ΜΗΝΥΤΗΡΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ



Ενώπιον της Κας Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου

ΜΗΝΥΤΗΡΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ

Του Δημητρίου Κωστάκη, κατοίκου Χανίων, οδός …..

ΚΑΤΑ Παντός υπευθύνου.

1

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Με την παρούσα μηνυτήρια αναφορά, Σας εκθέτω μια σειρά από κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που φαίνεται ότι πραγματώνουν την τέλεση σοβαρών ποινικών αδικημάτων εις βάρος των οφειλετών στις τράπεζες, εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος και εις βάρος του Ελληνικού λαού και αφορούν τα ποσά που χρεώνουν στον λογαριασμό των οφειλετών οι τράπεζες, ως και τον τρόπο που συμπεριφέρονται αυτές με τους δανειολήπτες οφειλέτες των, στηρίζονται δε σε εκατοντάδες δικαστικές αποφάσεις εκ των όποιων ενδεικτικά επικαλούμαι 124 από αυτές στο συνημμένο έγγραφο (σχετικό 1) που έχουν εκδοθεί από δικαστήρια όλης της χώρας και ζητώ να διερευνήσετε εάν διαπράχτηκαν από τις τράπεζες αξιόποινες πράξεις και σε καταφατική περίπτωση να ενεργήσετε σύμφωνα με τον νόμο.

Σύμφωνα με τις ανωτέρω 124 δικαστικές αποφάσεις, όλες οι τράπεζες (κρατικές, ιδιωτικές, συνεταιριστικές) είχαν ετοιμάσει και χρησιμοποιούσαν τις ίδιες προτυπωμένες συμβάσεις, οι όποιες δεν αποτελούσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης με τον κάθε δανειολήπτη και οι οποίες προορίζονταν να υπογραφτούν από απροσδιόριστο αριθμό καταναλωτών που θα συμβληθούν μαζί τους και οι οποίες περιέχουν τους ίδιους άκυρους Γενικούς Όρους Συναλλαγών (ΓΟΣ). Τα ανωτέρω αποδεικνύονται επίσης και από την παραδοχή της ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ που έκανε ως προσθέτως παρεμβαίνουσα στην εκδίκαση συλλογικής αγωγής στη δικαστική διαμάχη μεταξύ της Τράπεζας CITYBANK και του Σωματείου με την επωνυμία “ΕΝΩΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ”,(ΕΚΠΟΙΖΩ) επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμό 1219/2001 Αμετάκλητη Απόφαση του Αρείου Πάγου ( σχετικό 5) και η όποια αναφέρει ότι : Προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός της επικαλείται η προσθέτως παρεμβαίνουσα ότι η υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση τράπεζα αποτελεί μέλος της και ότι η προκειμένη υπόθεση αφορά θέματα κύρους γενικών όρων συναλλαγών που διατυπώνονται ομοιόμορφα σε όλες τις επί μέρους συμβάσεις και των λοιπών τραπεζών – μελών της.

Στην συνέχεια κατά την κίνηση του δανείου οι τράπεζες σε εφαρμογή των άκυρων όρων που είχαν συνομολογηθεί στην υπογραφείσα σύμβαση καταχωρούσαν στους λογαριασμούς των δανειοληπτών παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις ως και αθέμιτα επιτόκια κατά το υπερβάλλον των θεμιτών, διογκώνοντας με αυτές τις χρεώσεις πολλαπλασιαστικά το χρέος των οφειλετών λόγω των ενδιάμεσων ανατοκισμών που παρουσίαζαν στα βιβλία των ούτος ώστε το κατάλοιπο που παρουσίαζαν σε αυτά να μην είναι το πραγματικό οφειλόμενο ποσό του κάθε δανειολήπτη, καθιστώντας παράλληλα και τις συμβάσεις που είχαν συνάψει με τους δανειολήπτες, στο σύνολο τους άκυρες. ( ίδετε ανάλυση στο κεφάλαιο 1)

Βασικός όρος των συμβάσεων αυτών είναι ότι συμφωνείται ότι η οφειλή του δανειοδοτούμενου προς την Τράπεζα θα αποδεικνύεται από απόσπασμα που θα έχει εξαχθεί από την ίδια από τα βιβλία της και θα εμφανίζει την κίνηση του των λογαριασμών των που τηρούνται στα πλαίσια της πίστωσης αυτής, είτε από την πρώτη εκταμίευση που έγινε με ένταλμα της Τράπεζας, είτε από την τελευταία αναγνώριση του δανειοδοτούμενου και εφεξής.

Το απόσπασμα αυτό, αναγνωρίζεται ήδη από τον δανειοδοτούμενο ότι αποτελεί πλήρη απόδειξη της απαίτησης της Τράπεζας κατά αυτού, καθώς επίσης αναγνωρίζεται ότι αποτελεί πλήρη απόδειξη και η τηρηθείσα λογιστική κατάσταση μετά το κλείσιμο και σε συνέχεια του λογαριασμού, λόγω καταβολών εκ μέρους των υπόχρεων έναντι της οφειλής τους εκ του καταλοίπου. Τα Δικαστήρια, στην διαδικασία της έκδοσης διαταγής πληρωμής της τράπεζας κατά οφειλέτη, θεωρώντας ως δεδομένο ότι οι τράπεζες είναι σοβαρά πιστωτικά ιδρύματα που δεν παρανομούν χρεώνοντας τον οφειλέτη στα βιβλία τους με παράνομα και καταχρηστικά ποσά, δεχόταν ότι το πραγματικό υπόλοιπο της οφειλής, ήταν το κατάλοιπο που παρουσίαζε η τράπεζα από το απόσπασμα των βιβλίων της και εξέδιδαν την αιτούμενη διαταγή πληρωμής. Ο δανειοδοτούμενος οφειλέτης αφού αφ’ ενός δεν είχε συνήθως την οικονομική δυνατότητα να εμπλακεί σε δικαστική αντιπαράθεση με μία τράπεζα προσλαμβάνοντας εξειδικευμένο δικηγόρο για τα τραπεζικά θέματα και αφετέρου δεν είχε και τον χρόνο να προβεί σε πραγματογνωμοσύνη του λογαριασμού του για να αποδείξει το αντίθετο, (αφού είναι γνωστό ότι εντός 3 ημερών έπρεπε να καταθέσει την ανακοπή με την αίτηση της αναστολής ) ήταν σε δυσμενή θέση και όμηρος της διάθεσης της τράπεζας.

Κατά την υπογραφή των συμβάσεων οι αρμόδιοι υπάλληλοι της τράπεζας απέκρυπταν δολίως από τον δανειολήπτη ότι οι προτυπωμένες συμβάσεις που του έδιναν να υπογράψει, περιείχαν και άκυρους και καταχρηστικούς γενικούς όρους συναλλαγών που θα τους επέτρεπαν να χρεώνουν τον λογαριασμό του με παράνομες χρεώσεις και να διογκώσουν έτσι το ποσό της πραγματικής οφειλής του προσπορίζοντας η τράπεζα παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του δανειολήπτη, και σε τυχόν ερώτημα του, τον διαβεβαίωναν ότι όλα τα αναφερόμενα στις συμβάσεις είναι σύμφωνα με τον νόμο ενώ γνώριζαν (αφού τα νομικά τους επιτελεία είχαν ετοιμάσει τις συμβάσεις αυτές ) ότι η αλήθεια ήταν ότι οι συμβάσεις αυτές περιείχαν και πλήθος τέτοιων άκυρων και καταχρηστικών ορών.

Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω 124 δικαστές αποφάσεις μετά την ανωτέρω όπως φαίνεται εξαπάτηση των δανειοληπτών κατά την υπογραφή της σύμβασης , οι τράπεζες καταχωρούσαν στην καρτέλα του δανείου πάνω από 50 ειδή παράνομων και καταχρηστικών ποσών, όπως ενδεικτικά την εισφορά του Ν.128/75 που σημειωτέον ήταν υποχρέωση των τραπεζών να καταβάλουν στην Τράπεζα της Ελλάδος αλλά την μετακυλούσαν και την ανατόκιζαν παρανόμως στον δανειολήπτη, το ΕΦΤΕ (Ειδικό Φόρο Τραπεζικών Εργασιών), που επίσης ήταν υποχρέωση της τράπεζας και όχι του δανειολήπτης , εκτόκιζαν το δάνειο κάθε τρίμηνο αντί κάθε εξάμηνο που εκ του νόμου έχει ορισθεί, του χρέωναν έξοδα φακέλου, προμήθειες, και όλα τα συναφή λειτουργικά έξοδα της τράπεζας, εκτόκιζαν το δάνειο με ημερολογιακό έτος 360 ημερών αντί του εκ του νόμου ορισθέντος 365 ημερών, και χρησιμοποιούσαν επίσης αθέμιτα και συνεπώς μη νόμιμα εξωπραγματικά επιτόκια εκτοκισμού του δανείου κλπ. Όλες αυτές τις παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις τις κεφαλαιοποιούσαν κάθε τρίμηνο ή εξάμηνο στους λογαριασμό του κάθε πελάτη και τις ανατόκίζαν με αποτέλεσμα το δάνειο να πολλαπλασιάζεται και βέβαια ο δανειολήπτης να αδυνατεί πλέον να το εξοφλήσει.

Όταν η σύμβαση καταγγελλόταν, κατά την συνήθη διαδικασία η τράπεζα κατάθετε αίτηση δια έκδοση διαταγής πληρωμής προσκομίζοντας ως απόδειξη της οφειλής του δανειολήπτη το απόσπασμα των βιβλίων της με το προκύπτον κατάλοιπο, παριστάνοντας ψευδώς όπως φαίνεται ότι το κατάλοιπο αυτό ήταν το πραγματικό νόμιμο ποσό της οφειλής του δανειολήπτη , ενώ η αλήθεια ήταν και την οποία γνώριζαν καλώς αλλά δολίως απέκρυπταν από τον δικαστή ότι στο κατάλοιπο αυτό συμπεριλαμβανόταν και οι παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις που είχαν κάνει στον λογαριασμό του με τις οποίες λόγω των επανειλημμένων ανατοκισμών που είχαν μεσολαβήσει, το ποσό της πραγματικής οφειλής του δανειολήπτη είχε διογκωθεί πολλαπλασιαστικά προκειμένου έτσι να εξαπατηθεί ο δικαστής, να θεωρήσει την απαίτηση βέβαια και εκκαθαρισμένη, να εκδώσει την αιτούμενη διαταγή πληρωμής και έτσι ο δανειολήπτης να εξαναγκαστεί να καταβάλει με δικαστική απόφαση τα ποσά που δεν όφειλε και η τράπεζα να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος ισόποσο με τις παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις που είχε καταχωρήσει στον λογαριασμό του δανειολήπτη στα βιβλία της με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του δανειολήπτη.

Όσες φορές ο δανειολήπτης είχε τις γνώσεις και την οικονομική δυνατότητα να προσλάβει εξειδικευμένο νομικό σύμβουλο, που ανέπτυσσε και αποδείκνυε ότι το κατάλοιπο που παρουσίαζε η τράπεζα στα βιβλία της δεν ήταν το πραγματικό οφειλόμενο ποσό αφού σε αυτό η τράπεζα είχε συμπεριλάβει και παράνομες χρεώσεις, ο δανειολήπτης δικαιωνόταν όπως προκύπτει από εκατοντάδες δικαστικές αποφάσεις εκ των οποίων ενδεικτικά επικαλούμαι 124 από αυτές (σχετικό 1) και από τις όποιες προκύπτει ότι τα δικαστήρια όλων των βαθμών σε όλη την Ελλάδα, έκαναν δεκτή την αίτηση αναστολής και την ανακοπή του και είτε ακύρωναν την διαταγή πληρωμής αναφέροντας στην απόφαση που εξέδιδαν ότι η συμβάσεις των τραπεζών ήταν στο σύνολο των άκυρες και η απαίτησης της Τράπεζας ήταν αόριστη, δεν ήταν βεβαία και εκκαθαρισμένη ή διέταζαν πραγματογνωμοσύνη με εντολή να μην υπολογιστούν στον υπολογισμό της οφειλής οι παράνομες , αθέμιτες και καταχρηστικές χρεώσεις.

Ενδεικτικά:

Α) Η Απόφαση 178/2009 ΕΙΡ ΑΘ (ΑΡΜ 2009/1374) (σχετικό 2) αναφέρει ότι:

Από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα εξής: Με την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής ο ανακόπτων διατάσσεται να καταβάλει στην καθής το ποσό των 857,94 ευρώ, ως υπόλοιπο ανεξόφλητο κεφάλαιο από της χρησιμοποιήσεως της πιστωτικής κάρτας (Visa). Όπως προκύπτει όμως από τα σχετικά έγγραφα, στο ποσό των 857,94 ευρώ έχουν ενσωματωθεί (κεφαλαιοποιηθεί) παρανόμως και υπέρμετροι τόκοι ως και τόκοι τόκων (ενήμερων και υπερημερίας), υπολογισθέντες με επιτόκιο 14,75%+0,60% εισφορά του ν. 128/1975-15,35%, που ήταν εν μέρει (και συγκεκριμένα κατά 7,35%) αθέμιτο και μη νόμιμο κατά την έκταση που αυτό (το επιτόκιο) ήταν ανώτερο κατά 7,35% του δυνάμει της από 6.6.2003 αποφάσεως του Δ.Σ. της ΕΚΤ καθορισθέντος ανωτάτου θεμιτού εξωτραπεζικού (δικαιοπρακτικού) επιτοκίου σε 8% για το διάστημα από 6.6.2003 μέχρι σήμερα (ΑΠ 1219/2001, ΠολΠρΑΘ 6773/2003 (αδημ.) ΕιρΑΘ 2639/2002 (αδημ.), ΜονΠρΑΘ 716/2005). Παράνομα, επομένως, η πιστώτρια τράπεζα χρέωσε τον λογαριασμό εξυπηρέτησης της κάρτας με τα εξής κονδύλια τόκων, επιβαρύνοντας έτσι με υπέρμετρους τόκους τη νόμιμη οφειλή του ανακόπτοντος από τη χρήση της κάρτας…

Δηλαδή εκτοκίστηκαν παράνομα 297,08 ευρώ τόκοι, οι οποίοι και έχουν ενσωματωθεί παράνομα στο διατασσόμενο να πληρωθεί ποσό των 857,94 ευρώ, αφού έχουν υπολογιστεί με το αθέμιτο επιτόκιο των 15,35%, ενώ έπρεπε να υπολογιστούν με το μόνο θεμιτό επιτόκιο των 8%. Καθένα δε κονδύλι τόκων παράνομα κεφαλαιοποιήθηκε και, μέσω του υπολογισμού τόκων στο νέο προκύπτον ανεξόφλητο κεφάλαιο, ανατοκίστηκε σε μηναία συχνότητα, πράγμα που είναι αντίθετο στο άρθρο 12 του ν. 2601/1998, που προβλέπει τον εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων/Ετσι όμως όλα τα ποσά των χρηματικών καταβολών έχουν λογιστεί επί εσφαλμένης εκάστοτε οφειλής, με εντεύθεν πρακτική συνέπεια να είναι ανεκκαθάριστη η απαίτηση των 857,94 ευρώ, για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομενη διαταγή, αφού λόγω των παράνομων τόκων που έχουν ενσωματωθεί στο κεφάλαιο δεν προέκυπτε από τα επικληθέντα έγγραφα η νόμιμη απαίτηση της καθής. Πρέπει, συνεπώς, αφού γίνει δεκτός ο λόγος αυτός, να ακυρωθεί η ανακοπτομενη διαταγή πληρωμής, αφού επιδίκασε απαίτηση τόκων η οποία δεν γεννήθηκε ποτέ. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η ανακοπή κατά της υπ` αριθμ. ……… διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών και να ακυρωθεί αυτή (άρθρο 633 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η καθής δε πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του ανακόπτοντος (άρθρο 176 ΚΠολΔ).

Β) Η Απόφαση 1012/2013 του Ειρηνοδικείου Αθηνών (σχετικό 3) αναφέρει ότι:

Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδεικνύονται τα εξής κρίσιμα και ουσιώδη: Την 11.6.2002 ο ανακόπτων αιτήθηκε την έκδοση πιστωτικής κάρτας Eurobank Visa και η καθής έκανε δεκτό το αίτημα του και του χορήγησε την υπ’αρ. 4792 7605 4727 7015 κάρτα. Το συμβατικό επιτόκιο με τον όρο 8.1 της επίδικης σύμβασης ορίστηκε κυμαινόμενο σε ποσοστό κατά τον χρόνο υπογραφής της σύμβασης (11.6.2002)17,40% συμπεριλαμβανομένης και της εισφοράς Ν.128/75 0,6%, το δε επιτόκιο υπερημερίας ορίστηκε προσαυξημένο σε ποσοστό 2,5% πλέον του συμβατικού.

Λόγω καθυστερήσεως εξόφλησης εκ μέρους του ανακόπτοντος της ελάχιστης μηνιαίας καταβολής του λογαριασμού του ( 4792 7605 4727 7015) η καθής σε εκτέλεση όρου της επίδικης σύμβασης ( όρος 10) την 19.9.2003 κατήγγειλε τη σύμβαση με χρεωστικό κατάλοιπο 2.253,03€ με εξώδικη καταγγελία της που επεδόθη στον ανακόπτοντα με την υπ’αρ.7731Β/7.10.2003 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Σπ. Σούσκα και έκλεισε το λογαριασμό. Εν συνεχεία, από την 19.9.2003 μέχρι την 2.3.2012, δηλαδή επί 8,5 έτη ουδεμία ενέργεια που να παράγει έννομες συνέπειες δεν επιχειρήθηκε από τους διαδίκους.

Την 2.3.2012 η καθής αιτήθηκε την εις βάρος του ανακόπτοντος έκδοση Διαταγής Πληρωμής για το ποσό των 2.253,03€ πλέον τόκων από την 8.10.2003 με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας που ανέρχεται σε ποσοστό 21,55% και πέτυχε την έκδοση της προσβαλομένης υπ’αρ.13975/2012 Διαταγής Πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Την 28.3.2012 η καθής κοινοποίησε στον ανακόπτοντα με την υπ’αρ.2943Α’/28.3.2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Σπύρου Σούσκα την από 22.3.2012 επιταγή προς πληρωμή του Πληρεξουσίου Δικηγόρου της καθής για το ποσό των 18.675 ευρώ εκ των οποίων το ποσό του κεφαλαίου των απαιτήσεων της καθής ανέρχεται σε 2.253,03 € το δε ποσό των τόκων που υπολογίσθηκαν με επιτόκιο υπερημερίας 21,55% από 8.10.2003 μέχρι 22.3.2012, ανέρχεται σε 16.236,82€.

Κατά τον χρόνο υπογραφής της σύμβασης (11.6.2002) το κυμαινόμενο συμβατικό επιτόκιο, χωρίς να συνυπολογίζεται η εισφορά του αρθ.1 Ν.128/75 ποσοστού 0,6% ανήρχετο σε 16,80% και κατά τον χρόνο της καταγγελίας (19.9.2003) σε ποσοστό 16,30%, το δε επιτόκιο υπερημερίας ήταν κατά ποσοστό 2,5% υψηλότερο του εκάστοτε συμβατικού.

Το ποσοστό αυτό όμως κατά το μέρος που υπερβαίνει το εξωτραπεζικό επιτόκιο, το οποίο ίσχυε κατά τον ίδιο χρόνο ( 11.6.2002- 19.9.2003) και ανήρχετο τότε σε ποσοστό από 9,50% μέχρι 8%, όπως προκύπτει από τον πίνακα διαμορφώσεων εξωτραπεζικών επιτοκίων για τις μηνιαίες περιόδους από 11.6.2002 έως 19.9.2003, τον οποίο ο ανακόπτων έχει ενσωματώσει στην ανακοπή του, ήταν έως και 9% ανώτερο από του ισχύοντα τότε τραπεζικού επιτοκίου, ισχυρισμό τον οποίο δεν αντικρούει ρητώς η καθής αλλα αντιθέτως σιωπηρώς ομολογεί, είναι καταχρηστικό και συνεπώς άκυρο. Δηλαδή προκύπτει ότι το επιτόκιο εκ της οφειλής του ανακόπτοντος επιβαρύνθηκε μέχρι και 9% σε σχέση με τα ισχύσαντα εξωτραπεζικά επιτόκια δηλαδή διογκώθηκε η απαίτηση με παράνομα, καταχρηστικά και συνεπώς άκυρα επιτόκια, κατά το μέρος που αυτά υπερέβησαν τα όρια του εκάστοτε ισχύσαντος εξωτραπεζικού επιτοκίου.

Κατ’ακολουθίαν ο σχετικός λόγος ανακοπής με τον οποίο πλήττεται η Διαταγή Πληρωμής ως προς το ύψος και το εκκαθαρισμένο της απαιτήσεως, επειδή σ’αυτήν ενσωματώθηκαν ποσά τόκων παρανόμως υπολογισθέντων είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Πρέπει να σημειωθεί ότι εν μέρει μόνον ακύρωση της Διαταγής Πληρωμής κατά το μέρος του παρανόμως και ακύρως ενσωματωθέντος στην νόμιμη απαίτηση ποσού ώστε να διαφυλαχθεί κατά το μή βλαπτόμενο μέρος ( Κπολδ 629) δεν είναι δυνατή, αφού ο καθορισμός αυτός απαιτεί πολύπλοκους μαθηματικούς υπολογισμούς με μέσα εξειδικευμένα, δυνατότητα την οποία δεν διαθέτει ο ανακόπτων, αλλά ούτε και το Δικαστήριο μπορεί οίκοθεν να ορίσει στα πλαίσια του άρθ. 469 παρ.2 ΚπολΔ, στην καθής πλέον εναπόκειται να διαμορφώσει την απαίτηση σύμφωνα με τους προαναφερθέντες περιορισμούς ως προς τη διαμόρφωση των επιτοκίων. Η εξέταση των λοιπών λόγων ανακοπής δεν κρίνεται αναγκαία μετά την παραδοχή του ως άνω λόγου αυτής και την εντεύθεν απαγγελομένην ακυρότητα της όλης Διαταγής Πληρωμής σύμφωνα με το αρθ,633 παρ 1 ΚπολΔ

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία κατά την διαδικασία των μικροδιαφορών

Δέχεται την ανακοπή

Ακυρώνει την υπ’αρ. 13975/2012 Διαταγή Πληρωμής της Ειρηνοδίκου Αθηνών

Καταδικάζει την καθής στην δικαστική δαπάνη του ανακόπτοντα την οποία ορίζει στο ποσό των 150 ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του.

