά μικροποσά, είτε έναν αθροιστικό πακτωλό χρημάτων – στοιχειοθετεί μια παράπλευρη ανεκτή και σιωπηρώς, αποδεκτή πολιτική και κοινωνική συμπεριφορά των ομάδων, που εμπλέκονται σε αυτήν και τούτο διότι ο σκοπός είναι ένας “σωστός” σκοπός, αφού αφορά την κομματική χρηματοδότηση (η οποία, ουκ ολίγες φορές εμπλέκεται και σκοπίμως συγχέεται και με την εσωκομματική πάλη των ηγετικών φατριών στα κόμματα, ιδίως αυτών που έχουν εθιστεί στην μακροχρόνια άσκηση της εξουσίας – όποια εξουσία και αν είναι αυτή. Είτε είναι κυβερνητική, ή αυτοδιοικητική, ή συνδικαλιστική, ή άλλη).

    Οι ευθύνες του αείμνηστου Ανδρέα Παπανδρέου, για την συστημική διαφθορά του ελληνικού πολιτικού συστήματος είναι και βαριές και αυταπόδεικτες, αφού, με την άνοδό του στην εξουσία, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 18/10/1981, είχε όλες τις ευκαιρίες και τις δυνατότητες να απορρυθμίσει την ενδημική συστημική διαφθορά της ελληνικής πολιτικής ζωής και ειδικά την φαύλη κομματοκρατία και την στηριζόμενη, στον παράνομο χρηματισμό, κομματική χρηματοδότηση. Δεν θέλησε να το πράξει και δεν το έπραξε. Και όχι μόνον αυτό, αλλά και συνέχισε και “εκσυγχρόνισε” αυτήν την, από γενέσεως του ελληνικού κράτους, συστηματικοποιημένη οθωμανοβυζαντινή κληρονομιά, που παρέλαβε από τους προκατόχους του. Και το γεγονός ότι – παρά τα, μυθωδώς, θρυλούμενα – αυτή του η στάση δεν αποτελεί την γενεσιουργό αιτία της παρούσας βαθύτατης κρίσης της ελληνικής οικονομίας, δεν τον απαλλάσσει από τις δικές του ευθύνες, για την συνέχιση αυτής της συστημικής διαφθοράς στην πολιτικοοικονομική ζωή της χώρας μας.

    Έτσι, η πολιτική τάξη και η οικονομική ελίτ της χώρας έχουν θεσπίσει ένα ιδιότυπο έθιμο, το οποίο αφορά την δικαιολόγηση, την κοινωνική δικαίωση και την κατοχύρωση, ως ανεκτού και αποδεκτού, του φαινομένου αυτού, που αφορά αυτού του είδους τον έκνομο χρηματισμό, υπέρ των κομματικών ταμείων. Αυτή η παράπλευρη και εθιμικά κατοχυρωμένη θέσμιση του χρηματισμού, χάριν των κομματικών ταμείων (αλλά και όχι μόνον αυτών και αυτό το τελευταίο έχει μεγίστη σημασία), την οποία έχει, ατύπως, αλλά και ουσιαστικώς, επιβάλει, ως ανεκτή και αποδεκτή πολιτική συμπεριφορά, η πολιτική τάξη της χώρας, απεικονίζεται στην περιβόητη φράση που αποδίδεται στον αείμνηστο Ανδρέα Παπανδρέου, για την υπόθεση του χρηματισμού του Μαυράκη της ΔΕΗ και λέγεται ότι ειπώθηκε το 1986 και η οποία φράση συνοψιζόταν ως εξής : “Είπαμε να πάρει ένα δωράκι, για τον εαυτό του, αλλά όχι και 500 εκατομμύρια”. Δεν ξέρω αν αυτή η φράση, όντως, ειπώθηκε από τον, τότε, πρωθυπουργό. Ο Μαυράκης, άλλωστε, αθωώθηκε από τα δικαστήρια και ο Στέφανος Τζουμάκας, στον οποίο αποδόθηκε η διαρροή αυτής της φράσης, έχει προβεί σε διάψευση. Όμως, αυτή η φράση αποδίδει, εναργώς και πλήρως, την εθιμική κατοχύρωση της πολιτικής δωροληψίας (και στην συγκεκριμένη περίπτωση, ακόμα και της, αμιγώς, προσωπικής πολιτικής δωροληψίας).

    Όλοι όσοι εμπλέκονται, λοιπόν, στην χρηματοδότηση των κομματικών ταμείων, με μαύρο χρήμα και οι οποίοι έχουν άτυπους ρόλους εισπρακτόρων, με την βούλα των αρχηγών των κομμάτων, λειτουργούν βάσει μιας, εθιμικά, κατοχυρωμένης θεσμικής διαδικασίας, η οποία μπορεί να είναι άτυπη, αλλά παραμένει ουσιαστική, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται από το πνίξιμο και την αποσιώπηση όλων των σχετικών υποθέσεων, όπως επίσης και από την σταθερή υπεράσπιση που είχαν οι εμπλεκόμενοι άτυποι (πλην όμως ουσιαστικοί και λειτουργικοί) ταμίες από τα κόμματά τους, σε όλες τις σχετικές υποθέσεις (τουλάχιστον, μέχρι το σημείο εκείνο, που τα κόμματα μπορούσαν και για όσο μπορούσαν, να κουκουλώσουν τις σχετικές υποθέσεις).

    Αυτό πράττει το ΠΑΣΟΚ εδώ και καιρό με τον Θεόδωρο Τσουκάτο. Όπως το ίδιο έπραξε το κόμμα αυτό, με σταθερότητα και επιμονή, κατά την περίοδο 2004 – 2009 και στην περίπτωση του Άκη Τσοχατζόπουλου και των οπλικών συστημάτων TOR-M1, με πρώτα βιολιά υπεράσπισης του πρώην υπουργού Εθνικής Άμυνας τους Βαγγέλη Βενιζέλο και Ανδρέα Λοβέρδο, των οποίων οι ισχυρισμοί ότι, τότε, δεν γνώριζαν είναι, αυτοδικαίως, καταγέλαστοι και αποδεικνύουν την ποιότητα και την θρασύτητα των δύο αυτών πολιτικών ανδρών, όπως επίσης και τον βαθμό της ηθικής διάβρωσης, που έχουν υποστεί, από την, εθιμικά, ορισμένη θεσμική διαφθορά, που επικρατεί στις τάξεις της ελληνικής πολιτικοοικονομικής ελίτ.

    Το ολίσθημα, λοιπόν, του κ. Βαγενά είναι τεράστιο. Και τούτο διότι, με τον τρόπο αυτόν, δικαιώνει (έστω και δια της ανοχής) την, δια της παραγωγής ενός άτυπου, αλλά και ενεργώς ουσιαστικού εθίμου, πολιτική διαφθορά, που οδηγεί στην παράπλευρη ένταξη της πολιτικής/κομματικής δωροληψίας στους ενεργούς κοινωνικοπολιτικούς θεσμούς, που διέπουν την κοινωνία μας, θεωρώντας ότι η πολιτική διαφθορά που λαμβάνει χώρα, υπέρ των κομματικών ταμείων, είναι ελαφρύτερη από την, αμιγώς, προσωπική δωροληψία, στην οποία προβαίνει ένας πολιτικός, δρώντας υπέρ του αποκλειστικού και ιδιοτελούς του συμφέροντος.

    Δυστυχώς, για τον κ. Νάσο Βαγενά – εάν έχουμε να “επιλέξουμε” ανάμεσα στην καθαρά προσωπική πολιτική δωροληψία και στην, εθιμικώς, θεσμική, υπέρ των κομματικών ταμείων, πολιτική δωροληψία – η απλή και ωμή πραγματικότητα λέει ότι η, υπέρ των κομματικών ταμείων, πολιτική δωροληψία είναι βαρύτερη (και μάλιστα πολύ βαρύτερη και μάλιστα, βαρύτατη), από την απλή προσωπική πολιτική δωροληψία, διότι η πρώτη “μολύνει” το σύνολο του πολιτικοοικονομικού συστήματος και των θεσμών της χώρας, με την εγκαθίδρυση μιας εθιμικά θεσμισμένης συμπεριφοράς της πολιτικής τάξης της χώρας, που την οδηγεί στο ωφελιμιστικό συμπέρασμα ότι αυτή η φαύλη συμπεριφορά είναι ανεκτή και αποδεκτή, ενώ η δεύτερη κινείται στις παρυφές του συστήματος αυτού και των θεσμών του, αποτελώντας μια, αμιγώς, ποινική υπόθεση.

    Γι’ αυτούς τους απλούς – πλην όμως, ουσιαστικούς – λόγους, το ολίσθημα του κ. Νάσου είναι και βαρύτατο και εντελώς αδικαιολόγητο, αγαπητέ Γιώργο.

    Μπορεί να μην σου αρέσει αυτή η διαπίστωση, αλλά νομίζω ότι στο βάθος την κατανοείς και την αποδέχεσαι. Και τούτο διότι πιστεύω ότι είσαι ένας έντιμος άνθρωπος…

    Δεν θα αφήσω, όμως, ασχολίαστα και κάποια άλλα, εξ όσων γράφεις, αγαπητέ Γιώργο.

    Σε όσα γράφω απαντούν αρκετοί, παρά τα όσα λες. Και σε όσα απαντούν παίρνουν και τις δέουσες απαντήσεις, όταν χρειάζεται.

    Δεν νομίζω ότι είμαι μια εξαιρετική περίπτωση. Ούτε ο μόνος έξυπνος. Κάθε άλλο. Δεν πρόκειται, περί αυτού. Αυτό που συμβαίνει με εμένα είναι ότι δεν αποτελώ κάποια εύκολη περίπτωση “αντιευρωπαϊστή”, ώστε κάποιοι, να μπορούν να αντιπαρατεθούν, σύμφωνα με τα στερεότυπα ιδεολογήματα, ή τις ιδεοληψίες, που έχει ο καθένας στο κεφάλι του.

    Ο σταθερός προσανατολισμός μου στην ιδέα της ευρωπαϊκής ενότητας είναι δεδομένος, αφού είμαι υπέρ της ομοσπονδιακής Ευρώπης και της αναγκαιότητας της εθνογένεσής της, η οποία είναι προϋπόθεση για την ομοσπονδιοποίησή της.

    Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της σαρωτικής, της σκληρής, της ανελέητης, έως αδυσώπητης κριτικής μου στους “ευρωπαϊστές” και στο σύγχρονο ιδεολογηματικό και ψευδοσυνειδησιακό περιεχόμενο του ρηχού “ευρωπαϊσμού” ο οποίος είναι ένα κατευθυνόμενο παραληρηματικό κατασκεύασμα, μια νέα άρχουσα ιδεολογία, των πολιτικοοικονομικών ελίτ της Ευρώπης, οι οποίες δημιούργησαν μια ευρωπαϊκή νομισματική ένωση – την ευρωζώνη -, αντί της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, όχι ως ένα σκαλοπάτι, που οδηγεί προς την ομοσπονδιοποίηση της Ευρώπης, αλλά ως ένα μηχανισμό, που σκοπό έχει να αποτρέψει αυτή την ομοσπονδιοποίηση.

    Όπως, πάμπολλες φορές έχω γράψει, αυτή η κατασκευή, που ήταν θνησιγενής, από την αρχή και η οποία, ως ατελής ευρωπαϊκή νομισματική ένωση αποτελεί την άρνηση της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, έφθασε στα όριά της, με την έλευση της διεθνούς οικονομικής ύφεσης του 2008, η οποία ανέδειξε τον χαρακτήρα της ευρωζώνης, ως της έμπρακτης αποτυχίας της ιδέας της ευρωπαϊκής ενότητας, οδηγώντας την, παράλληλα και στον θάνατο – έναν θάνατο, που η ευρωπαϊκή πολιτικοοικονομική ελίτ (με προεξάρχουσα την γερμανική, η οποία χρησιμοποιεί τον σύγχρονο “ευρωπαϊσμό”, ως ένα ιδεολογικό επικάλυμα του αρχέγονου επαρχιωτικού εθνικισμού της) αρνείται, με πείσμα και φανατισμό να αποδεχθεί, ως ένα πραγματικό γεγονός. Και τούτο διότι, η παραδοχή του γεγονότος του θανάτου της ευρωζώνης θα έπρεπε να την οδηγήσει στην ταφή της ευρωζώνης και στην γοργή και άμεση οικοδόμηση μιας ευρωπαϊκής κρατικής ομοσπονδίας στην θέση της θανούσης ευρωζώνης. Αλλά αυτό, ακριβώς, είναι εκείνο που θέλουν να αποτρέψουν.