Αθήνα 22.5.2013

Ο ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Γ)  Η Απόφαση 4443/2004 του Πρωτοδικείου Αθηνών (σχετικό 4) αναφέρει ότι:

    Από τον υπ’αριθμ.2.03 όρο της επίδικης σύμβασης, που αναφέρεται στους συντελεστές επιβαρύνσεων και τον υπ’αριθμ.3.04 όρο που αφορά τον εκτοκισμό, καθώς και το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την ανακόπτουσα με ημερομηνία 2.2.2004 πόρισμα ελέγχου του επίδικου λογαριασμού, που διενεργήθηκε με πρωτοβουλία της ανακόπτουσας από τον μη κερδοσκοπικό οργανισμό με την επωνυμία «Ε Ι Χ Ε», προκύπτει ότι η πιστούχος εταιρία και η εγγυήτρια επιβαρύνθηκαν, μεταξύ άλλων : α) με την εισφορά του ν.128/1975 (0,6%), η οποία, ενώ αποτελεί επιβαλλόμενο στην τράπεζα φόρο (επιβαρύνει τα πάσης φύσεως πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα, υπέρ του κοινού λογαριασμού για την επιστροφή σε εξαγωγικές επιχειρήσεις διαφόρων τόκων, βλ. και Ι.Καράκωστα, Δίκαιο Προστασίας Καταναλωτή, 2004, σελ.119), συνυπολογιζόταν κατά τον εκτοκισμό σαν να ήταν τόκος, β) με τον εκτοκισμό του Ειδικού Φόρου Τραπεζικών Εργασιών (Ε.Φ.Τ.Ε), ο οποίος όμως δεν αποτελεί τόκο, αλλά έξοδο της τράπεζας και γ) με τον εκτοκισμό βάσει ημερολογιακού έτους 360 αντί για 365 ημερών, με αποτέλεσμα την αδικαιολόγητη επαύξηση του ποσού των τόκων εξ ανατοκισμού. Οι όροι όμως αυτοί, οι οποίοι αποσκοπούν στην διευκόλυνση των παραπάνω πρακτικών επιβάρυνσης της οφειλής (και) του εγγυητή,  καθίστανται δυσδιάκριτοι στα μάτια του καταναλωτή, αφού μετακυλίουν σε αυτόν συμβατικούς κινδύνους που έπρεπε να φέρει η πιστώτρια. Αποτελούν κατά τούτο κλασσική περίπτωση διάψευσης των δικαιολογημένων προσδοκιών του εγγυητή   και κατεξοχήν αδιαφανείς όρους. Είναι επομένως βάσιμος ο σχετικός λόγος της κρινόμενης ανακοπής, σύμφωνα με τον οποίο δεν έπρεπε να επιβαρυνθεί η ανακόπτουσα με τα ποσά, που προκύπτουν από τη σε βάρος της πρωτοφειλέτριας μετακύλιση της εισφοράς του ν.128/75, από  τον εκτοκισμό του ΕΦΤΕ και από τον υπολογισμό των τόκων με βάση το  ημερολογιακό έτος 360 ημερολογιακών ημερών.

  Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν.2601/1998 καθιερώθηκε ο υποχρεωτικός εξάμηνος ανατοκισμός των τόκων σε κάθε μορφή πίστωσης που συνοδεύεται από αλληλόχρεο λογαριασμό. Ανατοκίζεται δηλαδή μόνο το κατάλοιπο κατόπιν εξάμηνου τουλάχιστον κλεισίματος του λογαριασμού και όχι το οποιοδήποτε και οποτεδήποτε δημιουργούμενο κατάλοιπο, ενώ αν συμφωνήθηκε μικρότερο διάστημα από εκείνο του εξαμήνου, το κατάλοιπο θα ανατοκίζεται και πάλι όταν συμπληρωθεί το εξάμηνο. Είναι συνεπώς παράνομος ο υπ’αριθμ.3.04 όρος της επίδικης σύμβασης, ο οποίος προβλέπει τρίμηνο εκτοκισμό και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της ανακόπτουσας.

Επειδή, ενόψει της κατά τα ανωτέρω βασιμότητας της κρινόμενης ανακοπής, καθώς και του ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα (από 21/5/2002 έως την υποβολή της κρινόμενης ανακοπής) ίσχυσαν διαφορετικά επιτόκια, η εξεύρεση του ποσού της οφειλής της ανακόπτουσας είναι ζήτημα για το οποίο (λόγω του πλήθους των κονδυλίων και του πολύπλοκου των αριθμητικών και λογιστικών πράξεων, απαιτεί ειδικές γνώσεις επιστήμης (λογιστικής) και συνεπώς πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 368 επ. ΚΠολΔ να διαταχθεί σχετικά πραγματογνωμοσύνη από ένα (1) πραγματογνώμονα, κατά τα στο διατακτικό της παρούσας ειδικότερα οριζόμενα.

Επειδή, μετά από τα πιο πάνω, πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη συζήτησης στο ακροατήριο προκειμένου να διεξαχθεί η κατά τα ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει με παρόντες τους διαδίκους.

Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης..

Διορίζει πραγματογνώμονα τον Δ. Δ., κάτοικο Γαλατσίου, οδός τηλ. από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων του παρόντος Δικαστηρίου, ο οποίος, αφού λάβει γνώση της παρούσας απόφασης, των ταυτάριθμων με την παρούσα απόφαση πρακτικών, της ανακοπής, των προτάσεων και όλων των εγγράφων που θα θέσουν υπόψη του οι διάδικοι και αφού μελετήσει τα παραπάνω, οφείλει να γνωμοδοτήσει εγγράφως, μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την όρκισή του, μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την επίδοση της παρούσας σε αυτόν για το ακριβές ποσό, που οφείλει να καταβάλει η ανακόπτουσα στην καθ΄ης από την αναφερόμενη στο ιστορικό αιτία, κατά το χρονικό διάστημα από 21/5/2002 έως 15/2/2003, χωρίς να συνυπολογίσει στην οφειλή αυτή : Α) τα ποσά της εισφοράς του ν.128/1975 και β) τα ποσά του Ειδικού Φόρου Τραπεζικών Εργασιών (Ε.Φ.Τ.Ε) και αφού υπολογίσει τους οφειλόμενους τόκους του χρονικού αυτού διαστήματος με ημερολογιακό έτος 365 ημερών όπως αυτό διαμορφώνεται, κατά το επίδικο (ως άνω) χρονικό διάστημα, με βάση, πλέον, τον εκτοκισμό των οφειλόμενων τόκων, σε εξαμηνιαία βάση υπολογισμού, και με το επιτόκιο, που έχει καθορίσει η καθής η ανακοπή, εφόσον αυτό δεν υπερβαίνει τα ανώτατα όρια των εξωτραπεζικών επιτοκίων.

Οι τράπεζες ( κρατικές, ιδιωτικές , συνεταιριστικές) , ενώ γνώριζαν ότι στις προδιατυπωμένες συμβάσεις που είχαν συντάξει τα νομικά τους επιτελεία και τις όποιες παρουσίαζαν για υπογραφή στους δανειολήπτες – πελάτες των, χωρίς να έχουν αυτοί την παραμικρή δυνατότητα ατομικής διαπραγμάτευσης, είχαν συμπεριλάβει συνολικά πάνω από 50 παράνομους και καταχρηστικούς όρους και μάλιστα γνωρίζοντας ότι και με δικαστικές αποφάσεις οι όροι αυτοί είχαν κριθεί ως παράνομοι και καταχρηστικοί και τα χρησιμοποιούμενα επιτόκια είχαν που είχαν κριθεί αθέμιτα, και οι συμβάσεις είχαν κριθεί στο σύνολο των άκυρες και γνωρίζοντας επίσης ότι η χρέωση των λογαριασμών των οφειλετών με τα ποσά που προέκυπταν από τους παράνομους και καταχρηστικούς όρους της σύμβασης, ήταν παράνομη, αυτές συνέχιζαν να χρεώνουν τα παράνομα ποσά στους λογαριασμούς των εκατομμυρίων δανειοληπτών πελατών των στα βιβλία των, με αποτέλεσμα αφ ενός να εισπράττουν παρανόμως τα ποσά αυτά , από όσους πελάτες των είχαν την οικονομική ευχέρεια και τους τα κατέβαλαν αχρεωστήτως, χωρίς να γνωρίζουν ότι δεν τα οφείλουν , πιστεύοντας ότι είχαν υποχρέωση να τα καταβάλουν αφού αυτά ήταν καταχωρημένα στα βιβλία της τράπεζας και αφετέρου να διογκώνουν πολλαπλασιαστικά λόγω των επανειλημμένων ανατοκισμών που μεσολαβούσαν, τα πραγματικά υπόλοιπα των λογαριασμών αυτών που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να τα εξυπηρετήσουν και το διογκωμένο υπόλοιπο από τις παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις να το παρουσιάζουν πλασματικά ως «κόκκινα δάνεια» πολλά από τα οποία ήταν ήδη εξοφλημένα εάν αφαιρούταν από αυτά οι παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις.

Από τις ανωτέρω 124 δικαστικές αποφάσεις προκύπτει ότι τα βιβλία των τραπεζών δεν αποτυπώνουν την ύψος της πραγματικής οφειλής του κάθε δανειολήπτη αλλά την παρουσιάζουν πολλαπλασιαστικά διογκωμένη, αφού συμπεριλαμβάνουν σε αυτήν πάνω από 50 παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις οι όποιες ανατοκίστηκαν επανειλημμένα από το 1975 που άρχισε να εφαρμόζεται ο νόμος 128/1975.

Μετά την παραδοχή της ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ως παρεμβαίνουσα ( ίδετε απόφαση 1219/2016 ΑΟ) το πραγματικό γεγονός ότι όλες οι τράπεζες χρησιμοποιούσαν τους ίδιους Γενικούς Όρους Συναλλαγών ( ΓΟΣ) στις συμβάσεις τους με τους δανειολήπτες και τους οποίους οι 124 επικαλούμενες δικαστικές αποφάσεις έκριναν ότι είναι άκυροι, παράνομοι και καταχρηστικοί προκύπτει ότι ΟΛΕΣ οι τραπεζικές συμβάσεις είναι ΑΚΥΡΕΣ, το πραγματικό υπόλοιπο των οφειλετών δεν είναι αυτό που παρουσιάζουν οι τράπεζες στα βιβλία τους ( κατάλοιπο) αλλά είναι αυτό που θα προκύψει μετά την ΑΦΑΙΡΕΣΗ των ποσών των παράνομων και καταχρηστικών χρεώσεων και των αθέμιτων επιτοκίων κατά το ποσό που αυτά υπερέβαιναν τα θεμιτά επιτόκια που είχαν καταχωρήσει οι τράπεζες στους λογαριασμούς των οφειλετών, ΟΛΕΣ οι αχρεώστητες καταβολές των οφειλετών που έγιναν, ΟΛΕΣ οι περιοδικές αναγνωρίσεις των δανειοληπτών , ΟΛΕΣ οι πτωχεύσεις, ΟΛΕΣ οι διαταγές πληρωμής, ΟΛΟΙ οι πλειστηριασμοί, ΟΛΕΣ οι ρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένης και τις ρυθμίσεις του νόμου Κατσέλη, ΟΛΕΣ οι ρυθμίσεις που επιχειρούνται τώρα στα πλαίσια του Νόμου 4224/2013 (Κώδικας Δεοντολογίας) ΟΛΑ τα αποτελέσματα των stress test στις τράπεζες, ΟΛΕΣ ανακεφαλοποιήσεις των τραπεζών που έγιναν με δάνεια του Ελληνικού Δημοσίου στα πλαίσια των μνημονίων , ΟΛΕΣ οι πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις που επίσης λήφθεισαν στα πλαίσια των μνημονίων, και οι όποιες στηρίζονται στην βάση ότι το υπόλοιπο που παρουσιάζουν η τράπεζες στα βιβλία τους είναι η πραγματική οφειλή του κάθε οφειλέτη, ΕΧΟΥΝ ΛΟΓΙΣΘΕΙ ΕΠΙ ΕΣΦΑΛΜΕΝΗΣ ΕΚΑΣΤΟΤΕ ΟΦΕΙΛΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙ ΑΚΥΡΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΚΥΡΩΘΟΥΝ-ΑΝΑΘΕΩΡΗΘΟΥΝ.

ΗΤΑΝ ΜΕΓΑ ΛΑΘΟΣ η μη εξέτασης επί δεκαετίες ( ακόμη και πριν την εποχή των μνημονίων) από καμία αρχή κατά πόσο τα βιβλία των τραπεζών στα οποία στηρίχτηκαν όλα τα ανωτέρω εμφανίζουν τις πραγματικές και νόμιμες οφειλές των δανειοληπτών – οφειλετών των, παρόλο την ύπαρξη πλήθος δημοσιεύσεων, έκδοση βιβλίων, εκπομπές σε τηλεόραση, την δημιουργία συλλόγων και ομοσπονδιών δανειοληπτών που στηλίτευαν αυτές τις παρανομίες των τραπεζών και την ύπαρξη εκατοντάδων δικαστικών αποφάσεων από τα δικαστήρια όλης της χώρας που δεν δεχόταν ως πραγματικό και νόμιμο το κατάλοιπο του κάθε οφειλέτη που παρουσίαζαν στα βιβλία των οι τράπεζες. Δεδομένου δε ότι οι συμβάσεις αυτές δεν ήταν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, αλλά ήταν προτυπωμένες και όμοιες για όλους τους πελάτες , όλων των τραπεζών όπως παραδέχεται και η ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ αποδεικνύει ότι οι παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις του δανειολήπτη διάδικου που αναφερόταν στις δικαστικές αποφάσεις δεν ήταν οι μοναδικές αλλά γινόταν επίσης σε όλους του πελάτες όλων των τραπεζών δηλαδή σε εκατομμύρια Έλληνες.

Η ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΑΥΤΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ως ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΓΑ ΛΑΘΟΣ που ήταν η μη εξέτασης επί δεκαετίες ( ακόμη και πριν την εποχή των μνημονίων) από καμία αρχή κατά πόσο τα βιβλία των τραπεζών στα οποία στηρίχτηκαν σοβαρότατες αποφάσεις, εμφανίζουν τις πραγματικές και νόμιμες οφειλές των δανειοληπτών – οφειλετών των είχε ΤΡΑΓΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ για την Ελλάδα αφού της κόστισε το κλείσιμο πάνω από 400.000 επιχειρήσεων, πάνω από 2.000.000 ανέργους ( στους 1.500.000 ανέργους των καταστάσεων του ΟΑΕΔ πρέπει να προστεθούν και οι επιχειρηματίες των επιχειρήσεων που έκλεισαν και που συνήθως απασχολούμενοι σε αυτές ήταν οι ίδιοι και η γυναίκα των και δεν φαίνονται στις καταστάσεις του ΟΑΕΔ) την μετανάστευση 200.000 ελλήνων και πάνω από 6.000 αυτοκτονίες. Της κόστισε επίσης την απώλεια της ανταγωνιστικότητας όλης της οικονομίας της Ελλάδος (αφού ο Έλληνας επιχειρηματίας δανειζόταν με επιτόκια 469% παραπάνω από τον ανταγωνιστή ομοειδών προϊόντων που βρισκόταν σε άλλη χώρα της ευρωζώνης – όπως αναφέρω στο σχετικό κεφάλαιο 11 της παρούσης ) την στέρηση από την Ελληνική οικονομία του τεράστιου ποσού των 233 δις 939 εκατ. 615 χιλιάδες ευρώ μόνο για το χρονικό διάστημα 2001 έως 2015 το οποίο κατέβαλαν αχρεωστήτως οι οφειλέτες στις τράπεζες χωρίς να γνωρίζουν ότι δεν το οφείλουν ( ίδετε κεφάλαιο 14) . Είναι αυτονόητο ότι εάν το ποσό αυτό δεν είχε αφαιρεθεί όπως φαίνεται από τις τράπεζες με τους παράνομους τρόπους που αναφέρουν οι 124 δικαστικές αποφάσεις και βρισκόταν εντός της Ελληνικής αγοράς , η χώρα και οι Έλληνες θα βρισκόταν σε ανάπτυξη και όχι σε εξαθλίωση που είναι τώρα, της κόστισε επίσης 3 μνημόνια που δεν θα χρειαζόταν εάν τα ποσά αυτά ήταν στην ελληνική οικονομία (εκτός ίσως κάποιων απαραίτητων μεταρρυθμίσεων, που και αυτές όμως δεν θα γινόταν με τον βίαιο τρόπο που γίνονται τώρα). Της κόστισε επίσης τρείς ανακεφαλαιώσεις τραπεζών ποσού γύρω στα 50 δις που αναγκάστηκε να δανειστεί το Ελληνικό δημόσιο για να αποκτήσουν κεφαλαιακή επάρκεια σε σχέση με το ποσό των «κόκκινων δανείων» που παρουσίαζαν στα βιβλία τους αφού εάν τα «κόκκινα δάνεια» δεν ήταν πολλαπλασιαστικά διογκωμένα και αντιπροσώπευαν το σύνολο των πραγματικών οφειλών των δανειοληπτών το υπόλοιπο τους δεν θα ήταν σήμερα 115 δις που τα παρουσιάζουν οι τράπεζες αλλά κάτω από 43 δις και συνεπώς ένα πολύ μεγάλος αριθμός από αυτά θα ήταν είτε εξοφλημένα είτε το πραγματικό οφειλόμενο ποσό θα ήταν μικρό και αφ΄ ενός θα εξυπηρετούνται από τους οφειλέτες των στην συντριπτική πλειοψηφίας των και αφ’ εταίρου θα ήταν σε τέτοιο μικρό ποσό που δεν θα απειλούσαν την επάρκεια κεφαλαίων των τραπεζών και συνεπώς δεν θα χρειαζόταν οι τράπεζες τις ανακεφαλαιώσεις που τους έγιναν.

2

ΝΟΜΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ

(ΑΚΥΡΟΙ-ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΟΙ-ΠΑΡΑΝΟΜΟΙ ΟΡΟΙ. – ΑΘΕΜΙΤΑ ΕΠΙΤΟΚΙΑ- ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ – ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ

2.1) Για τον έλεγχο του κύρους των Γενικών Όρων Συναλλαγής (Γ.Ο.Σ.) στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ καταναλωτών και προμηθευτών και κυρίως της καταχρηστικότητας αυτών, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 2, του Νόμου 2251/1994 «Περί Προστασίας των Καταναλωτών», που ενσωμάτωσαν την οδηγία 93/13/ΕΟΚ της 05-04-1993 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 3587/2007, με ενσωμάτωση της οδηγίας 2005/29 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 6, του Νόμου 2251/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10, παράγραφος 24, εδάφιο β’, του Νόμου 2741/1999, «Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, απαγορεύονται και είναι άκυροι.

Σύμφωνα με την πάγια στάση του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, η εκ μέρους του καταναλωτού υπογραφή και η εντεύθεν «αποδοχή» προδιατυπωμένου Γενικού Όρου Συναλλαγών (Γ.Ο.Σ), δε συνεπάγεται ότι ο όρος αυτός είναι ισχυρός, σε κάθε δε περίπτωση επιτρέπεται στον καταναλωτή να ζητήσει δικαστική προστασία για τη διάγνωση τυχόν ακυρότητάς του.

Στο άρθρο 2, παράγραφος 7 του ανωτέρου Νόμου 2251/1994 (ΦΕΚ 191 Α/16-11-1994) γίνεται απαρίθμηση 33 «per se» όρων που σε κάθε περίπτωση κρίνονται καταχρηστικοί.

Κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός Γενικού Όρου Συναλλαγής, εξετάζεται σε πρώτη φάση αν αντίκειται σε απαγορευτική ρήτρα, αν συγκαταλέγεται δηλαδή στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του άρθρου 2, παράγραφος 7, του Νόμου 2251/1994, ο οποίος περιέχει τις 33 «per se» καταχρηστικές ρήτρες. Σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος, ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος Γενικός Όρος Συναλλαγής περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου, (ΑΠ 1219/2001).

Δεδομένου ότι οι Γενικοί Όροι Συναλλαγών είναι δυνατόν να αποτελέσουν περιεχόμενο κάθε είδους σύμβασης ιδιωτικού δικαίου, ρυθμισμένης ή αρρύθμιστης από τον Αστικό Κώδικα, επώνυμης ή μικτής, στο πεδίο των τραπεζικών συναλλαγών γίνεται ευρύτατη χρήση τους για τη χορήγηση πάσης φύσεως δανείων, ενέγγυων πιστώσεων, εγγυητικών επιστολών, για τη σύναψη συμβάσεων ανοίγματος πιστώσεων (συνήθως με αλληλόχρεο λογαριασμό) και κάθε είδους καταθέσεων. Σε αυτές τις τραπεζικές συμβάσεις οι Γενικοί Όροι Συναλλαγών παρουσιάζονται συνήθως, είτε ως προδιατυπωμένοι έντυποι όροι, προοριζόμενοι να διέπουν όλες τις συναλλαγές όλων των τραπεζών με τους πελάτες των, είτε ως πάγιο περιεχόμενο εντύπων ατομικών συμβάσεων προσχώρησης.