    Λαμβανομένων υπόψη αυτών των ωμών δεδομένων, που πηγάζουν από την ρέουσα πραγματικότητα, η ευρωζώνη (και πιθανώς μαζί της και η Ευρωπαϊκή Ένωση, την οποία η ευρωζώνη απειλεί να την πάρει μαζί της στον τάφο), η οποία μένει άταφη και “επιβιώνει”, ως αιμοποτικό ζόμπυ, ακριβώς επειδή οι ευρωζωνικές ελίτ αρνούνται να την θάψουν, αποτελεί ένα κατασκεύασμα, το οποίο αποδεικνύεται στην πράξη ότι είναι, ακραία, μη λειτουργικό, όπως ακριβώς είχα προβλέψει, ήδη, από το 1998. Αυτή η κατασκευή, εκ των πραγμάτων και αναπόφευκτα, θα διαλυθεί, λόγω των εθνικισμών των κυριότερων χωρών μελών, που απαρτίζουν την ευρωζώνη, οι οποίες χώρες δεν σκοπεύουν να απαρνηθούν την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων. Όμως, μια νομισματική ένωση δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς κοινή νομισματική πολιτική, η οποία, όμως, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την αγνόηση των εθνικών συμφερόντων και των ιδιαιτεροτήτων των χωρών, που απαρτίζουν την νομισματική ένωση και χωρίς την αντικατάσταση των αστικοδημοκρατικών αρχών των ευρωπαϊκών πολιτευμάτων, από μια συγκεντρωτική ευρωπαϊκή αυταρχία, η οποία να κατευθύνεται από την μπατιροτραπεζοκρατία της Φραγκφούρτης, την γραφειοκρατία των Βρυξελλών και τις πολιτικοοικονομικές ελίτ του Βερολίνου και του Παρισιού. Και έτσι, όμως, μια πολιτική ημιένωση, τέτοιου τύπου, δεν μπορεί να λειτουργήσει, χωρίς κοινές πολιτικές, που θα εντοπίζονται σε μεταβιβαστικές και αναδιανεμητικές πολιτικές μέσα σε αυτήν την ημιένωση.

    Οπότε και πάλι έρχεται στην επιφάνεια η αδήριτη ανάγκη της άμεσης κρατικής ενοποίησης της Ευρώπης, πάνω σε μια ομοσπονδιακή βάση, αμερικανικού τύπου. Όσο, όμως, τα κυρίαρχα κράτη της ευρωζώνης αρνούνται να παραχωρήσουν τα απαραίτητα επίπεδα της εθνικής τους κυριαρχίας, η ευρωζώνη (και δυστυχώς και η Ευρωπαϊκή Ένωση) δεν μπορεί να λειτουργήσει και θα τελευτήσει τον βαμπιρικό “βίο” της. Και φυσικά, τα κυρίαρχα κράτη της ευρωζώνης είναι απίθανο να προβούν σε μια τέτοια παραχώρηση της εθνικής τους κυριαρχίας. – Μην κοιτάμε την ελληνική πολιτικοοικονομική ελίτ, η οποία, ως ψοφοδεής που είναι, παραχώρησε την εθνική κυριαρχία της χώρας μας στους δανειστές της, καθιστώντας την Ελλάδα έναν πειραματικό τόπο καλλιέργειας ενός σύγχρονου καθεστώτος τοκογλυφικής πεονίας. Οι άλλες ελίτ δεν έχουν τέτοιες διαθέσεις υποδούλωσής τους στην ευρωμπατιροτραπεζοκρατία, στην ευρωγραφειοκρατία και στον γερμανικό εθνικισμό.

    Απέναντι σε αυτήν την δομημένη επιχειρηματολογία, η οποία κονιορτοποιεί τους ιδεασμούς, που σερβίρονται από την ευρωμπατιροτραπεζοκρατία και τις διάφορες εγχώριες και ξένες ελίτ, δεν νομίζω ότι έχουν κάτι να αντιτείνουν οι, κάθε λογής “ευρωπαϊστές”, οι οποίοι αντιλαμβάνονται και το τι λέω και το μέγεθος της κενότητας και της επικινδυνότητας των όσων υποστηρίζουν οι ίδιοι.

    Ως εκ τούτου, δεν έχουν και πολλά πράγματα να πουν, μέσα στο πανικό που τους διακατέχει, εξ αιτίας του γεγονότος ότι και οι ίδιοι βλέπουν ότι οι ευρωπαϊκές ελίτ, περί άλλων τυρβάζουν και για άλλα πράγματα κόπτονται.