Οι διατάξεις του άρθρου 2, του Νόμου 2251/1994 για τους Γενικούς Όρους Συναλλαγών εφαρμόζονται ευθέως ή κατ’ αναλογία κατά τον έλεγχο των τραπεζικών Γενικών Όρων Συναλλαγών και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν ο πελάτης συναλλάσσεται με την τράπεζα στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή και της εμπορικής του ιδιότητας, αρκεί να χαρακτηρίζεται η συγκεκριμένη συναλλαγή από ανισομέρεια σε βάρος της διαπραγματευτικής δύναμης του πελάτη της τράπεζας που είναι όμως αυτονόητη αφού ο δανειολήπτης συναλλασσόμενος με Τράπεζα είναι πάντοτε το ασθενές μέρος. Εξάλλου, η τράπεζα υπάγεται στην έννοια του προμηθευτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1, παράγραφος 4, περίπτωση β’ του Νόμου 2251/1994, που ορίζει ότι «ο προμηθευτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή».

Συνεπώς η προστασία του Νόμου 2251/1994 «Περί Προστασίας των Καταναλωτών» εφαρμόζεται και στα επαγγελματικά δάνεια που χορηγούν οι τράπεζες όπως έκριναν επανειλημμένα τα Δικαστήρια . Ενδεικτικά: 

Tο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας με την υπ’ αριθμό 83/2013 απόφαση του με την οποία αποσαφηνίζοντας την έννοια του «καταναλωτή» και του «εγγυητή» αναφέρει ότι : Καταναλωτής είναι ο τελικός αποδέκτης υπηρεσιών-προϊόντων Τράπεζας, αδιαφόρως αν αυτά προορίζονται για προσωπική ή επαγγελματική χρήση και ο εγγυητής που παρέχει εγγύηση στα πλαίσια μη επαγγελματικής του δραστηριότητας για εξυπηρέτηση όχι δικών του συμφερόντων, αλλά για την εξασφάλιση της οφειλής εμπόρου (βλ. Και ΑΠ 1332/2012).

Με την υπ’ αριθμό 15/2014 απόφασή του (ασφαλιστικά μέτρα) το Ειρηνοδικείο Μεγαλοπόλεως, έκρινε ότι επί φερόμενου ως επαγγελματικού δανείου (αλληλόχρεου λογαριασμού) τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του Ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών και κατέληξε ότι θα πρέπει να ανασταλεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής γιατί:
 α) Είναι παράνομος ο υπολογισμός των τόκων επί έτους 360 ημερών 
β) Είναι παράνομη η μετακύλιση της εισφοράς του Ν.128/1975 
γ) Είναι παράνομη η τοκοφορία και ο ανατοκισμός της εισφοράς του Ν.128/1975
 δ) Ως εκ των ανωτέρω πιθανολογείται ότι είναι άκυρη ολόκληρη η σύμβαση, διότι δεν θα είχε επιχειρηθεί από την τράπεζα, δίχως το άκυρο μέρος της.

Επίσης το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου με την υπ’ αριθμό 27/2014 Απόφαση του στην εκδίκαση της υπόθεσης μεταξύ του Αιτούντος……. Και της Αιτούσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ALPHA Τραπεζική ανώνυμη εταιρεία» με τον διακριτικό τίτλο «ALPHA BANK»…. Αποφάσισε ότι « οι διατάξεις του ανωτέρω άρθρου 2 του ν 32252/94 για τις ΓΟΣ εφαρμόζονται ευθέως κατ’ αναλογία και μάλιστα ανεξάρτητα εάν ο πελάτης συναλλάσσεται με την τράπεζα στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή εμπορικής του ιδιότητας αρκεί να χαρακτηρίζεται η συγκεκριμένη συναλλαγή από ανισομέρεια σε βάρος της διαπραγματευτικής του δύναμης σαν πελάτης της τράπεζας»

Επίσης η υπ’ αριθμό 257/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω (σελίδα 7) αναφέρει ότι: Προκειμένου λοιπόν να θεωρηθεί ως καταναλωτής ένα πρόσωπο πρέπει να πληροί τις δύο παραπάνω προϋποθέσεις: α) Να πρόκειται για προϊόντα ή υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά β) ο προμηθευόμενος αυτά τα προϊόντα ή υπηρεσίες να είναι ο τελικός αποδέκτης. Παράλληλα δεν απαιτείται ο τελικός αποδέκτης να χρησιμοποιήσει τα αγαθά ή τις υπηρεσίες για προσωπικές του, δηλαδή μη επαγγελματικές ανάγκες του όπως απαιτούσε ο προηγούμενος νόμος (άρθρο 2 παρ.1 ν 1969/1991). Ενόψει αυτών η έννοια του καταναλωτή σύμφωνα με την ως άνω διάταξη είναι ευρεία και καταλαμβάνει κάθε πρόσωπο που αποτελεί τον τελικό αποδέκτη ενός προϊόντος ή μια υπηρεσίας, ασχέτως αν η χρήση για την οποία προορίζεται, είναι προσωπική ή επαγγελματική (ΑΠ 891/2013, 1343/2012, 1332/2012, 733/2011,ΝΟΜΟΣ ,την υπ’ αριθμό 30/2012 Μονομ.πρωτ. Νάξου, 3377/2007 Μονομ.πρωτ Αθηνών)

2.2) Η από 25 Ιουνίου 2008 Ζ1 – 798 Υπουργική Απόφαση (σχετικό 6), όπως αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ’ αριθμ. Ζ1-21/17-01-2011 (με Θέμα «Τροποποίηση – συμπλήρωση της υπ’ αριθμ. Ζ1-798/25-06-2008 ΦΕΚ Β΄1353 Απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης για την απαγόρευση αναγραφής στις συμβάσεις των τραπεζών 15 Γενικών Όρων Συναλλαγών που έχουν κριθεί καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις αποφασίζει «Την απαγόρευση αναγραφής των Γενικών Όρων Συναλλαγών που έχουν κριθεί ως καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις επί αγωγών ενώσεων καταναλωτών, σε συμβάσεις που συνάπτουν τα Πιστωτικά Ιδρύματα με τους καταναλωτές»

Κατά της ανωτέρω, από 25 Ιουνίου 2008 Ζ1 – 798 Υπουργικής Απόφασης, η Ένωση Ελληνικών Τραπεζών άσκησε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αίτηση ακυρώσεως την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε με την υπ’ αριθμ. 1210/2010 απόφασή του αναφέροντας ρητά ότι είναι νόμιμη η απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης που απαγόρευε την αναγραφή συγκεκριμένων όρων συναλλαγών – κριθέντων ήδη ως καταχρηστικών με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις – σε συμβάσεις που συνάπτουν τα πιστωτικά ιδρύματα με τους καταναλωτές).

2.3) ΕΙΣΦΟΡΑ Ν.128/75 – ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ Ν.128/1975:

Α.3.1) H υπ’ αριθμό 5188/2014 Απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών (σχετικό 7) αναφέρει ότι:

«Κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 1 του Ν. 128/1975, που αφορά τροποποίηση και συμπλήρωση διατάξεων, αναφερομένων στη λειτουργία του χρηματοδοτικού συστήματος, από το έτος 1976 επιβάλλεται εισφορά,  που βαρύνει τα πάσης φύσεως πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα, υπέρ του κοινού λογαριασμού για την επιστροφή σε εξαγωγικές επιχειρήσεις διαφόρων τόκων. Ο λογαριασμός αυτός δημιουργήθηκε στην Τράπεζα Ελλάδος κατ’ εφαρμογή της από 19-03- 1962 μεταξύ των Τραπεζών σύμβασης, η οποία εγκρίθηκε με την 1265/12/1962 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, τροποποιήθηκε δε και συμπληρώθηκε με την από 30-01-1969 διατραπεζική σύμβαση, που εγκρίθηκε με την 1520117/18-02-1969 απόφαση της ίδιας επιτροπής. Η εισφορά αυτή βαρύνει τα πάσης φύσεως πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης και της Τράπεζας της Ελλάδος και ανέρχεται σε ποσοστό ένα επί της χιλίοις ετησίως, επί του μέσου ετησίου ύψους των εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ’ αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανομένων και των πιστώσεων προς Τράπεζα, ως και προς το Δημόσιο, πλην των εντόκων γραμματίων. Η εισφορά αυτή οφείλεται πέραν των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962, μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, συμφωνηθεισών εισφορών (ΟλΑΠ 35/1997 ΕλλΔνη 38.1997.1530). Εξάλλου, στην παράγραφο 2 του άρθρου 22 του Ν. 2515/1997 (ΦΕΚ Α’ 154), το οποίο ρυθμίζει το ζήτημα της ίδιας εισφοράς στις περιπτώσεις των δανείων που χορηγούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού ορίζεται ότι: «Η εισφορά αυτή (εννοεί του Ν. 128/1975) επιβάλλεται και επί των δανείων σε δραχμές και συνάλλαγμα και των ισοδυνάμου αποτελέσματος συμβάσεων από πιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού προς φυσικά ή νομικά πρόσωπα που είναι υπόχρεα προς υποβολή φορολογικής δήλωσης. Στην περίπτωση αυτή υπόχρεος για την απόδοση της εν λόγω εισφοράς είναι ο δανειοδοτούμενος». Από τη σαφή γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι η ανωτέρω εισφορά του Ν. 128/1975 βαρύνει τα κάθε είδους πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα και σε καμία περίπτωση τους δανειολήπτες πελάτες αυτών. Τούτο αβίαστα συνάγεται κατ’ αρχήν από την ίδια τη γραμματική διατύπωση των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 1 του Ν. 128/1975, στην οποία ρητά ορίζεται ότι: «επιβάλλεται εισφορά που βαρύνει τα πάσης φύσεως πιστωτικά ιδρύματα υπέρ του κοινού λογαριασμού …», δηλ. τούτο κατ’ αρχήν με σαφήνεια προκύπτει από τη χρησιμοποιούμενη διατύπωση του νόμου, που ορίζει ότι υπόχρεοι για την εν λόγω εισφορά είναι το: πιστωτικά ιδρύματα. Πρόκειται δε περί ηθελημένης νομοθετικής ρύθμισης και όχι περί γνησίου κενού, που θα δικαιολογούσε με ανάλογη ερμηνεία της άνω διάταξης τη μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς στους δανειοδοτούμενους, αφού στις περιπτώσεις που ο νομοθέτης θέλησε τούτο, το ορίζει ρητά, όπως στην περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 22 του Ν. 2515/1997, με την οποία επιβάλλεται η υποχρέωση καταβολής της εισφοράς αυτής και στα πιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού, όπου ορίζεται ρητά ότι: «στην περίπτωση αυτή υπόχρεος για την απόδοση της εν λόγω εισφοράς είναι ο δανειοδοτούμενος». Η υποχρέωση δηλ. αποκλειστικά και μόνο των πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα για την καταβολή της εν λόγω εισφοράς του Ν. 128/1975 και η απαγόρευση της μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς στους δανειοδοτούμενους, προκύπτει σαφέστατα και κατ’ αντιδιαστολή από την ως άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 22 του Ν. 2515/1997 (ΕφΑΘ 5253/2003, ΠΠρΑΘ 1119/2002, ΕιρΑΘ 2874/2004 αδημ.).

Και βέβαια, είναι δυνατή η δια συμβάσεως ανάληψη εκ μέρους τρίτου προσώπου της σχετικής υποχρεώσεως (361, 471 επ. ΑΚ), όμως δεν μπορεί να γίνει λόγος για αναδοχή χρέους στην περίπτωση αυτή, αφού απαιτείται σύμβαση μεταξύ του δανειστή (Τράπεζα Ελλάδος) και του τρίτου, αλλά μόνο για απλή υπόσχεση ελευθερώσεως (478 ΑΚ). Η σύμβαση αυτή όμως είναι αιτιώδης, σε αντίθεση με τη σωρευτική ή τη στερητική αναδοχή χρέους (Γεωργιάδης Απόστολος, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό μέρος, σ. 444, Κρητικός, σε ΑΚ Γεωργιάδη Σταθόπουλου, άρθρο 478, αρ. 2) σε κάθε περίπτωση δε υπόκειται σε έλεγχο μέσω των γενικών ρητρών του ΑΚ, ιδίως του 174 και 281 ΑΚ (βλ. Σταθόπουλος σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου. 361 ΑΚ). Έτσι, στην περίπτωση της εισφοράς του Ν. 128/1975 η συμφωνία ελευθερώσεως είναι άκυρη αν δεν προβλέπεται από τη σύμβαση αιτία (causa) επιδόσεως ως προς τη συγκεκριμένη παροχή (βλ. Παπαντωνίου, Γενικές Αρχές, 1983, σ. 280) (βλ. με άλλη αιτιολογία ως προς τη θεμελίωση του παρανόμου ΕφΑθ 5253/2003 ΕΕμπΔ 2003.643, ΜονΠΤρικ 137/2003 ΕλλΔνη 2003.1433) .

Στους προδιατυπωμένους Γενικούς Όρους Συναλλαγών (ΓΟΣ) των τραπεζικών συμβάσεων δεν αναφέρεται η αιτία μετακύλυσης της εισφοράς του Νόμου 128/1975 στους δανειολήπτες και συνεπώς, η συμφωνία ελευθερώσεως των τραπεζών από τη σχετική υποχρέωση των για απόδοση της εισφοράς του Νόμου 128/75 στην Τράπεζα της Ελλάδος και επιβαρύνσεως του επιτοκίου με το ποσοστό της εισφοράς του Νόμου 128/75 είναι άκυρη.

2.3.2) Ως προς τον ανατοκισμό της εισφοράς του Ν. 128/1975 σημειώνονται το: εξής: Από τη διάταξη του άρθρου 8 § 6 του Ν. 1083/1980 «περί αγοράς και πωλήσεως συναλλάγματος και ξένων τραπεζικών γραμματίων», προκύπτει ότι η Νομισματική Επιτροπή με αποφάσεις της δύναται να επιτρέπει τον εκτοκισμό των οφειλομένων τόκων στα πιστωτικά ιδρύματα, που λειτουργούν στην Ελλάδα, χωρίς οποιοδήποτε χρονικό ή άλλο περιορισμό. Με βάση αυτή τη νομοθετική εξουσιοδότηση, εκδόθηκε η 289/30-10-1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, που δημοσιεύθηκε στη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και έχει ισχύ νόμου (βλ. άρθρο 8 § 6 Ν. 1083/1980), με την οποία ορίσθηκε ότι «ο εκτοκισμός των οφειλομένων εις τας τράπεζας και τους λοιπούς πιστωτικούς οργανισμούς εν καθυστερήσει τόκων, δύναται να γίνεται από της πρώτης ημέρας καθυστερήσεως άνευ οιουδήποτε χρονικού ή άλλου περιορισμού», ενώ στο εδάφιο β’ της ίδιας αποφάσεως αναφέρεται ότι ο λόγος εκδόσεως της είναι η αναγκαιότητα του εκτοκισμού των καθυστερούμενων τόκων αμέσως μόλις καταστούν απαιτητοί για την κάλυψη του αντίστοιχου εκτοκισμού των τόκων που οφείλουν οι τράπεζες στους καταθέτες τους και λοιπούς δανειστές τους. Με τη διάταξη αυτή θεσπίστηκε εξαίρεση, για τις τραπεζικές συναλλαγές, ως προς τους περιορισμούς που τίθενται από τις διατάξεις των άρθρων 296 ΑΚ και 110 και 111 §2 ΕισΝΑΚ. Κατά την έννοια δε της αποφάσεως αυτής της Νομισματικής Επιτροπής, ο κατ’ εξαίρεση από τους περιορισμούς του ανατοκισμού «εκτοκισμός των εν καθυστερήσει τόκων» επιτρέπεται μόνο με την προϋπόθεση ότι τούτο έχει συμφωνηθεί από τα μέρη, εφόσον δηλαδή ο οφειλέτης έχει αποδεχθεί με την πιστωτική σύμβαση, τον δυσμενή γι’ αυτόν όρο για τον κατά τον παραπάνω τρόπο ανατοκισμό των καθυστερούμενων τόκων (ΟλΑΠ 8, 9/1998 ΔΕΕ 1998.177 επ.). Το νομοθετικό αυτό καθεστώς έπαψε πλέον να ισχύει για τις νέες (μετά τη θέση σε ισχύ του νόμου) τραπεζικές συμβάσεις (άρθρο 12 Ν. 2601/1998). Σύμφωνα με την εξαίρεση αυτή που θεσπίστηκε με την κυρωθείσα με νόμο απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, παρεχόταν στις Τράπεζες και στα πιστωτικά ιδρύματα η ευχέρεια, στο πλαίσιο του επιτρεπτού κανόνα δικαίου που έθετε η διάταξη, να εκτοκίζουν, δηλαδή, κατά τον χρησιμοποιούμενο αυτό οικονομικό όρο, να υπολογίζουν λογιστικώς τόκους επί καθυστερούμενων τόκων από την πρώτη ημέρα της καθυστερήσεως τους (βλ. για έννοια εκτοκισμού ΑΠ 1355/1988 ΕλλΔνη 1999.287 (290), ΠολΠΑΘ 1443/2002 ΝοΒ 2003.683 (686)).

Περαιτέρω, ο κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 8 περ. 6 του Ν. 1083/1980 και της αποφάσεως 289/1980 της Νομισματικής Επιτροπής ιδιαίτερος τρόπος ανατοκισμού των απαιτήσεων των Τραπεζών εξακολουθεί να διέπει αυτές και μετά τον εξοπλισμό τους με δικαστική απόφαση ή άλλο εκτελεστό τίτλο, καθόσον και μετά τούτο οι οφειλόμενοι για την κύρια απαίτηση τόκοι εξακολουθούν να έχουν το χαρακτήρα .«οφειλομένων σε πιστωτικά ιδρύματα τόκων», όπως ορίζει το άρθρο 8 § 6 του Ν. 1083/1980 και η προαναφερθείσα απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής (ΑΠ 1782/2002 ΕλλΔνη 2002.1430). Από τις παραπάνω ρητές διατάξεις του προϊσχύοντος και του υφισταμένου νομοθετικού καθεστώτος, επιτρεπτός είναι ο ανατοκισμός καθυστερούμενων τόκων και μόνον. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται ανατοκισμός προμηθειών και εξόδων. Κάθε αντίθετη σύμβαση είναι ευθέως αντίθετη στις παραπάνω διατάξεις, σε κάθε δε περίπτωση ελέγχεται μέσω των διατάξεων 174, 178, 179 ΑΚ. Ακόμη και με τελεολογική ερμηνεία των σχετικών διατάξεων το συμπέρασμα είναι ίδιο, αφού ενόψει του ότι η απόφαση της Νομισματικής επιτροπής θεσπίζει εξαίρεση πρέπει να ερμηνεύεται στενά. (ΕφΛαμ 124/2007, ΠολΠρΑΘ 7607/2007 προσκ, ΜονΠρΑΘ 7630/2006).

Τελικώς οι τράπεζες σε εφαρμογή των άκυρων αυτών Γενικών Όρων Συναλλαγών (ΓΟΣ) στις προδιατυπωμένες συμβάσεις των, χρέωναν επιπλέον αθέμιτους και παράνομους τόκους στους λογαριασμούς των δανειοληπτών κατά το ποσό της εισφοράς του Ν. 128/1975 την οποία μάλιστα επίσης παράνομα ανατόκιζαν, με αποτέλεσμα να διογκώνουν το ποσό της πραγματικής οφειλής των οφειλετών, προσπορίζοντας παράνομο όφελος, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας των οφειλετών, οι οποίοι τελικά εάν είχαν την οικονομική δυνατότητα, κατέβαλαν αχρεωστήτως και χωρίς να γνωρίζουν ότι δεν είχαν υποχρέωση να το καταβάλουν, το παράνομο αυτό ποσό της εισφοράς του Ν. 128/1975 που τους χρέωνε η τράπεζα στον λογαριασμό τους, αφού όπως φαίνεται από τα ανωτέρω είχαν εξαπατηθεί από τις τράπεζες που τους παρίσταναν ψευδώς ότι το ποσό της εισφοράς του Ν. 128/1975 με το οποίο είχαν χρεώσει τον λογαριασμό τους ήταν το νόμιμο , και αφ’ εταίρου οι τράπεζες τους παρασιωπούσαν δολίως, αν και το γνώριζαν πολύ καλά, ότι η χρέωση της εισφοράς του Ν 128/1075 και ο ανατοκισμός της, ήταν παράνομη γιατί έτσι αυξανόταν ο τόκος της οφειλής των κατά το ποσό της. Εάν ο δανειολήπτης δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει τα ζητούμενα ποσά της εισφοράς του Ν 128/1975, το δάνειο έμπαινε σε καθυστέρηση, και εμφανιζόταν πλέον στα βιβλία της τράπεζας ως «κόκκινο δάνειο» ΟΧΙ όμως με το πραγματικό ποσό της οφειλής, αλλά με το κατάλοιπο που παρανόμως η τράπεζα είχε διογκώσει, προσθέτοντας σε αυτό το παράνομο ποσό της εισφοράς του Ν. 128/75 και το οποίο στην συνέχεια με τους επανειλημμένους ανατοκισμούς που μεσολαβούσαν, διογκωνόταν πολλαπλασιαστικά με αποτέλεσμα να είναι πλασματικά και ψευδή ΟΛΑ τα ποσά των «ΚΟΚΚΙΝΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ » που παρουσίαζαν ΟΛΕΣ οι τράπεζες στα βιβλία των αφού πλέον αυτά δεν παρουσίαζαν τα ποσά της πραγματικής οφειλής των οφειλετών των.