    Εσύ, άλλωστε, αγαπητέ Γιώργο, που παρακολουθείς την επιχειρηματολογία μου, εδώ και δύο χρόνια τώρα και έχεις μια συνολική εικόνα και εποπτεία των όσων γράφω, γνωρίζεις πολύ καλά το βάσιμο των όσων λέω και ισχυρίζομαι (όσο και αν είναι αλήθεια ότι έχεις δίκιο σε κάποια θέματα, που βάζεις και τα οποία αφορούν ζητήματα τακτ και σαβουάρ βιβρ)…”

    http://tassosanastassopoulos.blogspot.gr/2012/07/tsoukatos-tsochatzopoulos-simitis.html

  6. ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΒΟΥΛΗΣ
    ΙΖ΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
    ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΜΕΝΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
    ΣΥΝΟΔΟΣ Β΄
    ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ϟΗ΄
    Τρίτη 28 Μαρτίου 2017

    ΕΙΔΙΚΗ ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΔΙΑΤΑΞΗ
    ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
    Συζήτηση και λήψη απόφασης επί της προτάσεως που κατέθεσαν ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς κ. Αλέξης Τσίπρας και οι Βουλευτές του Κόμματός του και ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας των Ανεξαρτήτων Ελλήνων κ. Παναγιώτης (Πάνος) Καμμένος και οι Βουλευτές του Κόμματός του, για σύσταση Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής που θα διενεργήσει προκαταρκτική εξέταση κατά το άρθρο 86 παράγραφος 3 του Συντάγματος, τα άρθρα 153 και επ. του Κανονισμού της Βουλής και το άρθρο 5 του ν. 3126/2003 «περί Ποινικής ευθύνης των Υπουργών», όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν.3961/2011, με αντικείμενο την διερεύνηση των όσων εκτίθενται στην ανωτέρω πρότασή τους προς την Βουλή των Ελλήνων, με την οποία αναφέρονται στις με αριθ.
    ΑΒΜ ΕΔ 2015/158,
    ΑΒΜ ΕΔ 2014/42,
    ΑΒΜ ΕΔ 2014/105,
    ΑΒΜ ΕΔ 2016/118,
    ΑΒΜ ΑΔ 2013/125,
    ΑΒΜ ΕΔ 2013/255

    συναφείς μεταξύ τους ποινικές δικογραφίες που διαβιβάστηκαν στη Βουλή και αφορούν στον πρώην Υπουργό Εθνικής Άμυνας κ. Ιωάννη Παπαντωνίου, σχετικά με την ενδεχόμενη τέλεση των αδικημάτων της απιστίας στρεφόμενης κατά του Δημοσίου (άρθρο 256 Π.Κ. σε συνδυασμό με το άρθρο 263α Π.Κ. και τον Ν.1608/1950) και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (σύμφωνα με το Ν.2331/1995, όπως ισχύει), κατά την άσκηση των καθηκόντων του, στο πλαίσιο σύναψης συμβάσεων εξοπλιστικών προγραμμάτων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην πρόταση, με την προβλεπόμενη πλειοψηφία της παραγράφου 3 του άρθρου 86 του Συντάγματος και της παραγράφου 9 του άρθρου 155 του Κανονισμού της Βουλής.
    (Η προαναφερθείσα πρόταση έχει ως εξής:

    η συνέχεια εδώ :
    http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/a08fc2dd-61a9-4a83-b09a-09f4c564609d/20170328000425%20(1).docx

    • Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΕΔΩ

      http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/f3c70a23-7696-49db-9148-f24dce6a27c8/ΠΡΟΤΑΣΗ%201012.10.3.2017.pdf

      Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

      Προς
      Τη Βουλή των Ελλήνων
      ΠΡΟΤΑΣΗ
      Σύστασης ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης κατά το άρθρο 86 παρ. 3 του Συντάγματος, τα άρθρα 153 επ. του Κανονισμού της Βουλής και το άρθρο 5 του Ν. 3126/2003 περί της «Ποινικής Ευθύνης Υπουργών».