2.3.3) Η υπ’ αριθμό 257/2015 (156/46/2015) Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου της Κώ (σχετικό 8) πλέον των άλλων που αναφέρει σχετικά με την Εισφορά του Ν.128/75 αναφέρει στο 7ο και 8ο φύλλο ότι:

«Ούτως ουδεμία εισφορά είναι δυνατόν να επιβάλλεται ή να μετακυλύετε στον πιστολήπτη ως πρόσθετη διακεκριμένη επιβάρυνση. Ο πιστολήπτης είναι υποχρεωμένος να καταβάλει μόνο τους συμφωνημένους τόκους με βάση συγκεκριμένο επιτόκιο. Η εισφορά του Ν.128/1975 δεν τον αφορά (βλ. Μον.Πρ.Χίου 10/2012 Εφ. ΑΔ 2012.893, Σπ. Ψυχομάνη « Τραπεζικό Δίκαιο-Δικαιο Τραπεζικών συμβάσεων» παρ. 614, 620, 622, σελ.254, 257-258)

«Σε ένα περιβάλλον ανοδικών επιτοκίων η επιτοκιακή αύξηση (καθώς η εισφορά του Ν.128/75 προστίθεται στο επιτόκιο των δανείων και επιβαρύνει τους αγνοούντες την λειτουργία της επιβάρυνσης δανειολήπτες) μέσω της εισφοράς δεν είναι αμελητέα, την στιγμή μάλιστα που δεν είναι ευκρινώς η χρησιμοποίηση των ποσών που εισπράττονται από τις τράπεζες και αποδίδονται στο Ελληνικό Δημόσιο μέσω του ειδικού λογαριασμού ο οποίος έχει δημιουργηθεί στην Τράπεζα της Ελλάδος. Αρχικά ο ειδικός αυτός λογαριασμός χρηματοδοτούσε τις εξαγωγές ενώ στην συνέχεια έγινε χρήση των κεφαλαίων για βιοτεχνικές επιχειρήσεις, σεισμοπαθείς επιχειρήσεις σε λεγόμενες μειονεκτικές περιοχές κτλ. Μέσω της εισφοράς που βαρύνει όλες τις κατηγορίες δανείων (0,12% στα στεγαστικά δάνεια και 0,6% στις άλλες κατηγορίες δανείων προς επιχειρήσεις και ιδιώτες ) το Δημόσιο εισπράττει ποσό της τάξεως των 600 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως»

Από τα αναφερόμενα στις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις αποδεικνύεται πλήρως ότι οι τράπεζες μετακυλώντας και ανατοκίζοντας παρανόμως την εισφορά αυτή του Ν. 128.1975 στους δανειολήπτες των, διογκώνουν το ποσό της πραγματικής οφειλής των οφειλετών, οι οποίοι εάν είχαν την οικονομική δυνατότητα κατέβαλαν το αντίστοιχο ποσό που τους χρέωνε η τράπεζα στον λογαριασμό τους με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας των, προσπορίζοντας παράνομο όφελος 600 εκατομμύρια ευρώ το έτος με αντίστοιχη μείωση της περιουσίας των οφειλετών και συνεπώς οι τράπεζες από την είσπραξη της εισφοράς και μόνο που είναι μία από τις μικρότερες σε αξία παράνομη χρέωση στους λογαριασμούς των δανειοληπτών, φαίνεται ότι προσπόρισαν παράνομα από το 1975 που άρχισε η εφαρμογή του Ν.128/75 μέχρι σήμερα (40 έτη) κατά κεφάλαιο μόνο το ποσό των 24 δισεκατομμυρίων ευρώ που είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από το σύνολο και των 3 μνημονίων που έχουν επιβληθεί στην Ελλάδα. (40 ετη Χ 600 εκατ=24 δις ευρώ) , ενώ εάν οι οφειλέτες δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα και το δάνειο έμπαινε σε καθυστέρηση, εμφανιζόταν στα βιβλία της τράπεζας ως «ΚΟΚΚΙΝΟ ΔΑΝΕΙΟ» όχι όμως με το πραγματικό ποσό της οφειλής αλλά με υπόλοιπο που παρανόμως η τράπεζα είχε διογκώσει.

Σημειώνεται ότι το ποσό που φαίνεται ότι προσπόρισαν οι τράπεζες παρανόμως από τους δανειολήπτες από την περίπτωση της παράνομης μετακύλησης της εισφοράς του Ν.128/75 είναι πολύ περισσότερα και ανέρχεται στο ποσό των 1.043.769.863,01το έτος ήτοι στην διάρκεια των 40 ετών εφαρμογής του νόμου αυτού προσπόρισαν το ποσό των 41 δις 750 εκατομμύρια 794 χιλιάδες 520 ευρώ ( 40 ετη Χ 1.043.769.863,01 = 41.750.794.520 ευρώ) ( 219/2011 Μονομ. Πρωτ. Κέρκυρας Αρμ 2011-1345, .36/2012 Μονομ. Πρωτ.Σύρου –Αδημ, 124/2007 Εφ. Λαμίας Αρμ 2009.1190, 354/2009 Μονομ. Πρωτ. Κέρκυρας – Αρμ 2009.1370, 10/2012 Μονομ. Πρωτ. Χίου, 277/2011 Μονομ. Πρωτ. Κέρκυρας –Αδημ, 219/2011 Μονομ. Πρωτ. Κέρκυρας – Αρμ.2011.1345, 35/1997 Νο Β 46202 Α.Π, 124/2007 Εφ. Λαμίας Αρμ 2009.1190, 4443/2005 Μονομ. Πρωτ. Αθηνων, 7630/2006 –Αρμ 2007.68, 354/2009 Μονομ. Πρωτ. Κέρκυρας Αρμ 2007.68, 99/2010 Μονομ. Πρωτ. Κέρκυρας Αρμ 2010-1006, 5272/2011 Μονομ. Πρωτ. Αθηνων – Αρμ 2012.410, 5724/2004 Ειρηνοδικείου Αθηνών, 41/2004 Μονομελές πρωτοδικείο Ζακύνθου

2.4) ΕΞΑΜΗΝΟΣ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΣ

Το άρθρο 12 του Νόμου 2601/1998 (ΦΕΚ 81/15-4-1998 αναφέρει ότι : Από την ισχύ του παρόντος νόμου, οι οφειλόμενοι στα πιστωτικά ιδρύματα σε καθυστέρηση τόκοι ανατοκίζονται. εφόσον τούτο συμφωνηθεί, από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης. Οι τόκοι που προκύπτουν προστίθενται στο ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ανά εξάμηνο κατ’ ελάχιστο όριο είτε πρόκειται για συμβάσεις δανείων είτε για συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού και το προσωρινό ή οριστικό κατάλοιπο αυτού. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 112 του Εισαγωγικού Νόμου Α.Κ.. Εάν δεν υπάρχει συμφωνία ανατοκισμού, ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του Εισαγωγικού Νόμου αυτού.

Επίσης το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στην από 4443/2004 Απόφασή του (σχετικό 4) αναφέρει ότι : « Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν.2601/1998 καθιερώθηκε ο υποχρεωτικός εξάμηνος ανατοκισμός των τόκων σε κάθε μορφή πίστωσης που συνοδεύεται από αλληλόχρεο λογαριασμό. Ανατοκίζεται δηλαδή μόνο το κατάλοιπο κατόπιν εξάμηνου τουλάχιστον κλεισίματος του λογαριασμού και όχι το οποιοδήποτε και οποτεδήποτε δημιουργούμενο κατάλοιπο, ενώ αν συμφωνήθηκε μικρότερο διάστημα από εκείνο του εξαμήνου, το κατάλοιπο θα ανατοκίζεται και πάλι όταν συμπληρωθεί το εξάμηνο. Είναι συνεπώς παράνομος ο υπ’αριθμ.3.04 όρος της επίδικης σύμβασης, ο οποίος προβλέπει τρίμηνο εκτοκισμό και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της ανακόπτουσας……»

Από τον ανωτέρω νόμο 2601/1998 ΦΕΚ 81/15-4-1998 ο οποίος εφαρμόζεται από όλα τα δικαστήρια της χώρας όταν έχουν να εκδικάσουν περίπτωση που η αντίδικος τράπεζα χρησιμοποιούσε τρίμηνο ανατοκισμό όπως η ενδεικτικά μνημονευόμενη ανωτέρω υπ’ αριθμό 4443/2004 Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αποδεικνύεται πλήρως ότι οι τράπεζες ανατοκίζοντας τον λογαριασμό των δανειοληπτών κάθε τρίμηνο, διπλασίαζαν τις φορές του νόμιμου ανατοκισμού με αποτέλεσμα να χρεώνουν τόκους επί τόκων διπλάσιες φορές από ότι επιτρέπει ο νόμος και να διογκώνουν το ποσό της πραγματικής οφειλής των οφειλετών προσπορίζοντας όπως φαίνεται παράνομο όφελος, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας των οφειλετών, οι οποίοι τελικά εάν είχαν την οικονομική δυνατότητα, κατέβαλαν αχρεωστήτως και χωρίς να γνωρίζουν ότι δεν είχαν υποχρέωση να το καταβάλουν, το παράνομο διογκωμένο αυτό ποσό τόκων που προέκυπτε από τους αριθμητικά διπλάσιους ανατοκισμούς αφού όπως φαίνεται από τα ανωτέρω είχαν εξαπατηθεί από τις τράπεζες που τους παρίσταναν ψευδώς ότι τα ποσά των τόκων που προέκυπταν από τους διπλάσιους αριθμητικά ανατοκισμούς με τα οποία είχαν χρεώσει τους λογαριασμούς των ήταν το νόμιμο , και αφ’ εταίρου οι τράπεζες τους παρασιωπούσαν δολίως, αν και το γνώριζαν πολύ καλά, ότι οι τόκοι που τους είχαν χρεώσει από τους διπλάσιους αριθμητικά ανατοκισμούς , ήταν παράνομη γιατί έτσι αυξανόταν ο τόκος της οφειλής των. Εάν ο δανειολήπτης δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει τα ζητούμενα διογκωμένα ποσά τόκων που προέκυπταν από τους διπλάσιους αριθμητικά ανατοκισμούς που είχαν κάνει στον λογαριασμό τους , το δάνειο έμπαινε σε καθυστέρηση, και εμφανιζόταν πλέον στα βιβλία της τράπεζας ως «κόκκινο δάνειο» ΟΧΙ όμως με το πραγματικό ποσό της οφειλής, αλλά με το κατάλοιπο που παρανόμως οι τράπεζες είχε διογκώσει, προσθέτοντας σε αυτό το παράνομο ποσό των τόκων που είχε προκύψει από τους διπλάσιους αριθμητικά ανατοκισμούς που είχαν κάνει οι τράπεζες στους λογαριασμό των και το οποίο στην συνέχεια με τους επανειλημμένους ανατοκισμούς που μεσολαβούσαν, διογκωνόταν πολλαπλασιαστικά με αποτέλεσμα να είναι πλασματικά και ψευδή ΟΛΑ τα ποσά των «ΚΟΚΚΙΝΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ » που παρουσίαζαν ΟΛΕΣ οι τράπεζες στα βιβλία των αφού πλέον αυτά δεν παρουσίαζαν τα ποσά της πραγματικής οφειλής των οφειλετών των. (2128/2000 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 39119/1999 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 5467/2002 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 521/1993 Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, 59/1531/ΜΤ/1167/1997 Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, 1119/2001 Αρείου Πάγου, 4443/2004 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών)

2.5) ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΕΤΟΣ 360 ΗΜΕΡΩΝ.

Στους προδιατυπωμένους όρους των συμβάσεων που προορίζονται για απεριόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων (ΓΟΣ) συμπεριλαμβάνεται και ο όρος ότι ο εκτοκισμός του δανείου θα γίνεται με βάση το έτος των 360 ημερών.

Το άρθρο 14 της υπ’ αριθμό Φ1-983 / 07.03.1991 (ΦΕΚ:172 / Τεύχος Δεύτερο / 21.03.1991) Κοινής Υπουργικής Απόφασης (σχετικό 8) αναφέρει ότι : Το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες, 52 εβδομάδες και 12 ίσους μήνες – ένας ίσος μήνας θεωρείται ότι έχει 30.41666 ημέρες.

Βάσει δε υπολογισμού στην εξίσωση: Τόκος= Κεφάλαιο Χ Επιτόκιο % διά 1 έτος ημερολογιακό, ήτοι σε μορφή κλάσματος με παρανομαστή το έτος δια 365 ημερών οι τράπεζες όφειλαν να διαιρούν στην εξίσωση υπολογισμού του ετήσιου τόκου δανεισμού των δανειοληπτών και να υπολογίζουν το νόμιμο ετήσιο τόκο, που θα έπρεπε να πληρώνει ο Δανειζόμενος. Σε αντίθετη περίπτωση, που διαιρούσαν με μικρότερο αριθμό των 365, δηλαδή με μικρότερο διαιρέτη ή παρανομαστή, όπως εν προκειμένω με 360 εξήγαγαν εν γνώσει τους μεγαλύτερο ποσόν τόκου Οι τράπεζες διασπούν με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ` απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή – δανειολήπτη, ο οποίος πλέον -όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών – για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες

Οι τράπεζες όφειλαν να μην παρασιωπούσαν την αλήθεια αυτή στους δανειολήπτες πελάτες των κατά την υπογραφή της σύμβασης, αφού είχαν υποχρέωση ανακοίνωσης και τήρησης του πραγματικού γεγονότος του ημερολογιακού έτους με 365 στον δανειολήπτη και όφειλαν να υπολογίζουν τον ετήσιο τόκο, σύμφωνα με τις διατάξεις : Α) Τις Διατάξεις της υπ’ αριθμόν: Φ1-983 / 07.03.1991 (ΦΕΚ:172 / Τεύχος Δεύτερο / 21.03.1991) Κοινής Υπουργικής Απόφασης, Β) την υπ’ αριθμόν: 98 / 7 / ΕΚ / 16.02.1998 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και Γ) την υπ’ αριθμόν: 430 / 4-3- 2005 Αμετάκλητη Απόφαση του Δ΄ Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου), την καλή πίστη και τα νόμιμα διαμορφωμένα συναλλακτικά ήθη.

Προς απόδειξη της παράνομης χρεώσεως που έκαναν οι τράπεζες στους λογαριασμούς των δανειοληπτών τους, παραθέτω τα κάτωθι παραδείγματα.

Α) ΜΕ ΤΗΝ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟΝ: Φ1-983 / 07.03.1991 ΚΟΙΝΗ ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ,

Β) ΤΗΝ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟΝ: 98 / 7 / ΕΚ / 16.02.1998 ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΟΔΗΓΙΑ ΚΑΙ

Γ) ΤΗΝ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟΝ: 430 / 2005 ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ Δ΄ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ.

Σε δανεισθέν ΚΕΦΑΛΑΙΟ : 1.000.000,- ΕΥΡΩ

ΕΠΙΤΟΚΙΟ : 3, 65 %

ΧΡΟΝΟΣ : 1 ΗΜΕΡΑ

ΤΟΚΟΣ : 100 ΕΥΡΩ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ (επί) ΕΠΙΤΟΚΙΟ (επί) ΧΡΟΝΟΣ

Τ = —————————————————————– , ήτοι

ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΕΤΟΥΣ (επί) 100

1.000.000 Χ 3,65 Χ 1 3.650.000

Τ = ——————————- ————- = 100 ΕΥΡΩ

365 Χ 100 36.500

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΠΑΡΑΝΟΜΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΟΚΩΝ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ : 1.000.000,- ΕΥΡΩ

ΕΠΙΤΟΚΙΟ : 3, 65 %

ΧΡΟΝΟΣ : 1 ΗΜΕΡΑ

ΤΟΚΟΣ : 101,3889 ΕΥΡΩ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ (επί) ΕΠΙΤΟΚΙΟ (επί) ΧΡΟΝΟΣ

Τ = ————————————————————————-

«ΔΗΘΕΝ» ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΕΤΟΥΣ (επί) 100

1.000.000 Χ 3,65 Χ 1 3.650.000

Τ = ———————————————— = 101,3889 ΕΥΡΩ

360 Χ 100 36.000

Ο όρος των Γενικών Ορών Συναλλαγών (ΓΟΣ) ότι ο υπολογισμός του τόκου με βάση το έτος τριακοσίων (360) ημερών είναι άκυρος, διότι ο υπολογισμός προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας που επιτάσσει το άρθρο 2, παράγραφος 6, Νόμου 2251/1994 «Περί προστασίας των καταναλωτών», για το λόγο ότι οι Γενικοί Όροι Συναλλαγών (Γ.Ο.Σ) των συμβάσεων πρέπει να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο καταναλωτής δανειολήπτης να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει. Με τον υπολογισμό του επιτοκίου σε τριακόσιες (360) ημέρες, ο τελικός αποδέκτης του δανείου δεν πληροφορείται το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να υπολογίζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 243, παράγραφος 3, του Αστικού Κώδικα, η δε τράπεζες διασπώντας εντελώς τεχνητά και κατ’ αποκλεισμό των δικαιολογημένων προσδοκιών δανειοληπτών πελατών των το χρονικό διάστημα (έτος) στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργεί μία πρόσθετη επιβάρυνση στου δανειολήπτες , ως τελικοί αποδέκτες οι οποίοι για κάθε ημέρα επιβαρύνονται με ποσοστό ενός και 0,3889 (1,3889%) τοις εκατό επιπλέον τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς τριακόσιες (360) ημέρες και όχι τριακόσιες εξήντα πέντε (365) ημέρες.

Τελικώς οι τράπεζες σε εφαρμογή του άκυρου αυτού Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) στις προδιατυπωμένες συμβάσεις των, χρέωναν επιπλέον παράνομους τόκους στους λογαριασμούς των δανειοληπτών με αποτέλεσμα να διογκώνουν το ποσό της πραγματικής οφειλής των οφειλετών, προσπορίζοντας παράνομο όφελος, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας των οφειλετών, οι οποίοι τελικά εάν είχαν την οικονομική δυνατότητα, κατέβαλαν αχρεωστήτως και χωρίς να γνωρίζουν ότι δεν είχαν υποχρέωση να το καταβάλουν, το παράνομο αυτό ποσό που προερχόταν από τον υπολογισμό των τόκων με βάση το έτος των 360 ημερών που τους χρέωνε η τράπεζα στον λογαριασμό τους, αφού όπως φαίνεται από τα ανωτέρω, αφενός είχαν εξαπατηθεί από τις τράπεζες που τους παρίσταναν ψευδώς ότι το ποσό των τόκων με βάσει το έτος των 360 ημερών με το οποίο είχαν χρεώσει τον λογαριασμό τους ήταν το νόμιμο , και αφ’ εταίρου οι τράπεζες τους παρασιωπούσαν δολίως, αν και το γνώριζαν πολύ καλά, ότι η χρέωση των τόκων με βάσει το έτος των 360 ημερών και ο ανατοκισμός τους, ήταν παράνομη γιατί έτσι αυξανόταν ο τόκος της οφειλής των κατά 1,3889%. Εάν ο δανειολήπτες δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει τα ζητούμενα ποσά τόκων, το δάνειο έμπαινε σε καθυστέρηση, και εμφανιζόταν πλέον στα βιβλία της τράπεζας ως «κόκκινο δάνειο» ΟΧΙ όμως με το πραγματικό ποσό της οφειλής, αλλά με το κατάλοιπο που παρανόμως η τράπεζα είχε διογκώσει, υπολογίζοντας τους τόκους με το έτος των 360 ημερών και το οποίο στην συνέχεια με τους επανειλημμένους ανατοκισμούς που μεσολαβούσαν, διογκωνόταν πολλαπλασιαστικά με αποτέλεσμα να είναι πλασματικά και ψευδή ΟΛΑ τα ποσά των «ΚΟΚΚΙΝΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ » που παρουσίαζε η τράπεζα στα βιβλία της αφού πλέον αυτά δεν παρουσίαζαν τα ποσά της πραγματικής οφειλής των οφειλετών της. (740/2010 Μονομ. Πρωτ. Ναυπλίου, 30/2010 Μονομ. Πρωτ. Κέρκυρας, 90/2006 Μονομ. Πρωτ. Ρόδου – Αρμ. 2008.602, 4443/2004 Μον. Πρωτ Αθηνών, 257/2015 Μον.Πρωτ. Κώ.)

2.6) Ε.Φ.Τ.Ε (Ειδικός Φόρος Τραπεζικών Εργασιών),

Ο νόμος 1676/29-12-1986 με τον οποίο επιβλήθηκε Ειδικός Φόρος Τραπεζικών Εργασιών (Ε.Φ.Τ.Ε) αναφέρει ότι:

Άρθρο 6 Επιβολή φόρου: Επιβάλλεται φόρος με την ονομασία «ειδικός φόρος τραπεζικών εργασιών», σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Άρθρο 7 Αντικείμενο φόρου: Αντικείμενο του φόρου, που επιβάλλεται συμφωνά με το άρθρο 6, είναι: α. Οι συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, πλην των ενεγγύων πιστώσεων που παρέχονται, από τις τράπεζες που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 8, β. τα ακαθάριστα έσοδα των αυτών τραπεζών που προκύπτουν στην Ελλάδα και προέρχονται από τόκους, προμήθειες, μεσιτείες, προεξοφλήματα, νομισματικές ή συναλλαγματικές διάφορες, διαφορές τιμήματος και κάθε φύσης εισοδήματα ή ωφέλειες, έστω και αν προέρχονται από συμπτωματικές εργασίες.

Άρθρο 8 Υποκείμενο φόρου: Στο φόρο υπόκεινται:

α. οι ημεδαπές τράπεζες, που λειτουργούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 5076/1931 και η Τράπεζα της Ελλάδος.β. οι αλλοδαπές ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα.

Από τον ανωτέρω νόμο προκύπτει σαφώς ότι υποκείμενο του φόρου αυτού ήταν οι τράπεζες και όχι οι πελάτες των δανειολήπτες και συνεπώς ο αντίστοιχος Γενικός Όρος Συναλλαγών (ΓΟΣ) ότι ο πελάτες των δανειολήπτες είναι υπεύθυνοι να καταβάλουν το ποσό του φόρου αυτού είναι παράνομη και συνεπώς άκυρος και ως εκ τούτου είναι παράνομες και όλες οι χρεώσεις των αντίστοιχων ποσών που έκαναν οι τράπεζες στον λογαριασμό του.

Tο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στην υπ’ αριθμό 4443/2004 σχετική Απόφαση του (σχετικό 3) αναφέρει ότι :    «  Από τον υπ’αριθμ.2.03 όρο της επίδικης σύμβασης, που αναφέρεται στους συντελεστές επιβαρύνσεων και τον υπ’αριθμ.3.04 όρο που αφορά τον εκτοκισμό, καθώς και το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την ανακόπτουσα με ημερομηνία 2.2.2004 πόρισμα ελέγχου του επίδικου λογαριασμού, που διενεργήθηκε με πρωτοβουλία της ανακόπτουσας από τον μη κερδοσκοπικό οργανισμό με την επωνυμία «Ε Ι Χ Ε», προκύπτει ότι η πιστούχος εταιρία και η εγγυήτρια επιβαρύνθηκαν, μεταξύ άλλων : α) με την εισφορά του ν.128/1975 (0,6%), η οποία, ενώ αποτελεί επιβαλλόμενο στην τράπεζα φόρο (επιβαρύνει τα πάσης φύσεως πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα, υπέρ του κοινού λογαριασμού για την επιστροφή σε εξαγωγικές επιχειρήσεις διαφόρων τόκων, βλ. και Ι.Καράκωστα, Δίκαιο Προστασίας Καταναλωτή, 2004, σελ.119), συνυπολογιζόταν κατά τον εκτοκισμό σαν να ήταν τόκος, β) με τον εκτοκισμό του Ειδικού Φόρου Τραπεζικών Εργασιών (Ε.Φ.Τ.Ε), ο οποίος όμως δεν αποτελεί τόκο, αλλά έξοδο της τράπεζας ….. και διατάζει πραγματογνωμοσύνη για να διαπιστωθεί το ακριβές ποσό, που οφείλει να καταβάλει η ανακόπτουσα στην καθ΄ης, χωρίς να συνυπολογίσει στην οφειλή αυτή : Α) τα ποσά της εισφοράς του ν.128/1975 και β) τα ποσά του Ειδικού Φόρου Τραπεζικών Εργασιών (Ε.Φ.Τ.Ε).

Τελικώς οι τράπεζες σε εφαρμογή του άκυρου αυτού Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) στις προδιατυπωμένες συμβάσεις των, χρέωναν επιπλέον παράνομους στους λογαριασμούς των δανειοληπτών τα ποσά που προέκυπταν από τον Ε.Φ.Τ.Ε που ήταν δική τους υποχρέωση και όχι υποχρέωση των δανειοληπτών οφειλετών των με αποτέλεσμα να διογκώνουν το ποσό της πραγματικής οφειλής των οφειλετών, προσπορίζοντας παράνομο όφελος, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας των οφειλετών, οι οποίοι τελικά εάν είχαν την οικονομική δυνατότητα, κατέβαλαν αχρεωστήτως και χωρίς να γνωρίζουν ότι δεν είχαν υποχρέωση να καταβάλουν, το παράνομο αυτό ποσό του Ε.Φ.Τ.Ε που τους χρέωνε η τράπεζα στον λογαριασμό τους, αφού όπως φαίνεται από τα ανωτέρω είχαν εξαπατηθεί από τις τράπεζες που τους παρίσταναν ψευδώς ότι νομίμως είχαν χρεώσει στον λογαριασμό τους το ποσό που προέκυπτε για τον Ε.Φ.Τ.Ε , και αφ’ εταίρου οι τράπεζες τους παρασιωπούσαν δολίως, αν και το γνώριζαν πολύ καλά, ότι η χρέωση του ποσού που προέκυπτε για τον Ε.Φ.Τ.Ε ήταν παράνομη γιατί έτσι αυξανόταν οι επιβαρύνσεις των κατά το ποσό του. Εάν ο δανειολήπτης δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει τα ζητούμενα ποσά του Ε.Φ.Τ.Ε, το δάνειο έμπαινε σε καθυστέρηση, και εμφανιζόταν πλέον στα βιβλία της τράπεζας ως «κόκκινο δάνειο» ΟΧΙ όμως με το πραγματικό ποσό της οφειλής, αλλά με το κατάλοιπο που παρανόμως οι τράπεζες είχαν διογκώσει, προσθέτοντας σε αυτό το παράνομο ποσό που αναλογούσε στην πληρωμή του Ε.Φ.Τ.Ε και το οποίο στην συνέχεια με τους επανειλημμένους ανατοκισμούς που μεσολαβούσαν, διογκωνόταν πολλαπλασιαστικά με αποτέλεσμα να είναι πλασματικά και ψευδή ΟΛΑ τα ποσά των «ΚΟΚΚΙΝΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ » που παρουσίαζαν ΟΛΕΣ οι τράπεζες στα βιβλία των, αφού πλέον αυτά δεν παρουσίαζαν τα ποσά της πραγματικής οφειλής των οφειλετών των. ( 6774/2003 Πολ. Πρωτ. Αθηνών, 9311/1999 Μονομ. Πρωτ. Αθηνων, 716/2005 Πρωτ.Αθηνών).

2.7) ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ, ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΕΞΟΔΑ , ΕΞΟΔΑ ΦΑΚΕΛΟΥ, ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΔΑΝΕΙΟΔΟΤΟΥΜΕΝΟΥ, ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΑ ΕΞΟΔΑ, ΠΟΙΝΕΣ ΠΡΟΩΡΗΣ ΕΞΟΦΛΗΣΗΣ (ΠΕΝΑΛΤΙ – ΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ ΚΛΠ.

Ο προδιατυπωμένος όρος που περιέχεται στους Γενικούς Όρους Συναλλαγών (ΓΟΣ) της σύμβασης στις οποίες ο τόκος συμφωνήθηκε με ελεύθερη διαπραγμάτευση και αναφέρει ότι οι τράπεζες μπορούν να χρεώνουν, προμήθειες, λειτουργικά έξοδα , έξοδα φακέλου, εξέταση αιτήματος για χρηματοδότηση δανειοδοτούμενου, μεταφορικά έξοδα, ποινές πρόωρης εξόφλησης (πέναλτι), κλπ χωρίς να προσδιορίζει και να αποδεικνύει επ’ ακριβώς ότι τα έξοδα αυτά καταλογίζονται για την τήρηση και χρήση των λογαριασμών της σύμβασης και όχι για δαπάνες και έξοδα άσχετα με αυτές είναι παραπλανητικός, καταχρηστικός ως αδιαφανής, και διότι μόνο σύγχυση προκαλεί στους δανειολήπτες για το τί ακριβώς καλύπτει, το οποίο δεν καλύπτεται από τους τόκους που θα κατέβαλαν (ΑΠ 1219/2001, ΕφΑθ 5253/2003), καθιστώντας έτσι αδιαφανή την αιτία της επί πλέον χρεώσεως των, δεδομένου ότι η αρχή της διαφάνειας απαγορεύει παραπλανητικούς χαρακτηρισμούς για τις ρήτρες που αφορούν την αμοιβή του προμηθευτή. Οι τράπεζες χρησιμοποιούσαν τον ανωτέρω ΓΟΣ στις προδιατυπωμένες συμβάσεις των παραβιάζοντας τις αρχές της καλής πίστης και τη διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 6, του Νόμου 2251/94, όπως ισχύει σήμερα, με σκοπό να αποκομίσουν πρόσθετο, αθέμιτο κέρδος, και χωρίς να έχουν κανένα προς τούτο δικαίωμα.

Η αρχή της διαφάνειας επιτάσσει άλλωστε, να μην αξιώνει ο προμηθευτής με γενικούς όρους συναλλαγών πρόσθετη αμοιβή για παροχές, στις οποίες ούτως ή άλλως είναι υποχρεωμένος και συμπεριλαμβάνονται στο τίμημα που καταβάλει ο καταναλωτής. Εφόσον ο προμηθευτής (οι τράπεζες) είναι ελεύθερος να συμφωνήσει με τον καταναλωτή την αμοιβή του (τους τόκους του δανείου), δε δικαιολογείται για μία παροχή που καλύπτεται από την αμοιβή του αυτή που εντέλει ο ίδιος καθόρισε, να απαιτεί με διάφορες ρήτρες επιπρόσθετες αμοιβές. Η παραπάνω χρέωση είναι επομένως αδιαφανής και ο σχετικός όρος άκυρος.

Τελικώς οι τράπεζες σε εφαρμογή του άκυρου αυτού Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) στις προδιατυπωμένες συμβάσεις των, χρέωναν επιπλέον παρανόμους στους λογαριασμούς των δανειοληπτών τα ποσά που προέκυπταν από τα διάφορα έξοδα που ήταν δική τους υποχρέωση και όχι υποχρέωση των δανειοληπτών οφειλετών των, με αποτέλεσμα να διογκώνουν το ποσό της πραγματικής οφειλής των οφειλετών, προσπορίζοντας παράνομο όφελος, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας των οφειλετών, οι οποίοι τελικά εάν είχαν την οικονομική δυνατότητα, κατέβαλαν αχρεωστήτως και χωρίς να γνωρίζουν ότι δεν είχαν υποχρέωση να τα καταβάλουν, αφού όπως φαίνεται από τα ανωτέρω είχαν εξαπατηθεί από τις τράπεζες που τους παρίσταναν ψευδώς ότι νομίμως είχαν χρεώσει στον λογαριασμό τους τα ποσά που προέκυπταν από τα έξοδα αυτά, και αφ’ εταίρου οι τράπεζες τους παρασιωπούσαν δολίως, αν και το γνώριζαν πολύ καλά, ότι η χρέωση στον λογαριασμό των εξόδων αυτών ήταν παράνομη γιατί έτσι αυξανόταν το χρέος των δανειοληπτών κατά τα ποσά του. Εάν ο δανειολήπτης δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει τα ζητούμενα ποσά των εξόδων που τους είχε χρεώσει η τράπεζα, το δάνειο έμπαινε σε καθυστέρηση, και εμφανιζόταν πλέον στα βιβλία της τράπεζας ως «κόκκινο δάνειο» ΟΧΙ όμως με το πραγματικό ποσό της οφειλής, αλλά με το κατάλοιπο που παρανόμως οι τράπεζες είχαν διογκώσει, προσθέτοντας σε αυτό τα παράνομα ποσά των εξόδων των και τα οποία στην συνέχεια με τους επανειλημμένους ανατοκισμούς που μεσολαβούσαν, διογκωνόταν πολλαπλασιαστικά με αποτέλεσμα να είναι πλασματικά και ψευδή ΟΛΑ τα ποσά των «ΚΟΚΚΙΝΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ » που παρουσίαζαν ΟΛΕΣ οι τράπεζες στα βιβλία των, αφού πλέον αυτά δεν παρουσίαζαν τα ποσά της πραγματικής οφειλής των οφειλετών των. ( 430/05 Απόφαση του Αρείου Πάγου (Αμετάκλητη), 1219/01 Απόφαση του Αρείου Πάγου (Αμετάκλητη),5253/03, του Εφετείου Αθηνών (Αμετάκλητη),6291/00, του Εφετείου Αθηνών (Αμετάκλητη), 1119/02 του Πολυμ. Πρωτοδ. Αθηνών (Αμετάκλητη), 1208/98 του Πολυμ. Πρωτοδ. Αθηνών (Αμετάκλητη), 961/07 του Πολυμ. Πρωτοδ. Αθηνών, 1896/2007, του Ειρηνοδικείου Αθηνών, 3441/2007, του Ειρηνοδικείου Αθηνών, 726/2004 του Ειρηνοδικείου Αθηνών, 3177/2011 του Ειρηνοδικείου Αθηνών, 3084/2011 του Ειρηνοδικείου Αθηνών)

2.8) ΣΥΛΟΓΗ ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ.

Στους προδιατυπωμένους όρους των συμβάσεων που προορίζονται για απεριόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων (ΓΟΣ) συμπεριλαμβάνεται και ο όρος ότι κάθε δανειολήπτης και εγγυητής συναινεί ρητά στη διαβίβαση προς επεξεργασία κατά την έννοια του Ν 2472/1997, όπως ισχύει, των προσωπικών του δεδομένων, σε διατραπεζικό αρχείο δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς για την προστασία της πίστης και την εξυγίανση των συναλλαγών, ως και στην διάθεση της σχετικής πληροφόρησης στο τραπεζικό σύστημα με αποδέκτες μόνο πιστωτικά και χρηματοοικονομικά ιδρύματα. Κάθε ανάκληση της παρούσας συναίνεσης πρέπει να απευθύνεται έγγραφα στην υπεύθυνο της εν λόγω επεξεργασίας και διάθεσης των άνω δεδομένων «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.» (οδός Αλαμάνας αριθ. 2, 151 25 Αμαρούσιον Αττικής)

Σε άλλες τράπεζες υπήρχε σημείο που ο δανειολήπτης υποτίθεται ότι θα το τσεκάριζε εάν δεν συναινούσε το οποίο όμως ήταν ήδη προτσεκαρισμένο από τις τράπεζες και ο δανειολήπτης ούτε ερωτάτο.

Ο ανωτέρω ΓΟΣ είναι άκυρος και αντισυνταγματικός γιατί η συναίνεση του δανειολήπτη δεν λαμβάνεται με θεμιτούς και νόμιμους τρόπους ( ίδετε κεφάλ. 13). Προς τούτο συμβάλλεται με τους τρίτους καταναλωτές και συνάπτει αντίστοιχες συμβάσεις.

Τα ανωτέρω αποδεικνύονται και από την υπ’ αριθμό 147/2004/ απόφαση του Εφετείου Αθηνών ( σχετικό 61) η όποια αναφέρεται και στον τρόπο λήψεως της « συναίνεσης» των δανειοληπτών και τελικά αναγνωρίζει ότι ο συγκεκριμένος ΓΟΣ είναι άκυρος και απαγορεύει στην εναγομένη να επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των καταναλωτών με τη μορφή Γ.Ο.Σ.  αναφέροντας σχετικά ότι :

Στις συμβάσεις αυτές περιλαμβάνονται έντυποι όροι συναλλαγών, που έχουν προδιατυπωθεί από την εναγομένη και ισχύουν ομοιόμορφα για απροσδιόριστο αριθμό καταναλωτών. Οι καταναλωτές παραπέμπονται να ενημερωθούν στους ίδιους αυτούς όρους και είναι υποχρεωμένοι, εάν επιθυμούν τη σύναψη συμβάσεως με την εναγομένη για την παροχή πιστώσεων, να αποδεχθούν το περιεχόμενο και τους όρους της συμβάσεως, χωρίς δυνατότητα άλλης ατομικής διαπραγμάτευσης. Οι ίδιοι αυτοί όροι περιέχονται και στις έντυπες αιτήσεις που η εναγομένη χορηγεί και τις οποίες οι καταναλωτές υποβάλουν για την κατάρτιση της σύμβασης. Εντεύθεν παρέπεται ότι παραβιάζεται το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος που καθιερώνει την ατομική ελευθερία του ατόμου, όψη της οποίας είναι και η δυνατότητα καθενός να επιλέγει ελεύθερα τη διαμόρφωση του περιεχομένου και των όρων της σύμβασης, ελευθερία που αναγνωρίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ (ΑΠ 547/2001 Ελ.Δνη 43.1061, ΑΠ 105/1997 Ελ.Δνη 39.128, ΑΠ 167/1998 Ελ.Δνη 39.856)

Η ανωτέρω υπ’ αριθμό 147/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έχει εκδοθεί σε συλλογική αγωγή και συνεπώς αποτελεί δεδικασμένο και παράγει τα αποτελέσματα της έναντι πάντων και αν δεν ήσαν διάδικοι.

2.9) ΕΠΙΤΟΚΙΑ

Στους προδιατυπωμένους όρους των συμβάσεων των τραπεζών που προορίζονται για απεριόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων (ΓΟΣ) συμπεριλαμβάνεται και ο όρος ότι «Η πίστωση παρέχεται με τόκο και συμφωνείται ότι κάθε χρεωστικό υπόλοιπο του ή των λογαριασμών της πίστωσης θα τοκίζεται με το εκάστοτε κυμαινόμενο Βασικό Επιτόκιο Χορηγήσεων (BEX) της τράπεζας, το οποίο ανέρχεται σήμερα σε 8,15% ετησίως, προσαυξανόμενο κατά μία εκατοστιαία μονάδα (1,%) ως περιθώριο επιτοκίου για την παρούσα πίστωση. Ως Βασικό Επιτόκιο Χορηγήσεων (BEX) της τράπεζας ορίζεται το εκάστοτε ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), σήμερα 0,05% ετησίως, προσαυξημένο κατά 8,10 εκατοστιαίες μονάδες (8,10%). Το ποσοστό 8,10% του βασικού επιτοκίου είναι συνάρτηση ορισμένων παραγόντων οι οποίοι και θα επηρεάζουν στο μέλλον τη διακύμανση του και συγκεκριμένα: α) της διακύμανσης του πληθωρισμού σύμφωνα με το δείκτη τιμών καταναλωτή της ΕΣΥΕ, β) του κόστους κάλυψης του ειδικού και γενικού πιστωτικού κινδύνου ως και του λειτουργικού κινδύνου της τράπεζας, προκειμένου να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του Συμφώνου της Βασιλείας, όπως εφαρμόζεται εκάστοτε, και γ) των συνθηκών της αγοράς και του ανταγωνισμού. Η τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να μεταβάλει (αυξάνει ή μειώνει) μονομερώς το άνω Βασικό Επιτόκιο Χορηγήσεων, συνδυάζοντας το ύψος του άνω επιτοκίου της ΕΚΤ με τους παραπάνω παράγοντες. Η τράπεζα θα έχει επίσης το δικαίωμα να αυξομειώνει μονομερώς το άνω περιθώριο επιτοκίου (1,0%), ανάλογα με την εν γένει αποδοτικότητα της συνεργασίας του οφειλέτη. Η μεταβολή του Βασικού Επιτοκίου Χορηγήσεων γνωστοποιείται στο συνεταίρο με δημοσίευση στον τύπο, ενώ η μεταβολή του περιθωρίου του επιτοκίου γνωστοποιείται σ’ αυτόν με έγγραφο της τράπεζας. Ο συνεταίρος θα έχει το δικαίωμα να μην αποδεχθεί τις αυξομειώσεις αυτές, αλλά τότε συμφωνείται ότι θα υποχρεούται μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση ή τη γνωστοποίηση της μεταβολής, να εξοφλήσει κάθε χρεωστικό υπόλοιπο προς την τράπεζα από την παρούσα πίστωση, άλλως μετά την παρέλευση της άνω προθεσμίας θα θεωρείται ότι η γενόμενη μεταβολή είναι αποδεκτή από αυτόν»

Ο όρος αυτός έγινε για να χρησιμοποιηθεί από τον δανειολήπτη για δική του χρήση και όχι για λογαριασμό ή για την οικονομική εξυπηρέτηση τρίτων.

ΑΚΥΡΟΣ ΓΟΣ

Ι) Ο Όρος αυτός παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας, η οποία οδηγεί σε ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων σε βάρος του καταναλωτή, και συνεπώς είναι αόριστος αφού:

Α) Δεν καθορίζονται κριτήρια ειδικά εκ των προτέρων και εύλογα για τον καταναλωτή – όπως ποίος ήταν κατά την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης ο πληθωρισμός. Δεν αναφέρει επίσης ποια θα είναι η αυξομείωση του Βασικού Επιτοκίου Χορηγήσεων για κάθε μονάδα αυξομείωσης του πληθωρισμού ούτος ώστε ο οφειλέτης να έχει την δυνατότητα να προγραμματίζει τις δικές του επιχειρηματικές κινήσεις ( μερική ή ολική εξόφληση του δανείου του κλπ) προκειμένου να μην υποστεί ή να μετριάσει τις οικονομικές επιπτώσεις που θα είχε σε αυτόν η αύξηση του επιτοκίου.

Β) Δεν καθορίζονται κριτήρια ειδικά εκ των προτέρων και εύλογα για τον καταναλωτή –, όπως ποιά ήταν κατά την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης το κόστους κάλυψης του ειδικού και γενικού πιστωτικού κινδύνου ως και του λειτουργικού κινδύνου της τράπεζας, προκειμένου να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του Συμφώνου της Βασιλείας, ούτε και αναφέρει τον τρόπο υπολογισμού του και την μονάδα μέτρησης του ούτος ώστε να είναι δυνατή η παρακολούθησης αυξομείωσης του μεγέθους αυτού. Δεν αναφέρει επίσης ποια θα είναι η αυξομείωση του Βασικού Επιτοκίου Χορηγήσεων για κάθε μονάδα αυξομείωσης του κόστους κάλυψης του ειδικού και γενικού πιστωτικού κινδύνου ως και του λειτουργικού κινδύνου της τράπεζας, προκειμένου να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του Συμφώνου της Βασιλείας, ούτος ώστε ο οφειλέτης να έχει την δυνατότητα να προγραμματίζει τις δικές του επιχειρηματικές κινήσεις ( μερική ή ολική εξόφληση του δανείου του κλπ) προκειμένου να μην υποστεί ή να μετριάσει τις οικονομικές επιπτώσεις που θα είχε σε αυτόν η αύξηση του επιτοκίου.

Γ) Δεν καθορίζονται κριτήρια ειδικά εκ των προτέρων και εύλογα για τον καταναλωτή – όπως ποιές ήταν κατά την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης οι συνθήκες της αγοράς και ποιες οι συνθήκες του ανταγωνισμού ούτε και αναφέρει τον τρόπο υπολογισμού των ανωτέρω μεγεθών ως και την μονάδα μέτρησης των.

Δεν αναφέρει επίσης ποια θα είναι η αυξομείωση του Βασικού Επιτοκίου Χορηγήσεων για κάθε μονάδα αυξομείωσης των συνθηκών της αγοράς και για κάθε μονάδα αυξομείωσης του ανταγωνισμού ούτος ώστε ο οφειλέτης να έχει την δυνατότητα να προγραμματίζει τις δικές του επιχειρηματικές κινήσεις ( μερική ή ολική εξόφληση του δανείου του κλπ) προκειμένου να μην υποστεί ή να μετριάσει τις οικονομικές επιπτώσεις που θα είχε σε αυτόν η αύξηση του επιτοκίου.