      Εισαγωγικά
      Τα εξοπλιστικά προγράμματα της χώρας αποτελούσαν ανέκαθεν πηγή κινδύνων για διαφθορά δομών και προσώπων. Τα παρακάτω αναφερόμενα εξοπλιστικά προγράμματα ανάγονται σε μία συνολικότερη περίοδο, κατά την οποία κορυφώθηκαν πράξεις και παραλείψεις του παλαιού πολιτικού συστήματος που οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία. Χρηματιστήριο, εξοπλιστικά, δομημένα ομόλογα, υπερβάσεις ολυμπιακών έργων, δανειοδότηση μέσων μαζικής ενημέρωσης και κομμάτων κτλ. συνέθεταν την εικόνα διαπλοκής και διαφθοράς.
      Οι ευθύνες είναι πολιτικές και ποινικές.
      Οι πολιτικές ευθύνες αποδίδονται από τον λαό-το εκλογικό σώμα.
      Οι ποινικές ευθύνες αποδίδονται από τη δικαιοσύνη. Όμως το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο βρέθηκε να θωρακίζει τα πολιτικά πρόσωπα που «έβαλαν το δάκτυλο στο μέλι», με το ίδιο το Σύνταγμα, με νόμο περί ευθύνης υπουργών, αλλά και με την καθυστερημένη προώθηση σχετικών υποθέσεων στη δικαιοσύνη. Η απονομή στη Βουλή του αποκλειστικού δικαιώματος για τη άσκηση δίωξης όσων διατελούν ή έχουν διατελέσει μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για τα ποινικά αδικήματα που διαπράττουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους (άρθρο 86 παρ. 1 Συντάγματος και άρθρα 4 παρ. 1, 4 και 5 Ν. 3126/2003 «περί ποινικής ευθύνης Υπουργών») έχει όντως συγκεντρώσει πολλά επικριτικά σχόλια, εξαιτίας της ιδιαίτερης μεταχείρισης που επιφυλάσσεται στη συγκεκριμένη κατηγορία πολιτών. Αποδείχθηκε στην πράξη ότι οι συγκεκριμένες διατάξεις αποτυγχάνουν να αποδώσουν δικαιοσύνη, κυρίως λόγω της σκανδαλωδώς ταχείας παραγραφής που προβλέπεται.
      Η Κυβέρνηση έχει δεσμευτεί για τη ριζική μεταβολή της νομοθεσίας για την ευθύνη των Υπουργών. Με την επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση, που είναι και ο μόνος δυνατός τρόπος αλλαγής του, το ειδικό αυτό καθεστώς πρέπει να καταργηθεί.
      Χαρακτηριστική περίπτωση των ευνοϊκών συνεπειών που έχουν οι ισχύουσες διατάξεις για όσους βλάπτουν το δημόσιο συμφέρον φαίνονται να αποτελούν οι έξι (6) συναφείς μεταξύ των ποινικές δικογραφίες που διαβιβάστηκαν στη Βουλή και αφορούν όλες τον τ. Υπουργό Άμυνας Ιωάννη Παπαντωνίου, στον οποίο αποδίδονται με τα σχετικά βουλεύματα πράξεις απιστίας, από τις οποίες προήλθε πολύ μεγάλη οικονομική ζημία του ελληνικού δημοσίου.
      Πρόκειται για αδικήματα που σχετίζονται με τους εξοπλισμούς της χώρας (προμήθεια 170 αρμάτων μάχης Leopard, 12 επιθετικών ελικοπτέρων Apache, 6 φραγμάτων τύπου «S», συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου και 20 μεταφορικών ελικοπτέρων NH90). Κάτω από κανονικές συνθήκες, ήτοι εάν δεν είχε μεσολαβήσει η παραγραφή την οποία εισάγει το άρθρο 86 του Συντάγματος, οι πράξεις και παραλείψεις που αποδίδονται στο συγκεκριμένο πρόσωπο θα μπορούσαν να εξεταστούν από τον φυσικό δικαστή και να αποδοθούν, εφόσον συντρέχουν ευθύνες, ενώ τώρα αυτή η εξέταση φαίνεται να κωλύεται, με εξαίρεση συνοδευτικές πράξεις για την ύπαρξη των οποίων υφίστανται ισχυρές ενδείξεις, όπως αναλύεται διεξοδικά στη συνέχεια αυτής της πρότασης.
      Α. Με τα υπ’ αριθμ. πρωτοκόλλου 60518/3-8-2015, 92846/18-12-2015, 5687/21-1-2016, 56501/27.07.2016, 58095/11-8-2016, 98039/3-1-2017 έγγραφα των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων διαβιβάσθηκαν στη Βουλή αντίγραφα των με αριθμ. ΕΔ 2015/158, ΕΔ 2014/42, ΕΔ 2014/105, ΕΔ 2016/118, ΑΔ 2013/125, ΕΔ 2013/255 ποινικών δικογραφιών αντίστοιχα, προκειμένου να διερευνηθούν ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες προσώπου που κατείχε θέση Υπουργού, για αξιόποινες πράξεις που φέρεται να τέλεσε κατά την άσκηση των καθηκόντων του, στο πλαίσιο σύναψης συμβάσεων εξοπλιστικών προγραμμάτων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας.
      Ειδικότερα σύμφωνα με τα έγγραφα που διαβιβάσθηκαν στη Βουλή ο πρώην Υπουργός Ιωάννης Παπαντωνίου φέρεται να εμπλέκεται στα κάτωθι περιγραφόμενα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον Ποινικό Κώδικα.
      Ειδικότερα:
      1. [ΑΒΜ ΕΔ 2015/158]
      • Στις 20 Μαρτίου 2003, στο πλαίσιο του Προγράμματος Νέου Άρματος Σύγχρονης Τεχνολογίας(ΝΑΣΤ) του Ελληνικού Στρατού, υπογράφηκε, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπούμενου από τον Γενικό Γραμματέα της τότε Γενικής Γραμματείας Οικονομικού Σχεδιασμού και Αμυντικών Επενδύσεων (ΓΓΟΣΑΕ) του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και των νόμιμων εκπροσώπων της γερμανικής εταιρίας Krauss Maffei Wegmann (KMW), η υπ’ αριθμ. 016A/03 σύμβαση, με αντικείμενο, την προμήθεια 170 Κύριων Αρμάτων Μάχης (Main.Battle Tanks: ΜΒΤ), Leopard 2HEL, 12 θωρακισμένων αρμάτων περισυλλογής (Armoured Recovery Vehicles: ARV) Leopard 2HEL Buffel, οκτώ θωρακισμένων γεφυροφόρων αρμάτων (Armoured Vehicles Launched Bridge: AVLB) Leopard 1 Leguan, εξομοιωτών και εκπαιδευτικού υλικού, καθώς και ανταλλακτικών, εργαλείων, βιβλιογραφίας και εξοπλισμού υποστήριξης που τα συνοδεύουν, για τη λειτουργία και τη συντήρησή τους, με δικαίωμα προαίρεσης (option) για την προμήθεια επιπρόσθετων υλικών και υπηρεσιών. Το κόστος της προμήθειας αυτής ανήλθε σε ένα δισεκατομμύριο εξακόσια πενήντα εννέα εκατομμύρια (1.659.000.000) ευρώ. Παράλληλα, την ίδια ημέρα, υπογράφηκε μεταξύ του ΥΠΕΘΑ/ΓΓΟΣΑΕ και της εταιρίας KMW η υπ’ αριθμ.:13/2003 Σύμβαση Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων που απορρέουν από την – προμήθεια του άρματος μάχης Leopard 2HEL, σύμφωνα με τη–Σύμβαση 016Α/03, κατά το άρθρ. 3.1 της οποίας –η εταιρία KMW ανέλαβε την ανέκκλητη υποχρέωση να υλοποιήσει, η ίδια ή να προσκαλέσει άλλα – αποδεκτά μέρη να υλοποιήσουν Αντισταθμιστικά Ωφελήματα συνολικής πιστωτικής αξίας ίσης με το 250% του συμβατικού τιμήματος της κύριας προμήθειας. Πιο συγκεκριμένα, την 20-3-2003 υπεγράφη μεταξύ του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας/Γενική Γραμματεία Οικονομικού Σχεδιασμού και Αμυντικών Επενδύσεων, και της εταιρίας Krauss Maffei Wegmann GmbH n’ Co KG η υπ’ αριθ. 13/2003 Σύμβαση Α.Ω., σε εκτέλεση της Κύριας Σύμβασης υπ’ αριθ. 16Α/2003 που αφορούσε στην προμήθεια του Νέου Άρματος Μάχης τύπου Leopard 2HEL. Ως ημερομηνία ενεργοποίησης της Σύμβασης καθορίστηκε η 2-6-2003. Η Σύμβαση Α.Ω. περιλαμβάνει δύο λίστες, τη λίστα «Α» (Προγράμματα 1-16) και τη λίστα «Β» (Προγράμματα 17-22). Επιπλέον περιλαμβάνει πρόσθετα Προγράμματα (23-28), τα οποία δόθηκαν ως δωρεάν παροχή στο ΓΕΣ (χωρίς ονομαστική και πιστωτική αξία), με το αρχικό κόστος αυτών να εκτιμάται ότι θα ανήρχετο στα 12.000.000 ευρώ.
      • Ως εκ τούτου συντρέχουν ενδείξεις για Α) τέλεση απιστίας σχετική με την υπηρεσία, το αντικείμενο της οποίας έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000) ευρώ, στρεφόμενης κατά του Δημοσίου, εκ της οποίας η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η οποία υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, τελεσθείσας από κοινού και κατ΄ εξακολούθηση κατά το χρονικό διάστημα 2001- 2004, και Β) Νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες τελεσθείσας κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση, με φερόμενο χρόνο τέλεσης από το 1999 κ.ε. ( ήτοι για παράβαση των άρθρων 1,13, στοιχ. α’, 14,26 παρ. 1, 27, 45, 46 παρ. 1 α’, 98, 256 περ. γ’ υποπερ. ββ’, 263 Α Π.Κ. σε συνδ. με άρθρα1 παρ. 1 εδ. β’ Ν. 1608/1950 και άρθρα 1, 6, 8, 9, 16, 19, 21, 29, 36 παρ. 1. και 6, 43, 44, 45, 46, 47, 60, 61, 62, 65 π.δ. 284/1989 άρθρων 1 α’ ii, β’, 2 παρ. 1 εδ. β’ – α’ Ν. 2331/1995, ως ίσχυαν πριν από την τροποποίηση τους με το Ν. 3424/2005 έως την κατάργησή τους με το Ν. 3691/ 2008, άρθρα 2 παρ. 1,2 παρ. 2 α’, γ’ και δ’, 3 περ. κ, ως η τελευταία περίπτωση προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ.2 του Ν. 4042/13-2-2012 και η περ. ιθ’ αναριθμήθηκε σε κ’, 45 παρ. 1 γ’-α’, ε’, 2,4, Ν. 3691/2008 και άρθρα 1, 2 Ν. 4022/2011).