Δ) Δεν καθορίζονται κριτήρια ειδικά εκ των προτέρων και εύλογα για τον καταναλωτή – όπως ποιά ήταν κατά την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης η αποδοτικότητα του οφειλέτη με την οποία προσδιορίστηκε το περιθώριο της σύμβασης, ούτε με τι κριτήρια προσδιορίστηκε η αποδοτικότητα του αυτή ούτε και αναφέρει τον τρόπο υπολογισμού της και την μονάδα μέτρησης της. Δεν αναφέρει επίσης ποια θα είναι η αυξομείωση του Βασικού Επιτοκίου Χορηγήσεων για κάθε μονάδα αυξομείωσης της αποδοτικότητας του οφειλέτη ούτος ώστε ο οφειλέτης να έχει την δυνατότητα να προγραμματίζει ανάλογα την αποδοτικότητα στην τράπεζα του προκειμένου να μην υποστεί την αύξηση του επιτοκίου.

Συνεπώς με τον ανωτέρω όρο οι τράπεζες με αδιαφανή κριτήρια μπορούν να αυξάνουν κατά βούληση το συμβατικό επιτόκιο με αποτέλεσμα ο Γενικός αυτός Όρος Συναλλαγών (ΓΟΣ) να είναι να είναι καταχρηστικός τόσο κατά το σκέλος του αρχικού ορισθέντος συμβατικού επιτοκίου όσο και κατά το σκέλος της μελλοντικής μεταβολής του και συνεπώς είναι άκυρος, ως αντίθετος με την υπ’ αρίθμ. 2501/2002 Πράξη του Διοικητού της Τράπεζας της Ελλάδος και τις περιπτώσεις ε’ και ια’, της παραγράφου 7, του άρθρου 2, του Νόμου 2251/1994, αλλά και της παραγράφου 6, του ίδιου άρθρου, αφού επέρχεται σημαντική ανισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε βάρος του καταναλωτή, από το δικαίωμα που επιφυλάσσουν για τον εαυτόν τους οι τράπεζες με την επίκληση αδιαφανών και αόριστων κριτηρίων να μεταβάλλουν το συμβατικό επιτόκιο του δανείου, δίχως καν να ορίζεται με τρόπο ορισμένο και διαφανή, ώστε ο καταναλωτής – δανειολήπτης να δύναται από την παρακολούθηση αυτού να παρακολουθεί και την αυξομείωση του επιτοκίου της σύμβασης.

Τα ανωτέρω έχουν περαιτέρω ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με την πάγια νομολογία των ημεδαπών Δικαστηρίων (ΑΠ 430/2005), τη διάψευση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, ο οποίος εύλογα πιστεύει ότι το επιτόκιο, με την πάροδο του χρόνου, με κριτήρια ορισμένα, θα κυμαίνεται αυξητικά ή πτωτικά βάσει των συνθηκών της αγοράς.

ΑΘΕΜΙΤΑ ΚΑΙ ΜΗ ΝΟΜΙΜΑ ΕΠΙΤΟΚΙΑ

ΠΑΡΑΝΟΜΑ – ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΩΣ ΑΚΥΡΑ ΕΠΙΤΟΚΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟ ΥΠΕΡΒΑΛΟΝ

Το επιτόκιο, δηλαδή το ποσοστό με βάση το οποίο προσδιορίζεται συνήθως το ύψος του οφειλόμενου τόκου, προσδιορίζεται είτε με δικαιοπραξία (δικαιοπρακτικό επιτόκιο) είτε από το νόμο (νόμιμο επιτόκιο). Ως νόμιμο επιτόκιο νοείται τόσο το εν στενή έννοια νόμιμο επιτόκιο (άρθρα 301, 529, 547, 665 του Αστικού Κώδικα) όσο και το επιτόκιο υπερημερίας (άρθρο 345 του Αστικού Κώδικα). Εκτός όμως από την παραπάνω διάκριση στις συναλλαγές έχει επικρατήσει και η διάκριση σε «τραπεζικά» και «εξωτραπεζικά» επιτόκια. Ως «τραπεζικά» επιτόκια χαρακτηρίζονται τα πάσης μορφής επιτόκια που συνομολογούνται ή προέρχονται από τραπεζικές συμβάσεις ή τραπεζικές συναλλαγές. Σύμφωνα και με τα άρθρα 293-295 του Αστικού Κώδικα, για τα εξωτραπεζικά επιτόκια ισχύει παγίως ο διοικητικός προσδιορισμός ενός ανώτατου ορίου επιτοκίων. Ο προσδιορισμός αυτός καθορίζεται και αναπροσαρμόζεται κάθε φορά με Πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ), ύστερα από πρόταση της Νομισματικής Επιτροπής, ανάλογα με τις οικονομικές συνθήκες. Ο προσδιορισμός των τραπεζικών επιτοκίων, μετά την κατάργηση – με το άρθρο 1, του Νόμου 1266/1982 – της Νομισματικής Επιτροπής, περιήλθε αυτοδικαίως στην Τράπεζα της Ελλάδος και πλέον καθορίζονται με πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ). 

Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 2286/28-01-1994 Πράξη του διοικητού της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔΤΕ), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1, του Νόμου 1266/1982 σχετικώς με τα καταναλωτικά δάνεια και τα χρεωστικά υπόλοιπα λογαριασμών πιστωτικών δελτίων, τα επιτόκια καθορίζονται ελεύθερα από τα πιστωτικά ιδρύματα, με την επιφύλαξη όμως των διατάξεων περί ελαχίστων ορίων επιτοκίων χορηγήσεων που τυχόν ισχύουν. Μετά τις ανωτέρω πράξεις επήλθε απελευθέρωση των τραπεζικών επιτοκίων (πλην του ανώτατου ορίου του επιτοκίου υπερημερίας και ελαχίστων άλλων κατηγοριών χορηγήσεων), τα οποία πλέον θα μπορούσαν να καθορίζουν ελεύθερα οι τράπεζες, στόχος δε της απελευθέρωσης αυτής ήταν η – λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών – συμπίεση των επιτοκίων προς τα κάτω. Ο ανταγωνισμός λειτούργησε προς αυτή την κατεύθυνση και εντεύθεν άρχισε από το έτος 1994 η μείωσή τους η οποία όμως ανατράπηκε στην συνέχεια από τις ίδιες τις τράπεζες με αποτέλεσμα σήμερα τα τραπεζικά επιτόκια για επιχειρηματικά δάνεια να είναι διπλασία περίπου των εξωτραπεζικών.  

Το γεγονός ότι τα πιστωτικά ιδρύματα απολαύουν ειδικών προνομίων από την Πολιτεία, καθώς μέσω αυτών ασκείται η πιστοληπτική πολιτική του Κράτους, δεν νομιμοποιεί αυτά να ασκούν τα δικαιώματά τους υπερβαίνοντας τα ανεκτά όρια που θέτουν τα χρηστά ήθη και οι κοινωνικός σκοπός της θέσπισης των ειδικών αυτών προνομιακών δικαιωμάτων τους. Αλλά αντίθετα τούτα (τα πιστωτικά ιδρύματα) λόγω του θεσμικού τους ρόλου, επιβάλλεται να έχουν ιδιαίτερη κατά τις κρατούσες νομισματοπιστωτικές συνθήκες στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της ενιαίας τραπεζικής αγοράς της ευρωζώνης και γενικότερο πνεύμα του δικαίου και της ηθικής νομική υποχρέωση σεβασμού των δικαιωμάτων των δανειζόμενων πολιτών ιδίως δε όταν αυτοί έχουν και την ιδιότητα του καταναλωτή κατά τις διατάξεις του Ν 2251/1994.

Και μπορεί μεν, με την υπ’ αρίθμ. 178/19-07-2004 απόφαση της ΕΤΠΘ/ΤΕ να ορίσθηκε ότι τα τραπεζικά επιτόκια καθορίζονται ελεύθερα και δεν επιτρέπεται κρατική παρέμβαση, ήτοι διοικητικός καθορισμός ανωτάτου ορίου αυτών και μπορούν να υπερβαίνουν το εκάστοτε ισχύον για τα εξωτραπεζικά επιτόκια ανώτατο όριο, πλην όμως τα Δικαστήρια, ως δικαιοδοτικές (και όχι διοικητικές) αρχές, δεν εμποδίζονται να κρίνουν ανά περίπτωση καταχρηστικό το ύψος του συμφωνημένου επιτοκίου και να περιορίσουν την απαίτηση μειώνοντας αυτό (το συμφωνημένο επιτόκιο) στο ύψος που κρίνουν μη καταχρηστικό,

και εφαρμόζοντας κατά τα ανωτέρω τη διάταξη του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα και τη διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 6, του Νόμου 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών (ΑΠ 370/2012, ΑΠ 1219/2001 ΔΕΕ 2001/1128, 5885/2013 ΕιρΑθ) και τούτο διότι η απελευθέρωση των τραπεζικών επιτοκίων αποσκοπούσε, , στη λειτουργία του καλουμένου ελεύθερου ανταγωνισμού προς όφελος του δανειολήπτη/καταναλωτή, ήτοι στη μείωση των επιτοκίων. Η διατήρηση, όμως, επιτοκίων κατά πολύ υψηλότερων των εξωτραπεζικών, φανερώνει ότι ο ελεύθερος ανταγωνισμός δεν λειτούργησε ως προσδοκούσε ο νομοθέτης. Προς τούτο η «διορθωτική» παρέμβαση της Δικαιοσύνης, με τη συνεκτίμηση των ευρύτερων συνθηκών και των ισχυόντων εξωτραπεζικών επιτοκίων, νομίμως λειτουργεί συμπληρωματικά προς τον ελεύθερο ανταγωνισμό για την πραγματοποίηση του πραγματικού σκοπού της απελευθέρωσης.

Επίσης τα εξωτραπεζικά επιτόκια, παρά τον περιορισμό τους στις εξωτραπεζικές συναλλαγές, δεν παύουν να έχουν γενικότερη κοινωνικοοικονομική σημασία και να αφορούν και τις τραπεζικές συμβατικές σχέσεις. Ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος στην ελεύθερη διαμόρφωση των τραπεζικών επιτοκίων είναι η συμπίεσή τους κάτω από τα όρια των εξωτραπεζικών. Σκοπός, της απελευθέρωσης των τραπεζικών επιτοκίων και του συνακόλουθου ανταγωνισμού, είναι η συμπίεση του κόστους του χρήματος προς όφελος των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα. Με την επιδίωξη όμως αυτή δε φαίνεται να συνάδει η πρόβλεψη ανωτάτων ορίων, που λογικά θα δημιουργούσαν τάση διαμόρφωσης επιτοκίων γύρω από τα όρια αυτά. Για αυτό και ο νομοθέτης περιορίστηκε στη σχετική ρύθμιση των εξωτραπεζικών μονάχα επιτοκίων. Έτσι, τα τραπεζικά επιτόκια, ως προϊόντα ελεύθερου ανταγωνισμού δεν μπορεί παρά να αντικατοπτρίζουν την από πλευράς κοινωνικής ηθικής αποδεκτή αναλογία μεταξύ παροχής της τράπεζας και αντιπαροχής (τόκων) του πελάτη, όταν διαμορφώνονται -όπως πράγματι επιδιώκεται – σε επίπεδα κατώτερα των εξωτραπεζικών. Τα εξωτραπεζικά επιτόκια, από το άλλο μέρος, αποτελούν σαφή όρια ανεκτής κερδοσκοπικής τοκοληψίας στα πλαίσια της Εθνικής Οικονομίας, που, παρά τον περιορισμό τους στις εξωτραπεζικές συναλλαγές, δεν παύουν να έχουν γενικότερη κοινωνικοοικονομική σημασία και να αφορούν για αυτό και τις τραπεζικές συμβατικές σχέσεις, όταν αυτές, παρά τις ανταγωνιστικές πιέσεις, διαμορφώνουν υψηλά επιτόκια. Πράγματι, οικονομικά κυρίως δεδομένα, όπως η ύπαρξη και η έκταση του πληθωρισμού, τα διαθέσιμα κεφάλαια στη χρηματαγορά, οι οικονομικοί και άλλοι κίνδυνοι, αποτελούν τις σαφέστερες ενδείξεις του πρόσφορου κάθε φορά για το γενικότερο συμφέρον ύψους επιτρεπτού τόκου σε κάθε είδους συναλλαγή. Έτσι, αφού οι υφιστάμενες νομισματοπιστωτικές συνθήκες, που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό των εξωτραπεζικών επιτοκίων, δεν επιδέχονται υπερβάσεις στις μικρότερες σε έκταση και σημασία εξωτραπεζικές συναλλαγές, δεν μπορούν για μείζονα λόγο να τις ανεχθούν στις τραπεζικές. Η συμφωνία, συνεπώς, για τόκους πάνω από τα κατά τον παραπάνω τρόπο προσδιοριζόμενα θεμιτά όρια είναι άκυρη ως προς το υπερβάλλον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 294 του Αστικού Κώδικα (ΜονΠρΑΘ 716/2005, Σπύρος Ψυχομάνης, Τραπεζικό Δίκαιο, σελ. 118-120).

Έτσι, η συμφωνία για επιτόκια που υπερβαίνουν τα ανώτατα αυτά όρια δεν παύει να απαγορεύεται από το νόμο (άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα, άρθρο 2, παράγραφος 7, περίπτωση ια’ του Νόμου, ΑΠ 1219/2001, ΕφΑθ 5253/2003, ΜονΠρΑΘ 716/2005 Αρμ 2006.1730), έχει δε παγίως, νομολογιακώς κριθεί ότι η καταβολή υπέρμετρων τόκων δεν εξαναγκάζεται δικαστικά (ΕφΑθ 3562/2001 αδημ). Ενόψει των ανωτέρω, γενικός όρος που επιτρέπει στην τράπεζα να καθορίζει εκάστοτε συμβατικό τόκο με τον οποίο θα χρεώνεται ο λογαριασμός του πελάτη, είναι καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος λόγω αντιθέσεώς του στη διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 7, περίπτωση ια’, του Νόμου 2251/1994, όταν δεν καθορίζονται κριτήρια ειδικά εκ των προτέρων και εύλογα για τον καταναλωτή – πελάτη, η δε ενσωμάτωση υπέρμετρων τόκων στο κεφάλαιο καθιστά μη εκκαθαρισμένη και μη βέβαιη τη κάθε απαίτηση των τραπεζών. Επομένως, η πρακτική των Τραπεζών να επιφυλάσσουν στον εαυτό τους το δικαίωμα του μονομερούς καθορισμού του ποσοστού του συμβατικού επιτοκίου, χωρίς να θέσει εκ των προτέρων εύλογα κριτήρια για τον οφειλέτη, είναι καταχρηστική και τα επιτόκια που εκτοκίζουν τα δάνεια των οφειλετών των είναι αθέμιτα και μη νόμιμα.

Προς απόδειξη δε των ανωτέρω παραθέτω το κάτωθι παράδειγμα:

Εάν κάποιος ιδιώτης πωλήσει σήμερα ένα προϊόν επί πιστώσει με κάποια μεταχρονολογημένη επιταγή, θα χρεώσει τόκο , ( maximum ) το επιτόκιο 5,3% που είναι σήμερα το εξωτραπεζικό επιτόκιο γιατί εάν του χρεώσει τόκο με μεγαλύτερο επιτόκιο, διαπράττει το αδίκημα της τοκογλυφίας. Στην συνέχεια όταν θα πάει ο ίδιος ιδιώτης την επομένη μέρα στην τράπεζα για να προεξοφλήσει την επιταγή που εισέπραξε από την επι πιστώσει πώληση του προϊόντος του η τράπεζα θα τον χρεώσει με επιτόκιο τουλάχιστον 9,15% στο οποίο επειδή θα του συνυπολογίσει επιπλέον τις παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις της εισφοράς του νόμου 128/75, θα εκτοκίσει το δάνειο με βάση το έτος των 360 ημερών κλπ το τελικό επιτόκιο της θα διαμορφωθεί στο ποσοστό 12% περίπου δηλαδή με υπερδιπλάσιο επιτόκιο που αυτός χρέωσε τον πελάτη του.

Υπάρχουν και ορισμένες αντίθετες αποφάσεις δικαστηρίων που δέχονται ότι δεν είναι αθέμιτη η χρησιμοποίηση από την τράπεζα επιτοκίων υψηλοτέρων των εξωτραπεζικών και οι οποίες όμως αφορούν πιστωτικές κάρτες , ως είναι η υπ’ αριθμό 2037/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναφέρει ότι «Στόχος της απελευθέρωσης αυτής ήταν η, λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών, συμπίεση των επιτοκίων προς τα κάτω. Ο ανταγωνισμός λειτούργησε προς αυτή την κατεύθυνση και λόγω και των οικονομικών συνθηκών άρχισε από το έτος 1994 η μείωσή τους. Εξαίρεση αποτελούν τα επιτόκια που ισχύουν στις χορηγήσεις της καταναλωτικής πίστης [κάρτες, καταναλωτικά δάνεια, κ.τ.λ.], τα οποία λόγω της ιδιαιτερότητας που παρουσιάζουν αυτά τα δάνεια [χορήγηση χωρίς πρόσθετες εξασφαλίσεις, μεγάλες επισφάλειες, απασχόληση μεγάλου αριθμού υπαλλήλων κ.λπ.] διαμορφώθηκαν από όλες τις τράπεζες σε ύψος μεγαλύτερο από τα εξωτραπεζικά (δικαιοπρακτικά) επιτόκια.

Κατά την άποψη μου σύντομα θα αλλάξει η νομολογία στην ανωτέρω τοποθέτησή της, όταν θα αντικρουστεί από τους συνηγόρους των δανειοληπτών αφού είναι σαφές ότι η απόφαση αναφέρεται σε παλαιότερες χρονικές περιόδους όπου οι χρήση των πιστωτικών καρτών γινόταν με χειροκίνητα μηχανήματα και τα αντίστοιχα έντυπα που χρησιμοποιούσαν οι επιχειρήσεις τα πήγαιναν στα γκισέ των τραπεζών με φυσική παρουσία για να τις εισπράξουν, οπότε βέβαια στην συνέχεια χρειαζόταν μεγάλος αριθμός υπάλληλων της τράπεζας για να τις καταχωρήσουν, αφού το σύστημα αυτό έχει ξεπερασθεί γιατί όπως είναι γνωστό σήμερα όλες οι εργασίες αυτές γίνονται on line με αυτοποιημένες εγγραφές μέσω internet, χωρίς την παρέμβαση υπαλλήλων. Επίσης δεν ισχύει και ο ισχυρισμός ότι οι τράπεζες είχαν μεγάλη επισφάλεια από της πιστωτικές κάρτες αφού οι ελληνικές τράπεζες είχαν στην διάθεση των τον ΤΕΙΡΕΣΙΑ και συνεπώς είχαν την δυνατότητα να ελέγχουν την φερεγγυότητα των πελατών στους οποίους θα χορηγούσαν πιστωτικές κάρτες από τους οποίους μάλιστα ζητούσαν επιπλέον και προσωπικές εγγυήσεις.

Οι δικαστικές αποφάσεις που λάμβαναν ως ανώτατο όριο θεμιτής ανεκτής κερδοσκοπικής τοκοληψίας στα πλαίσια της Εθνικής Οικονομίας , τα εξωτραπεζικά επιτόκια, αφορούσαν χρονικές περιόδους ΠΡΙΝ από την δημιουργία της ενιαίας τραπεζικής αγοράς της ευρωζώνης την 1-1-2002 αν και πολλοί συνήγοροι δανειοληπτών την επικαλούνται ακόμη και σήμερα, διότι στις δίκες που γίνονται για ανακοπή της διαταγής πληρωμής, το ζητούμενο είναι να αποδείξουν ότι η απαίτηση δεν είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη και αυτό μπορούν να το αποδείξουν πολύ εύκολα με την υπάρχουσα πλούσια νομολογία με τον ισχυρισμό ότι το εφαρμοζόμενο από την αντίδικο τράπεζα επιτόκιο σε σύγκρισης με τα εξωτραπεζικά επιτόκια ήταν αθέμιτο και μη νόμιμο το οποίο είχε σαν αποτέλεσμα να χρεώσει τον λογαριασμό του δανειολήπτη με υπέρμετρους τόκους.

Σημειώνεται επίσης ότι η Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας αναφέρει στο:

Aρθρο 2: H Κοινότητα έχει ως αποστολή, με τη δημιουργία κοινής αγοράς, οικονομικής και νομισματικής ένωσης και με την εφαρμογή των κοινών πολιτικών ή δράσεων που αναφέρονται στα άρθρα 3 και 3 A, να προάγει την αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων στο σύνολο της Κοινότητας, μία σταθερή και διαρκή, μη πληθωριστική και σεβόμενη το περιβάλλον ανάπτυξη, έναν υψηλό βαθμό σύγκλισης των οικονομικών επιδόσεων, ένα υψηλό επίπεδο απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας, την άνοδο του βιοτικού επιπέδου και της ποιότητας ζωής, την οικονομική και κοινωνική συνοχή και την αλληλεγγύη μεταξύ των μελών κρατών.

Aρθρο 4 Α: Ιδρύεται, με τις διαδικασίες που προβλέπει η παρούσα συνθήκη, ένα Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών, εφεξής καλούμενο “ΕΣΚΤ”, και μία Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, εφεξής καλούμενη “ΕΚΤ”, που δρουν μέσα στα όρια των εξουσιών που τους ανατίθενται από την παρούσα συνθήκη και το προσαρτημένο

σ’ αυτήν καταστατικό του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, το οποίο εφεξής καλείται «Καταστατικό του ΕΣΚΤ»

Νομισματική πολιτική

Άρθρο 105

1 . Πρωταρχικός στόχος του ΕΣΚΤ είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. Με την επιφύλαξη του στόχου της σταθερότητας των τιμών, το ΕΣΚΤ στηρίζει τις γενικές οικονομικές πολιτικές στην Κοινότητα, προκειμένου να συμβάλλει στην υλοποίηση των στόχων της Κοινότητας, που ορίζονται στο άρθρο 2. Το ΕΣΚΤ ενεργεί σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοιχτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων, και σύμφωνα με τις αρχές που εξαγγέλλονται στο άρθρο 3 A.