      • [ΕΔ 2014/42]
      • Υπογραφή ΦΕΕ στις 31 Ιουλίου 2003, 27 Αυγούστου 2003 και 28 Αυγούστου 2003, καθώς και τις εγκρίσεις του σχεδίου της ΣΑΩ 22/2003 στις 27 Αυγούστου 2003 και της 1ης τροποποίησης αυτής, στις 9 Δεκεμβρίου 2003 (Σύναψη Σύμβασης Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων (ΣΑΩ) 22/2003 ως προϋπόθεση σύναψης της κύριας σύμβασης 35Α/03 που προέβλεπε την προμήθεια δώδεκα (12) επιθετικών ελικοπτέρων τύπου AH-64 D APACHE έναντι συμβατικού τιμήματος πεντακοσίων ενενήντα τριών εκατομμυρίων πεντακοσίων σαράντα έξι χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα δύο δολαρίων ΗΠΑ ($593.546.882) με ημερομηνία ενεργοποίησης της 1η Οκτωβρίου 2003).
      • Ως εκ τούτου συντρέχουν ενδείξεις για τέλεση απιστίας σχετικής με την υπηρεσία, το αντικείμενο της οποίας έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, στρεφόμενης κατά του Δημοσίου, εκ της οποίας η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η οποία υπερβαίνει το ποσό των εκατόv πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.

      • [ΕΔ 2014/105]
      • Σύναψη Σύμβασης 09/03 με αντικείμενο την υλοποίηση αντισταθμιστικών ωφελημάτων που απορρέουν από τον εκσυγχρονισμό μέσης ζωής έξι φρεγατών τύπου “s” του Πολεμικού Ναυτικού. (Προσυπογραφή της Εισήγησης στο ΦΕΕ Φ.604.8/Οκτ. 01 υπέρ της αποδοχής των προτάσεων της εταιρίας THALES NEDERLAND B.V. περί μείωσης της της κάλυψης ποσοστού προγραμμάτων υποκατασκευής 11 αγοράς από 50% σε 40′,1/ι, της πιστωτικής αξίας της ΣΑΩ 09/03).
      • Ως εκ τούτου συντρέχουν ενδείξεις για τέλεση απιστίας σχετική με την υπηρεσία, το αντικείμενο της οποίας έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, στρεφόμενης κατά του Δημοσίου, εκ της οποίας η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η οποία υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.