Επίσης το άρθρο 2 του καταστατικού του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών αναφέρει ότι :

Άρθρο 2

Στόχοι

Σύμφωνα με τα άρθρα 127 παράγραφος 1 και 282, παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο πρωταρχικός στόχος του ΕΣΚΤ είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. Με την επιφύλαξη του στόχου της σταθερότητας των τιμών, το ΕΣΚΤ στηρίζει τις γενικές οικονομικές πολιτικές στην Ένωση προκειμένου να συμβάλλει στην υλοποίηση των στόχων της Ένωσης που ορίζονται στο άρθρο 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ΕΣΚΤ ενεργεί σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοιχτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων, και σύμφωνα με τις αρχές που εξαγγέλλονται στο άρθρο 119 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στην 14η σελίδα η υπ΄ αριθμό 257/2015 Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω , αναφέρει ότι: « Επιπροσθέτως στα ανωτέρω η εισφορά του Νόμου 128/75 αποτελεί ανταγωνιστικό μειονέκτημα για τις ελληνικές τράπεζες. Δημιουργείται πρόβλημα ανταγωνιστικότητας καθώς σε καμία από τις χώρες της ενιαίας πλέον τραπεζικής αγοράς δεν υπάρχει αντίστοιχη επιβάρυνση με αποτέλεσμα η επιβάρυνση του κάθε δανειολήπτη να αποβαίνει από πλευράς ανταγωνισμού αθέμιτη»

Με την ανωτέρω απόφαση του το Μονομελές πρωτοδικείο Κω μεταφέρει το 2015 (δηλαδή μετά την δημιουργία της ευρωζώνης) ορθώς τον ανταγωνισμό των τραπεζών προς διαμόρφωση των επιτοκίων χορηγήσεων από τον Ελληνικό χώρο και τα εξωτραπεζικά επιτόκια στην ενιαία τραπεζική αγορά της ευρωζώνης που ανήκει και μάλιστα αναφέρει ότι ακόμη και η επιβάρυνση κατά 0,60% της εισφοράς του Ν 128/75 θα αποτελούσε ανταγωνιστικό μειονέκτημα για της ελληνικές τράπεζες έναντι των άλλων τραπεζών της ευρωζώνης που δεν είχαν αυτή την επιβάρυνση.

Εκ του αποτελέσματος σήμερα αποδεικνύεται ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν ενδιαφερόταν για το ανταγωνιστικό αυτό μειονέκτημα έναντι των άλλων τραπεζών των 17 χωρών της ευρωζώνης αφού στην Ελλάδα κατά κύριο λόγο δεν υπήρχαν πελάτες από τις άλλες χώρες της ευρωζώνης η οποιοι και θα γνώριζαν τα επιτόκια της ευρωζώνης αλλά κατά κύριο λόγο ενδιαφερόταν πως θα εισπράξουν όσο το δυνατόν περισσότερα από τους έλληνες πελάτες που ήταν στον χώρο της Ελλάδος και δεν είχαν δυνατότητα να αποταθούν στις υπόλοιπες τράπεζες των χωρών της ευρωζώνης και βοηθούμενες προφανώς από τις εκάστοτε κυβερνητικές αρχές που δεν φρόντιζαν να λειτουργήσει ο υγιείς ανταγωνισμός εντός των ορίων της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, συνεχίζουν μέχρι και σήμερα να χρεώνουν στους λογαριασμούς των δανειοληπτών οφειλετών των παράνομα και καταχρηστικά όχι μόνο με την εισφορά του Ν. 128/1975 αλλά και πάνω από 50 άλλων παράνομων και καταχρηστικών χρεώσεων ως και αθέμιτα επιτόκια προκειμένου να προσπορίσουν παρανόμως τεραστία κέρδη

Η δημιουργία της ενιαίας τραπεζικής αγοράς των χωρών της ευρωζώνης την 1-1-2002 στην οποία συμμετέχει και χώρα μας ως ισότιμο μέλος, είναι ένα κομβικό σημείο γιατί δημιουργήθηκε πλέον η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα που μέλος της πλέον είναι η Τράπεζα της Ελλάδας, δημιουργήθηκε το ευρώ ως ενιαίο νόμισμα όλων των χωρών της ευρωζώνης, εισάγαγε ενιαίους κανόνες για όλες τις τράπεζες και των 18 χωρών της ευρωζώνης, διεύρυνε το ανταγωνισμό των τραπεζών από τα στενά εθνικά όρια της κάθε χώρας όρια στα όρια πλέον της ενιαίας τραπεζικής αγοράς, κατάργησε τους κάθε είδους διοικητικούς προστατευτισμούς και κατά τις αρχές που διέπουν τη νομισματική πολιτική του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί εντός του πλαισίου της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, βάσει των άρθρων 2, 4 και 105.1 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και 2 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελεύθερα, έδωσε σε όλες τις τράπεζες και των 18 χωρών εύκολη πρόσβαση σε φτηνό χρήμα με αποτέλεσμα το κόστος χρήματος να μειωθεί ταχύτατα σε πολύ χαμηλά επίπεδα ( από 10-9-2014 μέχρι και σήμερα το παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ είναι 0,05%.) και συνεπώς το ανώτατο θεμιτό όριο ανεκτής κερδοσκοπικής τοκοληψίας των τραπεζών στα πλαίσια της απελευθέρωσης που δικαστικά ελέγχεται, μεταφέρθηκε εκ των πραγμάτων από τα εξωτραπεζικά επιτόκια της ελληνικής αγοράς στον μέσο όρο των επιτοκίων όλων των τραπεζών της ευρωζώνης (αφού πλέον όλες οι τράπεζες σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης είχαν ίδιο κόστος χρηματοδότηση και ίδιους κανόνες ) και τα οποία συγκεντρώνει , επεξεργάζεται και δημοσιοποιεί πλέον η Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα στο επίσημο site της στην διεύθυνση (σχετικό 9)

Μάλιστα στην ενιαία τραπεζική αγορά της ευρωζώνης που δημιουργήθηκε, οι Ελληνικές Τράπεζες ήταν σε πλεονεκτική σχέση έναντι των τραπεζών των υπολοίπων 17 χωρών, αφού το Μικτό Εμπορικό Κέρδος που είχαν ( δηλαδή το άθροισμα του Βασικού Επιτοκίου Χορηγήσεων ( ΒΕΧ) και του περιθωρίου – spread) που μονομερώς αμφότερα καθόριζαν στις συμβάσεις των), ήταν κατά πολύ υψηλότερο από το αντίστοιχο Μικτό Εμπορικό Κέρδος που είχαν οι άλλες τράπεζες των υπόλοιπων 17 χωρών της ευρωζώνης και συνεπώς είχαν την ευχέρεια είτε να όριζαν το δικό τους τελικό επιτόκιο δανεισμού σε χαμηλότερο ποσοστό από τις υπόλοιπες τράπεζες των 17 χωρών της ευρωζώνης και να τις ανταγωνίζονται στα πλαίσια της ενιαίας τραπεζικής αγοράς της ευρωζώνης που είχε δημιουργηθεί είτε να το προσάρμοζαν στον μέσο όρο των επιτοκίων των τραπεζών της ευρωζώνης (σήμερα 2,65%), (σχετικό 9 ) και να είχαν περισσότερα κέρδη από τους ανταγωνιστές των αφού οι παράγοντες που διαμορφώνον το Μικτό Εμπορικό Κέρδος ήταν ίδιοι ή ευνοϊκότεροι για αυτές από τους παράγοντες που διαμόρφωναν το Μικτό Εμπορικό Κέρδος των υπόλοιπων τραπεζών της ευρωζώνης.

Είναι πασίγνωστο ότι οι παράγοντες διαμόρφωσης των επιτοκίων είναι α) ο ανταγωνισμός, β) ο πληθωρισμός και γ) το κόστος χρήματος.

Αναλυτικότερα :

Ανταγωνισμός: Ο ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών των 17 χωρών της ευρωζώνης και των ελληνικών τραπεζών ήταν ανύπαρκτος και ουδέποτε λειτούργησε αφού οι ελληνικές τράπεζες αδιαφόρησαν για αυτόν, γιατί δεν τους ενδιέφεραν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις των άλλων χωρών της ευρωζώνης που θα τις πίεζαν να μειώσουν τα επιτόκια στο επίπεδο του μέσου όρου των επιτοκίων των χωρών της ευρωζώνης ( σήμερα 2,65) , αλλά μοναδικό τους μέλημα τους ήταν οι έλληνες πολίτες και οι ελληνικές επιχειρήσεις που ήταν εγκλωβισμένοι χρηματοδοτικά εντός της Ελλάδος και από τους οποίους εισέπρατταν πλέον των 12% με τις παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις με τις οποίες επιβάρυναν τους λογαριασμούς των. Επίσης ο ανταγωνισμός μεταξύ των Ελληνικών Τραπεζών ήταν και αυτός ανύπαρκτος αφού όλες είχαν όχι μόνο τα ίδια περίπου επιτόκια αλλά είχαν συμπεριλάβει στις συμβάσεις των και τους ίδιους παράνομους και καταχρηστικούς Γενικούς Όρους Συναλλαγών ( ΓΟΣ) .

Πληθωρισμός: Ο πληθωρισμός ήταν επί 30 μήνες αρνητικός (σχετικό 10). Σε φυσιολογικές συνθήκες διαμόρφωσης επιτοκίων θα έπρεπε να είχε πιέσει τα επιτόκια για δραστική μείωση των επιτοκίων. Οι ελληνικές Τράπεζες τον αγνόησαν αφού όλες είχαν όχι μόνο τα ίδια περίπου επιτόκια αλλά είχαν συμπεριλάβει στις συμβάσεις των και τους ίδιους παράνομους και καταχρηστικούς Γενικούς Όρους Συναλλαγών (ΓΟΣ).

Κόστος χρήματος: Όλες οι τράπεζες και των 18 χωρών της ευρωζώνης (συμπεριλαμβανομένων και των ελληνικών τραπεζών) χρηματοδοτούνταν με τον ίδιο τρόπο δηλαδή είτε με το EURIBOR 3 μηνών του οποίο το επιτόκιο είναι -15% (σχετικό 11) όπως προκύπτει και από το επίσημο site της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών είτε με το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της οποίας το παρεμβατικό επιτόκιο από τον Σεπτέμβριο 2014 είναι σε 0,05%(σχετικό 10), όπως προκύπτει και από το επίσημο site της Ελληνικής Κεντρικής Τράπεζας (σχετικό 9) και συνεπώς όλες οι τράπεζες της ευρωζώνης έχουν το ίδιο κόστος χρήματος.

Σημειώνεται επίσης ότι τα γενικά έξοδα των ελληνικών τραπεζών (Ενοίκια, μισθοί, Διαφημίσεις κλπ) είναι κατά πολύ λιγότερα από τα αντίστοιχα γενικά έξοδα των τραπεζών των υπόλοιπων χωρών της Ευρωζώνης, αφού αφ ενός πάντοτε οι μισθοί και τα ενοίκια στην Ελλάδα ήταν μικρότερα από τις άλλες χώρες της ευρωζώνης πολύ δε περισσότερο που τα τελευταία 6 χρόνια με τα μνημόνια είναι γνωστό ότι υπήρξαν τεράστιες περικοπές στους μισθούς, και στα ενοίκια αφού η εμπορική αξία των ακινήτων είχε μειωθεί δραματικά, και ο πληθωρισμός ήταν πλέον μηδενικός για 3 χρόνια (σχετικό 10). Πλέον των ανωτέρω παραθέτω τα κάτωθι παραδείγματα :

Για τις ελληνικές τράπεζες το κόστος χρήματος από 10-9-2014 είναι 0,05% εάν χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα που είναι το σύνηθες , ή εάν χρηματοδοτούνται βάση EURIBOR 6 μηνών το κόστος χρήματος είναι ακόμη μικρότερο -0,10%. (αρνητικό πρόσημο)

Αντίστοιχα τα σύνηθες συμβατικά επιτόκια των επιχειρηματικών δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο με τα οποία χρεώνουν τον δανειολήπτη οι ελληνικές τράπεζες είναι 9,15% (επειδή δε η τράπεζα θα του συνυπολογίσει επιπλέον τις παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις της εισφοράς του νόμου 128/75, θα εκτοκίσει το δάνειο με βάση το έτος των 360 ημερών, κλπ κλπ το τελικό επιτόκιο της θα διαμορφωθεί πάνω από 12% ) , και έτσι προκύπτει

Α) εάν υπολογιστεί σε σχέση με το συμβατικό επιτόκιο ότι οι τράπεζες χρέωναν τους δανειολήπτες οφειλέτες των με Μικτό Εμπορικό Κέρδος εκατόν ογδόντα δύο (182) φορές παραπάνω στο κόστος χρήματος που είχαν και που είναι το επιτόκιο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (0,05 Χ 182 = 9,10 + 0,05 = 9,15% ή ποσοστιαία 18200% ανώτερο του επιτοκίου αναφοράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (0,05 Χ 18200% = 9,10 + 0,05 =9,15%) και

Β) εάν υπολογιστεί σε σχέση με το τελικό επιτόκιο 12% που διαμορφωνόταν μετά τις παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις των τραπεζών προκύπτει ότι ελληνικές τράπεζες χρέωναν τους δανειολήπτες οφειλέτες των διακόσιες τριάντα φορές (230) φορές παραπάνω στο κόστος χρήματος που είχαν και που είναι το επιτόκιο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (0,05 Χ 230 = 11,50 + 0,05 = 12,00%) ή ποσοστιαία 23000% ανώτερο του επιτοκίου αναφοράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (0,05 Χ 23000% = 11,50 + 0,05 = 12,00%)

ΙΙ) Επίσης ενώ ο μέσος ορός των συμβατικών επιτοκίων όλων των τραπεζών της ευρωζώνης είναι σήμερα 2,65% ( σχετικό 13) οι ελληνικές τράπεζες χρεώνουν τους δανειολήπτες οφειλέτες των με 9,15% (επειδή δε η τράπεζα θα του συνυπολογίσει επιπλέον τις παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις της εισφοράς του νόμου 128/75, θα εκτοκίσει το δάνειο με βάση το έτος των 360 ημερών, κλπ κλπ το τελικό επιτόκιο της θα διαμορφωθεί πάνω από 12% ) , και έτσι προκύπτει

Α) εάν υπολογιστεί σε σχέση με το συμβατικό επιτόκιο ότι οι τράπεζες χρέωναν τους δανειολήπτες οφειλέτες των 3,45 φορές παραπάνω από ότι χρεώνουν τον δικό τους δανειολήπτη – επιχειρηματία οι τράπεζες των υπολοίπων 17 χωρών της ευρωζώνης 2,65 Χ = 3,45= 9,15 ή ποσοστιαία 345% (2,65 Χ 345% = 9,15%)

Β) εάν υπολογιστεί σε σχέση με το τελικό επιτόκιο 12% που διαμορφωνόταν μετα τις παρανομες και καταχρηστικές χρεώσεις των τραπεζών προκύπτει ότι ελληνικές τράπεζες χρέωναν τους δανειολήπτες οφειλέτες των τεσσεράμισι 4,5 φορές παραπάνω από ότι χρεώνουν τον δικό τους δανειολήπτη – επιχειρηματία οι τράπεζες των υπολοίπων 17 χωρών της ευρωζώνης 2,65 Χ = 4,5= 12,00% ή ποσοστιαία 450% (2,65 Χ 450% = 12%) παραπάνω από ότι χρεώνουν τον δικό τους δανειολήπτη – επιχειρηματία οι τράπεζες των υπολοίπων 17 χωρών της.

Συμπληρωματικά αναφέρεται ότι ακόμη και το επιτόκιο ELA με το οποίο για λίγους μήνες λόγω ειδικών συνθηκών δανειζόταν οι τράπεζες ήταν 1,55% και συνεπώς και αυτό ήταν πάρα πολύ μικρό σε σύγκριση με τα επιτόκια 12% που ανερχόταν τα επιτόκια των επιχειρηματικών δανείων με τα οποία χρέωναν οι τράπεζες τους οφειλέτες των μετά την χρέωση στους λογαριασμούς των , των παράνομων και καταχρηστικών χρεώσεων των .

Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι τα επιτόκια των ελληνικών τραπεζών με τα οποία εκτόπιζαν τους λογαριασμούς των οφειλετών των ήταν αθέμιτα και συνεπώς παράνομα αφού βέβαια σε καμία περίπτωση με την κοινή λογική δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτά θεμιτά τα επιτόκια αφού ήταν 450% μεγαλύτερα από τον μέσο όρο των επιτοκίων των 17 χωρών της ευρωζώνης και τους έδιναν Μεικτό Εμπορικό Κέρδος 23000% και μάλιστα εν μέσω κρίσεως, καθήν στιγμή οι οφειλέτες των και όλος ο Ελληνικός λαός έχει καταρρεύσει.

Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι αφ ενός ο ανωτέρω Γενικός Όρος Συναλλαγών (ΓΟΣ) είναι άκυρος και αφετέρου ότι η απαιτήσεις των τραπεζών διογκώθηκαν με αθέμιτα και συνεπώς μη νόμιμα επιτόκια κατά το μέρος που αυτά υπερέβησαν τα όρια του εκάστοτε ισχύσαντος εξωτραπεζικού επιτοκίου για το χρονικό διάστημα των δανείων που ήταν πριν από την δημιουργία της ευρωζώνης την 1-1-2002 και επίσης μετά την δημιουργία της ευρωζώνης μέχρι και σήμερα τα επιτόκια αυτά είναι επίσης αθέμιτα και μη νόμιμα κατά το μέρος που αυτά υπερέβησαν τα όρια του εκάστοτε μέσου όρου των επιτοκίων των χωρών της ευρωζώνης.

Τελικώς οι τράπεζες σε εφαρμογή του άκυρου αυτού Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) στις προδιατυπωμένες συμβάσεις των, χρέωναν επιπλέον παρανόμους τόκους εκτοκίζοντας τους λογαριασμούς των δανειοληπτών με αθέμιτα και μη νόμιμα επιτόκια, διογκώνοντας έτσι τις απαιτήσεις των προς τους οφειλέτες δανειολήπτες των με την χρέωση των με τα παράνομα, καταχρηστικά και συνεπώς άκυρα αυτά επιτόκια κατά το υπερβάλλον ποσό τω θεμιτών που προέκυπτε για μεν την χρονική περίοδο ΠΡΙΝ της 1-1-2002 που δημιουργήθηκε η ευρωζώνη με τα αντίστοιχα εξωτραπεζικά επιτόκια και για την χρονική περίοδο ΜΕΤΑ την δημιουργία της ευρωζώνης σε σύγκριση με το αντίστοιχα επιτόκια που είναι ο μέσος όρος των αντίστοιχων επιτοκίων όλων των τραπεζών της ευρωζώνης. Αποτέλεσμα της παράνομης ανωτέρω συμπεριφοράς των τραπεζών ήταν να διογκώνουν το ποσό της πραγματικής οφειλής των οφειλετών, προσπορίζοντας όπως φαίνεται παράνομο οικονομικό όφελος, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας των οφειλετών, οι οποίοι τελικά εάν είχαν την οικονομική δυνατότητα, κατέβαλαν αχρεωστήτως και χωρίς να γνωρίζουν ότι δεν είχαν υποχρέωση να τα καταβάλουν, αφού όπως φαίνεται από τα ανωτέρω είχαν εξαπατηθεί από τις τράπεζες που τους παρίσταναν ψευδώς ότι νομίμως είχαν χρεώσει στον λογαριασμό τους τα ποσά που προέκυπταν από τα αθέμιτα και μη νόμιμα επιτόκια και αφ’ εταίρου οι τράπεζες τους παρασιωπούσαν δολίως, αν και το γνώριζαν πολύ καλά, ότι η χρέωση στον λογαριασμό με τους τόκους αυτούς ήταν παράνομη γιατί έτσι αυξανόταν το χρέος των δανειοληπτών κατά τα ποσά του. Εάν ο δανειολήπτης δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει τα ζητούμενα ποσά των τόκων που είχαν προέλθει από τα αθέμιτα και μη νόμιμα επιτόκια που τους είχε χρεώσει η τράπεζα, το δάνειο έμπαινε σε καθυστέρηση, και εμφανιζόταν πλέον στα βιβλία της τράπεζας ως «κόκκινο δάνειο» ΟΧΙ όμως με το πραγματικό ποσό της οφειλής, αλλά με το κατάλοιπο που παρανόμως οι τράπεζες είχαν διογκώσει, προσθέτοντας σε αυτό τα παράνομα ποσά των τόκων που είχαν προέρθει από τον εκτοκισμό του δανείου των με αθέμιτα και μη νόμιμα επιτόκια και τα οποία στην συνέχεια με τους επανειλημμένους ανατοκισμούς που μεσολαβούσαν, διογκωνόταν πολλαπλασιαστικά με αποτέλεσμα να είναι πλασματικά και ψευδή ΟΛΑ τα ποσά των «ΚΟΚΚΙΝΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ » που παρουσίαζαν ΟΛΕΣ οι τράπεζες στα βιβλία των, αφού πλέον αυτά δεν παρουσίαζαν τα ποσά της πραγματικής οφειλής των οφειλετών των.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι τράπεζες μέχρι σήμερα έχουν χρησιμοποιήσει πάνω από 50 περιπτώσεις άκυρων και καταχρηστικών όρων προκειμένου να διογκώσουν τις οφειλές των δανειοληπτών – οφειλετών των. (1219/2001 Α.Π, 178/2009 Ειρην. Αθηνών, 2012/2013 Ειρηνοδ. Αθηνών, 4443/2004 Μον.Πρωτ.Αθηνων, 178/2009 Ειρην, Αθηνών, 6774/2003 Πολ.Πρ.Αθηνών, 27/2014 Μον.Πρωτ.Κορίνθου, 1012/2013 Ειρην.Αθηνών, 2235/2013 Ειρην.Αθηνών)

2.10) . ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ

Όλες οι συμβάσεις των τραπεζών είναι άκυρες στο σύνολο τους όπως έκρινε και η υπ’ αριθμό 1219/2001 απόφαση του Άρειου Πάγου. αφού περιέχουν άκυρους και καταχρηστικούς Γενικούς Όρους Συναλλαγών (ΓΟΣ) και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 181 του Αστικού Κώδικα, η ακυρότητα κάποιου όρου της σύμβασης συνεπάγεται ακυρότητα του αντίστοιχου μέρους αυτής και όχι ολόκληρης, εκτός αν συνάγεται ότι δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος.