      • [ΕΔ 2016/118]
      • Σύναψη και υλοποίηση της Σύμβασης 010Β/03 -με ημερομηνία ενεργοποίησης την 21-3-2003 και συνολικό συμβατικό τίμημα το ποσό των 381.578.580 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 123.810.380 ευρώ θα καταβαλλόταν στα ΕΝΑΕ και ποσό 257.768.200 ευρώ στον κύριο υποκατασκευαστή, δυνάμει της Σύμβασης Α.3694 που υπογράφηκε αυθημερόν μεταξύ των ΕΝΑΕ και της TNNL- μεταξύ του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και των Ελληνικών Ναυπηγείων, με αντικείμενο τον εκσυγχρονισμό μέσης ζωής έξι (6) φρεγατών τύπου “S” του πολεμικού ναυτικού. Υπογραφή υπ’ αριθμ. Φ. 604.2/550881/Σ.185/06-02-03/ΥΠΕΘΑ/ΓΔΑΕ/ΔΙΚΕ Απόφαση Κατακύρωσης του προγράμματος στην ΕΝΑΕ ως κύρια ανάδοχο και την TNNL ως υποκατασκευαστή.
      • Ως εκ τούτου συντρέχουν ενδείξεις για τέλεση απιστίας κατά του Δημοσίου (άρθρο 256β’ ΠΚ) κατά το έτος 2003 ως εκ της υπογραφής αυτού της υπ’ αριθ. Φ 604.2/550881/Σ.185/06-02-03/ΥΠΕΘΑ/ΓΔΑΕ/ΔΙΚΕ Απόφασης κατακύρωσης του προγράμματος στην ΕΝΑΕ ως κύριο ανάδοχο και την TNNL, ως υποκατασκευαστή.
      • [ΑΔ 2013/125]
      • Υπογραφή των ΦΕΕ υπ’ αριθμ. Φ.095.100/55862/Σ.11381/ΓΓΟΣΑΕ/ΓΔΑΕ/ΔΙΚΕ από 31-7-2003 και Φ.095.1/556466/ΣΛ233/ΥΠΕΘΑ/ΓΓΟΣΑΕ από 29-8-2003. Οι παραπάνω αξιόποινες πράξεις αφορούν την προμήθεια εξοπλιστικών συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου από τη Γενική Διεύθυνση Εξοπλισμών του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, για τον Ελληνικό Στρατό και την, για το λόγο αυτό, σύναψη της υπ’ αριθμ. 027Α/2001 σύμβασης προμήθειας δεκαοκτώ (18] παρεμβολέων και έντεκα (11]. συστημάτων ακρόασης, μεταξύ της εταιρίας SONAK ΑΕ και του ΥΠΕΘΑ, συνολικής αξίας 71.979.490,90 ευρώ, η οποία δεν εκτελέστηκε και δεν παραδόθηκαν ποτέ τα ανωτέρω εξοπλιστικά συστήματα στο Δημόσιο (ΥΠΕΘΑ), εξαιτίας του ότι εκείνα τα συστήματα που η προμηθεύτρια εταιρία προσκόμισε για τις δοκιμές πεδίου, η διενέργεια των οποίων είχε κρίθηκε αναγκαία για τη σύναψη της σύμβασης και για την παράδοση και παραλαβή αυτών, αξιολογήθηκαν κατώτερα των προσφερόμενων και (συμφωνημένων) ως προς τα χαρακτηριστικά και ως προς τις δυνατότητες και επιπλέον παρουσίασαν και βλάβες. Τα γεγονότα αυτά γνώριζαν και τα μέλη της Επιτροπής Διενέργειας του Διαγωνισμού και τα μέλη της Επιτροπής Διαπραγματεύσεων, που αποφάνθηκαν θετικά υπέρ της κατάρτισης και υπογραφής της επίμαχης συμβάσεως.

      • Ως εκ τούτου συντρέχουν ενδείξεις για τέλεση απιστίας σχετικής με την υπηρεσία, το αντικείμενο της οποίας έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000) ευρώ, στρεφόμενης κατά του Δημοσίου εκ της οποίας η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, πράξη η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των αρ. 1, 2, 13 στοιχ. α, 14, 26 παρ. 1, 27, 256 περ. γ’ υποπερίπτωση ββ’ ΠΚ (263Α ΠΚ) σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1. εδάφιο α’ και β΄ του Ν. 1608/1950.

      • [ΕΔ 2013/255]
      • Σύναψη Σύμβασης 21/2003 με αντικείμενο την υλοποίηση Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων που απορρέουν από την προμήθεια είκοσι (20)μεταφορικών ελικοπτέρων NH 90. Στις 29 Αυγούστου 2003, με το υπ’ αριθμ. Φ.095.1/556466/Σ.1233/ΥΠΕΘΑ/ΓΓΟΣΑΕ, υπογράφεται το υποβληθέν Σχέδιο Σύμβασης Α,Ω. και εξουσιοδοτήθηκε ο Γενικός γραμματέας του ΥΠΕΘΑ/ΓΓΟΣΑΕ για την υπογραφή του. Την ίδια ημέρα υπογράφηκε η Σύμβαση ΑΩ 21/2003, η οποία ενεργοποιήθηκε κατά την ημερομηνία ενεργοποίησης της Κύριας Σύμβασης και η διάρκεια της ήταν τα 10 έτη. Η τιμή της Σύμβασης Κύριας Προμήθειας τη στιγμή της υπογραφής ήταν 657.523.069 €. Η εν λόγω ΣΑΩ τροποποιήθηκε την 11 Δεκεμβρίου 2010 με την πρώτη τροποποίηση και την 1 Οκτωβρίου 2013 με τη δεύτερη τροποποίηση.

      • Ως εκ τούτου συντρέχουν ενδείξεις για τέλεση απιστίας σχετικής με την υπηρεσία, το αντικείμενο της οποίας έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, στρεφόμενης κατά του Δημοσίου, εκ της οποίας η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η οποία υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.
      Β. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το ίδιο πρόσωπο και συγκεκριμένα ο τότε Υπουργός Εθνικής Άμυνας Ιωάννης Παπαντωνίου φαίνεται να έχει συμμετοχή σε αριθμό αξιόποινων πράξεων (απιστίας κατά του δημοσίου πιθανώς και νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα).
      Ως εκ τούτου συντρέχει λόγος για διερεύνηση επί τη βάσει των σχετικών εισαγγελικών παραγγελιών και μάλιστα από κοινού, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 129 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σύμφωνα με το οποίο:
      Συναφή θεωρούνται μόνο τα εγκλήματα:
      α) όσα γίνονται από το ίδιο πρόσωπο είτε συγχρόνως, είτε σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους, ή από πολλούς όχι συναίτιους στον ίδιο τόπο και χρόνο,
      β) όσα γίνονται από πολλούς εναντίον αλλήλων, είτε συγχρόνως είτε σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους, και
      γ) όσα γίνονται με σκοπό να διευκολύνουν ή να κάνουν πιο εύστοχη την εκτέλεση ή να αποκρύψουν ένα από αυτά.
      Με βάση τον χρόνο τέλεσης του εγκλήματος της απιστίας κατά του δημοσίου, λεκτέα είναι τα ακόλουθα:
      Κατά το άρθρο 86 παρ.3. του Συντάγματος: Πρόταση άσκησης δίωξης υποβάλλεται από τριάντα τουλάχιστον βουλευτές. Η Βουλή, με απόφασή της που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, συγκροτεί ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, διαφορετικά, η πρόταση απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη. Το πόρισμα της επιτροπής του προηγούμενου εδαφίου εισάγεται στην Ολομέλεια της Βουλής η οποία αποφασίζει για την άσκηση ή μη δίωξης. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. 
Η Βουλή μπορεί να ασκήσει την κατά την παράγραφο 1 αρμοδιότητά της μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος.
      Με τη διαδικασία και την πλειοψηφία του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής η Βουλή μπορεί οποτεδήποτε να ανακαλεί την απόφασή της ή να αναστέλλει τη δίωξη, την προδικασία ή την κύρια διαδικασία.
      Στην συγκεκριμένη περίπτωση τα εγκλήματα της απιστίας φέρεται να έχουν τελεστεί κατά το 2001 με 2004, ενώ η δεύτερη τακτική σύνοδος της ΙΑ βουλευτικής περιόδου (07.03.2004 -18.08.2007), περατώθηκε την 28.09.2006 (Σύνοδος Β’ :03.10.2005 – 28.09.2006).
      Ανεξαρτήτως του αξιοποίνου ή μη (λόγω παρελεύσεως της τασσόμενης προθεσμίας) των εγκλημάτων απιστίας, από τις παραπάνω δικογραφίες που έχουν διαβιβαστεί, προκύπτει ότι σε μια περίπτωση ερευνάται τέλεση εγκλήματος νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Πρέπει να σημειωθεί όμως ότι σε όλες τις περιπτώσεις έχουν γίνει γνωστές περιστάσεις από τις οποίες θα μπορούσαν να συναχθούν ενδείξεις παραγωγής περιουσιακού οφέλους από την πράξη της απιστίας και στη συνέχεια νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
      Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 3691/2008:
      • Νομιμοποίηση εσόδων από τις εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος), που προβλέπονται στο άρθρο 3, αποτελούν οι ακόλουθες πράξεις:
      α) Η μετατροπή ή η μεταβίβαση περιουσίας εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του.
      β) Η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της αλήθειας με οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο, όσον αφορά στη φύση, προέλευση, διάθεση, διακίνηση ή χρήση περιουσίας ή στον τόπο όπου αυτή αποκτήθηκε ή ευρίσκεται ή την κυριότητα επί περιουσίας ή σχετικών με αυτή δικαιωμάτων, εν γνώσει του γεγονότος ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες.
      γ) Η απόκτηση, κατοχή, διαχείριση ή χρήση περιουσίας, εν γνώσει κατά το χρόνο της κτήσης ή της διαχείρισης, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες.
      δ) Η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τοποθέτηση σε αυτόν ή τη διακίνηση μέσω αυτού εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, με σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα.
      ε) Η σύσταση οργάνωσης ή ομάδας δύο τουλάχιστον ατόμων για τη διάπραξη μιας ή περισσότερων από τις πράξεις που αναφέρονται στα παραπάνω στοιχεία α’ έως δ’ και η συμμετοχή σε τέτοια οργάνωση ή ομάδα.
      Εν τω μεταξύ, έχουν γίνει γνωστά τα εξής:
      • Το όνομα του πρώην Υπουργού Ι. Παπαντωνίου αναγράφεται σε λίστα καταθετών εξωτερικού μεγάλων χρηματικών ποσών (1,3 εκατομμυρίων ευρώ στην τράπεζα HSBC , στο όνομα της συζύγου του).
      • Ο ίδιος ο πρώην Υπουργός καταδικάστηκε με αμετάκλητη απόφαση για ανακριβή δήλωση πόθεν έσχες του οικονομικού έτους 2009, ενώ φαίνονται να υπάρχουν εις βάρος του και άλλες ποινικές καταδίκες για ανακριβείς δηλώσεις πόθεν έσχες προηγούμενων ετών.
      Ας σημειωθεί, ότι όπως ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. δ’ του Ν. 2331/1995, όπως την αντικατέστησε το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 3424/2005, «η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις των ανωτέρω στοιχείων α’, β΄ και γ’ της παραγράφου αυτής» (δηλαδή τις πράξεις νομιμοποίησης εσόδων τα οποία προέκυψαν από τη βασική πράξη).Υπάρχει μάλιστα ήδη σημαντικό νομολογιακό προηγούμενο του Ακυρωτικού Δικαστηρίου (ΣυμβΑΠ 1231/2004 ΠοινΧρον ΝΕ/2005,527 =ΠοινΔικ 2005,33επ. =ΠοινΛογ 2004) βάσει του οποίου γίνεται δεκτό, ότι η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος, από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με τον δράστη της νομιμοποίησης, αποκλείεται μόνο σε μια περίπτωση: εκεί όπου συντρέχει σκοπός παροχής συνδρομής σε τρίτο πρόσωπο ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει και δεδομένου ότι χρησιμοποιεί την έκφραση «όποιος», συνάγεται ότι ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995 μπορεί να είναι και οποιοσδήποτε, ακόμη και ο υπαίτιος ενός από τα βασικά εγκλήματα.
      Από τα παραπάνω επίσης προκύπτουν ενδείξεις τέλεσης εγκλήματος νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική ενέργεια με πλείονες τρόπους (περιπτώσεις α, β, γ, δ, ε,) που περιγράφονται στα αντίστοιχα ως άνω εδάφια της διάταξης, οι οποίες θα πρέπει να διερευνηθούν.
      Ας σημειωθεί ότι οι πλείστοι τρόποι τέλεσης τους εγκλήματος νομιμοποίησης εσόδων, όπως είναι η κατοχή περιουσίας και η διακίνησή της στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, συνιστούν εγκλήματα διαρκή, των οποίων η τέλεση συνεχίζεται και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα παραγραφής, πριν από τη λήξη της διάρκειάς τους.
      Ως εκ τούτου
      Προτείνουμε τη σύσταση Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής που θα διενεργήσει προκαταρκτική εξέταση κατά το άρθρο 86 παρ. 3 του Συντάγματος και τα άρθρα 153 επόμενα του Κανονισμού της Βουλής, για την ενδεχόμενη τέλεση των παραπάνω αδικημάτων από τον αναφερόμενο στα έγγραφα των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, πρώην Υπουργό.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s