Είναι αυτονόητο ότι οι τράπεζες δεν θα είχαν επιχειρήσει την σύμβαση με τον δανειολήπτη χωρίς τους άκυρους Γενικούς Όρους Συναλλαγών της συμβάσεως, αφού από αυτούς θα απεκόμιζαν 4,5 φορές επιπλέον κέρδος (ή ποσοστιαία 450%) από το κέρδος που τους προσέφερε το εκάστοτε θεμιτό συμβατικό επιτόκιο και για αυτό τους είχαν ήδη προδιατυπώσει στις συμβάσεις των.

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται κατά πανηγυρικό τρόπο στην υπ’ αριθμό 15/2014 απόφασή του (ασφαλιστικά μέτρα) το Ειρηνοδικείο Μεγαλοπόλεως, που έκρινε ότι επί φερόμενου ως επαγγελματικού δανείου (αλληλόχρεου λογαριασμού) τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του Ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών και κατέληξε ότι θα πρέπει να ανασταλεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής γιατί:
α) Είναι παράνομος ο υπολογισμός των τόκων επί έτους 360 ημερών
β) Είναι παράνομη η μετακύλιση της εισφοράς του Ν.128/1975
γ) Είναι παράνομη η τοκοφορία και ο ανατοκισμός της εισφοράς του Ν.128/1975
δ) Ως εκ των ανωτέρω πιθανολογείται ότι είναι άκυρη ολόκληρη η σύμβαση, διότι δεν θα είχε επιχειρηθεί από την τράπεζα, δίχως το άκυρο μέρος της.

2.11). ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ

Α) Το σωματείο με την επωνυμία «ΕΝΩΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ-ΕΚΠΟΙΖΩ» έχει πάνω από (500) ενεργά μέλη και έχει εγγραφεί στο μητρώο ενώσεων καταναλωτών πάνω από δύο έτη και συνεπώς μπορεί ν’ ασκεί κάθε είδους αγωγή για την προστασία των γενικότερων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού (συλλογική αγωγή) σύμφωνα με το άρθρο 10 παραγρ.16 του νόμου 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών.

Το ως άνω σωματείο έχει καταθέσει συλλογικές αγωγές κατά διαφόρων ελληνικών τραπεζών και για τις οποίες έχουν εκδοθεί οι κάτωθι δικαστικές αποφάσεις :

  • Η υπ’ αριθμό 1219/2001 Απόφαση του Αρείου Πάγου
  • Η υπ’ αριθμό 430/2005 Απόφαση του Αρείου Πάγου
  • Η υπ’ αριθμό 3499/2008 Απόφαση του Εφετείου Αθηνών
  • Η υπ’ αριθμό 3956/2008 Απόφαση του Εφετείου Αθηνών
  • Η υπ’ αριθμό 5253/2003 Απόφαση του Εφετείου Αθηνών
  • Η υπ’ αριθμό 711/2007 Απόφαση του Πολυμελ. Πρωτοδ.Αθηνών
  • Η υπ’ αριθμό 961/2007 Απόφαση του Πολυμελ. Πρωτοδ.Αθηνών.

Β) Ο Νόμος 2251/1994 (ΦΕΚ 191 Α’ /16-11-1994) (σχετικό 12) στο άρθρο 10, παραγρ. 1 αναφέρει ότι: 1.Οι ενώσεις καταναλωτών συγκροτούνται ως σωματεία και διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και του Αστικού Κώδικα. Οι ενώσεις καταναλωτών έχουν αποκλειστικό σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού. Εκπροσωπούν τους καταναλωτές στα όργανα στα οποία προβλέπεται η εκπροσώπηση αυτών, ενημερώνουν και συμβουλεύουν τους καταναλωτές, τους αντιπροσωπεύουν δικαστικά και εξώδικα και ασκούν συλλογικές αγωγές κατά τις διατάξεις του παρόντος.

Στο άρθρο 10, παραγρ. 16 αναφέρει ότι: 16. Ένωση καταναλωτών που έχει τουλάχιστον πεντακόσια (500) ενεργά μέλη και έχει εγγραφεί στο μητρώο ενώσεων καταναλωτών πριν από ένα τουλάχιστον έτος, μπορεί να ασκεί, κάθε είδους αγωγή για την προστασία των γενικότερων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού (συλλογική αγωγή). Η αγωγή του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να ασκηθεί και όταν η παράνομη συμπεριφορά προσβάλλει τα συμφέροντα τριάντα (30), τουλάχιστον, καταναλωτών.

Στο άρθρο 10, παραγρ. 20 αναφέρει ότι: 20. Συλλογικές αγωγές των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 16 δικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, στη συντομότερη δυνατή δικάσιμο. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την προσωρινή εκτέλεση της απόφασης. Οι έννομες συνέπειες που προκύπτουν από την απόφαση αυτή ισχύουν έναντι πάντων, και αν δεν ήταν διάδικοι. Το δεδικασμένο απόφασης που δέχεται εν όλω ή εν μέρει αγωγή της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 16 ισχύει και υπέρ των ζημιωθέντων καταναλωτών, έστω και αν αυτοί δεν είχαν συμμετάσχει στη σχετική δίκη.

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από την υπ’ αριθμό 1219/2001 Αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου (σχετικό 5) η οποία αναφέρει ότι:

«ενώσεις καταναλωτών που έχουν τουλάχιστον πεντακόσια [500] ενεργά μέλη και έχουν εγγραφεί στο μητρώο ενώσεων καταναλωτών πριν από δύο [2] τουλάχιστον έτη μπορούν να ασκούν κάθε είδους αγωγή για την προστασία των γενικότερων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού [συλλογική αγωγή]. Ιδίως μπορούν να ζητήσουν: «α) την παράλειψη παράνομης συμπεριφοράς του προμηθευτή, ακόμη και πριν αυτή εκδηλωθεί ιδίως όταν συνίσταται στη διατύπωση καταχρηστικών γενικών όρων των συναλλαγών, … β) χρηματική ικανοποίηση λόγω βλάβης. Η απόφαση παράγει τα αποτελέσματα της έναντι πάντων, και αν δεν ήσαν διάδικοι».

Εφόσον καταστεί αμετάκλητη η δικαστική απόφαση επί συλλογικής αγωγής της περίπτωσης δ` της παραγράφου 16, ο ζημιωθείς καταναλωτής μπορεί, με βάση την απόφαση αυτή, να γνωστοποιήσει εγγράφως στον προμηθευτή, κατά του οποίου εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, την απαίτηση του, αναφέροντας τα στοιχεία που την προσδιορίζουν. Μετά την άπρακτη παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την έγγραφη γνωστοποίηση, ο καταναλωτής, εφόσον δεν ικανοποιηθεί, μπορεί να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής για την απαίτηση του από το δικαστήριο, εφόσον αυτή είναι εκκαθαρισμένη ή μπορεί ευχερώς να εκκαθαριστεί. Η απαίτηση αποδεικνύεται και με κάθε ιδιωτικό έγγραφο το οποίο, ως εκ του είδους ή της συνήθειας της συναλλαγής, χορηγείται ως απόδειξη στους καταναλωτές.

3

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΙ-ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΕΙΣ

Για να υπάρχει μία τάξη μεγέθους παραθέτω στην παρούσα μηνυτήρια αναφορά μου διάφορους υπολογισμούς και διευκρινίζω ότι τα ποσά που αναφέρω είναι κατά προσέγγιση , στηρίζονται στους νόμους του κράτους, στην υπάρχουσα νομολογία, στην ειδησεογραφία και σε άπλες μαθηματικές πράξεις. Το τελικό και σωστό ποσό θα εξαχτεί από εσάς μετά την έρευνα που θα κάνετε αφού εσείς έχετε την δυνατότητα να έχετε πρόσβαση σε πηγές που εγώ εκ των πραγμάτων αδυνατώ να έχω.

Επίσης η μελέτη βασίζεται στα επιχειρηματικά δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου διότι δίνουν ένα ικανοποιητικό μέσο όρο αφού εφ΄ ενός είναι η μεγαλύτερη κατηγορία δανείων και τα επιτόκια τους είναι χαμηλότερα από τα επιτόκια των δανείων καταναλωτικής πίστης (πιστωτικές κάρτες) και υψηλοτέρα από τα στεγαστικά δάνεια.

Διευκρινίζω επίσης ότι όλα τα αναφερόμενα σε αυτήν την ΜΗΝΥΤΗΡΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ μου είναι προσωπικές μου κρίσεις και απόψεις που στηρίζονται στα αναγραφόμενα στις 124 δικαστικές αποφάσεις που επικαλούμαι στο σχετικό 1, στους νόμους του κράτους και στην απλή λογική.

Επίσης όλα τα θέματα που ζητώ να διερευνήσετε στηρίζονται στις ανωτέρω 124 δικαστικές αποφάσεις και στα εύλογα ερωτηματικά που προκύπτουν από αυτές σε συνάρτηση με τα αναφερόμενα στους νόμους του κράτους.

Διευκρινίζω επίσης ότι όλοι οι χαρακτηρισμοί και φρασεολογία που χρησιμοποιώ δεν είναι δικοί μου χαρακτηρισμοί αλλά είναι οι χαρακτηρισμοί και η φρασεολόγια που αναφέρεται στις 124 επικαλούμενες δικαστικές αποφάσεις στο σχετικό 1 που προσκομίζω.


4

ΠΕΡΙΟΔΙΚΕΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΙΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ – ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ – ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

4.1) Περιοδικές αναγνωρίσεις λογαριασμού : Στις προδιατυπωμένες συμβάσεις των τραπεζών που προοριζόταν να χρησιμοποιηθούν για απροσδιόριστο αριθμό δανειοληπτών, υπήρχε ο Γενικός Όρος Συναλλαγών (ΓΟΣ) ο οποίος ανάφερε ότι σε κάθε κλείσιμο του λογαριασμού (περιοδικό ή οριστικό) ο πιστούχος οφείλει να το υπογράφει στην τράπεζα ή σε περίπτωση που η τράπεζα του το είχε στείλει ταχυδρομικά να επιστρέψει τυχόν παρατηρήσεις εντός 10 ήμερων από την κοινοποίηση σ’ αυτούς αντιγράφου του λογαριασμού, διαφορετικά θεωρείται ότι ο πιστούχος αναγνώρισε την ακρίβεια του λογαριασμού και αποδέχθηκε το κατάλοιπο αυτού. Σε εφαρμογή του Γενικού αυτού προδιατυπωμένου όρου οι τράπεζες έκλειναν περιοδικά τον λογαριασμό κάθε τρίμηνο ή εξάμηνο (ανάλογα με τα αναφερόμενα στην σύμβαση) και εξέδιδαν το αντίγραφο του λογαριασμού του πιστούχου παρασιωπώντας αθεμίτως αν και το γνώριζαν πολύ καλά τόσο στο έγγραφο με την κίνηση του λογαριασμού όσο και κατά την διαδικασία της υπογραφής του από τον οφειλέτη ότι στην κίνηση του λογαριασμού και στο διαμορφούμενο κατάλοιπο του στο οποίο κατέληγε έχουν συμπεριληφθεί και παράνομες χρεώσεις και αθέμιτοι και συνεπώς παράνομοι τόκοι αν και είχαν την ειδική νομική και ηθικοί υποχρέωση να του το είχαν γνωστοποιήσει πριν υπογράψει ο οφειλέτης. Λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι σύμφωνα με την ειδησεογραφία υπάρχουν γύρω στο 2.000.000 ενεργές συμβάσεις προκύπτει ότι οι τράπεζες εξέδιδαν στα δύο εξάμηνα του κάθε έτους 4.000.000 τέτοια περιοδικά κλεισίματα λογαριασμού με τα οποία φαίνεται ότι αποπειρώνται να εξαπατήσουν τους δανειολήπτες – οφειλέτες και να αποσπάσουν την υπογραφή τους αποκρύπτοντας από αυτούς ότι στο σύνολο τους αυτά περιέχουν παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις και αθέμιτα και συνεπώς παράνομα επιτόκια διογκώνοντας έτσι το εμφανιζόμενο κατάλοιπο.

4.2) Ρυθμίσεις : Οι τράπεζες χρησιμοποιούν τις «ρυθμίσεις» των δανείων ως ένα αλάνθαστο τρόπο να νομιμοποιούν τις παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις με τις όποιες είχαν διογκώσει τους λογαριασμούς δανείων των οφειλετών όπως αυτές περιγράφονται τις 124 επικαλούμενες δικαστικές αποφάσεις. Πιέζουν ασφυκτικά τον οφειλέτη, με επιστολές, τηλεφωνήματα και με εισπρακτικές εταιρείες απορροφώντας του ότι εισόδημα έχει αυτός, η οικογένεια του και το φιλικό του περιβάλλον ούτος ώστε η ρύθμιση του δανείου που θα του πρότειναν στην συνέχεια που συνήθως είναι μια έντοκη επιμήκυνση στην διάρκεια του δανείου να είναι πλέον η μοναδική για αυτόν λύση του. Με την ρύθμιση ο οφειλέτης αναγνωρίζει το ποσό της οφειλής που έχει η τράπεζα στα βιβλία της στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και όλες οι παράνομες χρεώσεις και τα αθέμιτα επιτόκια κατά το υπερβάλλον των θεμιτών που οι τράπεζες έχουν συμπεριλάβει στον λογαριασμό του διογκώνοντας αυτόν πολλαπλασιαστικά λόγω και των επανειλημμένων ανατοκισμών με αποτέλεσμα το κατάλοιπο που του παρουσίασαν και αναγνώρισε ο οφειλέτης να μην είναι το πραγματικό οφειλόμενο ποσό του οφειλέτη. Με την γενόμενη «ρύθμιση» η τράπεζα νομιμοποίησε όλες τις παράνομες χρεώσεις που είχε συμπεριλάβει στο κατάλοιπο του προηγούμενου δανείου αφού ο οφειλέτης τις αναγνώρισε και συνεπώς δεν μπορεί πλέον να τις διεκδικήσει και παράλληλα συνεχίζει στο νέο δάνειο να του χρεώνει εκ νέου τις ίδιες παράνομες χρεώσεις.

Είναι επίσης πασίγνωστο ότι οι τράπεζες κατά την τελευταία εξαετία των μνημονίων πίεζαν ασφυκτικά όλους τους οφειλέτες είτε ήταν ενήμεροι είτε ήταν σε καθυστέρηση για να εγγράψουν επιπλέον εμπράγματες εξασφαλίσεις ( υποθήκες) με το αιτιολογικό ότι η εμπορική αξία των ακινήτων που είχαν υποθηκεύσει για την εξασφάλιση της απαίτησης των, είχε μειωθεί και δεν κάλυπτε την αξία του δανείου, η οποία όμως είχε διογκωθεί με τις παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις και τα αθέμιτα επιτόκια που το είχαν χρεώσει. Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής των τραπεζών είναι σήμερα να ελέγχουν μέσω των δανείων και των υποθηκών σχεδόν όλη την αγροτική περιοχή της Ελλάδος από τα δάνεια και τις υποθηκεύσεις που είχαν κάνει οι αγρότες στην πρώην Αγροτική Τράπεζα που ως γνωστό εξαγοράσθηκε από την Τράπεζα Πειραιώς , όλες τις εμπορικές, βιοτεχνικές, βιομηχανικές και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις της Ελλάδας, όλη την προσωπική περιουσία των ελλήνων που είχαν πάρει στεγαστικά δάνεια, και όλη την περιουσία των ελλήνων που χρησιμοποιούσαν πιστωτικές κάρτες δεδομένου ότι σε όλες αυτές τις κατηγορίες των δανείων οι τράπεζες δεν αρκούνταν μόνο στις υποθήκες αλλά λάμβαναν και προσωπικές εγγυήσεις των ιδιοκτητών αλλά και των συγγενικών και φιλικών προσώπων των δανειοληπτών και τελικά σήμερα όλη σχεδόν η Ελλάδα ΑΝΗΚΕΙ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΕΤΑΙ μέσω των δανείων και των υποθηκών από τις Τράπεζες, συμπεριλαμβανομένων και των μέσων μαζικής αναπύρωσης, του τύπου αλλά και αυτών των πολιτικών κομμάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι ακόμη και τα πανίσχυρα Μέσα Μαζικής Παραγωγής ελέγχονται μέσω των δανείων που έχουν λάβει από τις τράπεζες, όπως αναφέρεται και στον τίτλο «Ανήκομεν …. στις Τράπεζες» του πρωτοσέλιδου της εφημερίδας των συντακτών της 17-10-2015. ( σχετικό 13)

Η ίδια μέθοδος ακολουθήθηκε και στον γνωστό νόμο 3869/2010 ( Νόμος ΚΑΤΣΕΛΗ) και τις τροποποιήσεις του, με το επιπλέον στοιχείο ότι στην μαζική αυτή περίπτωση «ρύθμισης» χρησιμοποιήθηκε όπως φαίνεται και το στοιχείο του εκβιασμού του οφειλέτη, αφού συνοδευόταν από την απειλή ότι εάν ο οφειλέτης δεν ρύθμιζε την οφειλή του με τον ανωτέρω νόμο θα έχανε και το σπίτι του. Οι τράπεζες με τον τρόπο αυτό της «ρύθμισης» φαίνεται ότι εξαπάτησαν όλους τους οφειλέτες που ρύθμισαν τα χρέη τους αφού δολίως τους παρασιώπησαν ότι το κατάλοιπο που τους παρουσίαζαν να ρυθμίσουν δεν ήταν το πραγματικό οφειλόμενο ποσό της οφειλής των αλλά ήταν διογκωμένο και μάλιστα πολλαπλασιαστικά λόγω των ανατοκισμών που είχαν μεσολαβήσει. Όσον αφορά τις ρυθμίσεις του νόμου ΚΑΤΣΕΛΗ με τον οποίον έγιναν μαζικές «ρυθμίσεις» οι όποιες συμπεριλάμβαναν και μείωση οφειλής (κούρεμα) αυτό αφορούσε προφανώς ένα μόνο τμήμα των παράνομων και καταχρηστικών χρεώσεων και των αθέμιτων και παράνομων τόκων με τα οποία είχαν διογκώσει προηγουμένως το δάνειο, δηλαδή οι τράπεζες με την «ρύθμιση» αυτή κατάφεραν να νομιμοποιήσουν όλες τις παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις που τα είχαν επιβαρύνει σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες 124 δικαστικές αποφάσεις. Έτσι σύμφωνα με την ειδησεογραφία ρύθμισαν πάνω από 100.000 δάνεια σύμφωνα με το κατάλοιπο που είχαν παρουσιάσει και στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και οι παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις των και σήμερα εισπράττουν χρήματα από την εξυπηρέτηση των ρυθμίσεων αυτών αυτών ενώ στην πραγματικότητα φαίνεται αφενός ότι σε ένα μεγάλο μέρος των δανείων ρύθμισαν ανύπαρκτο χρέος αφού εάν αφαιρούταν από τα δάνεια αυτά οι παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις και τα αθέμιτα επιτόκια με το όποιο τα είχαν εκτοπίσει θα ήταν ήδη εξοφλημένα και αφετέρου στα υπόλοιπα δάνεια απλώς μείωσαν ένα τμήμα του «καπέλου» όπως λέει και ο λαός που είχαν βάλει στο δάνειο και νομιμοποίησαν όλες τις υπόλοιπες παράνομες χρεώσεις των. Από τα ανωτέρω φαίνεται ότι ο νόμος Κατσέλη δεν έγινε για ωφέλεια των δανειοληπτών όπως παρουσιάστηκε αλλά για εξυπηρέτηση των Τραπεζών οι οποίοι θυσιάζοντας ένα μικρό ποσοστό από τις παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις και από τα έσοδα από τα αθέμιτα επιτόκια εξασφάλισαν την νομιμοποίηση όλων παρανόμων αυτών χρεώσεων, εξυγίαναν τους ισολογισμούς των, και παράλληλα εισπράττουν ποσά από την εξυπηρέτηση των δάνειων της ρύθμισης σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό από ανύπαρκτα χρέη.

Από τα ανωτέρω προκύπτει το εύλογο ερώτημα πως νομοθετήθηκε , ψηφίστηκε, και εφαρμόζεται σήμερα ο νόμος ΚΑΤΣΕΛΗ ποιοί είναι οι δράστες της απόπειρας απάτης και εκβίασης που φαίνεται ότι διαπράχτηκε σε εφαρμογή του ανωτέρω νόμου εις βάρος πλέον των 100.000 δανειοληπτών.

Είναι ευνόητο ότι εάν οι κυβερνήσεις και οι τράπεζες θέλανε πράγματι να βοηθούσαν κάποιους υπερχρεωμένους δανειολήπτες θα έπρεπε πρώτα να εύρισκαν το πραγματικό ποσό οφειλής ενός έκαστου και όσοι θα απέμειναν (γιατί θα αποκαλυπτόταν ότι πολλοί από αυτούς θα είχαν ήδη εξοφλήσει) να ρύθμιζαν το εναπομείναν χρέος με τους ευνοϊκούς όρους που είχαν θεσπίσει.

4.3) Κώδικας Δεοντολογίας: Σύμφωνα με τον Ν.4224/2013 ( ΦΕΚ 2289/27-8-2014) – κώδικας δεοντολογίας, ο οποίος υπογράφεται από τον Πρόεδρο της Τράπεζας της Ελλάδας Ι. Στουρνάρα (σχετικό 14) ορίζονται 5 στάδια Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων ήτοι περιληπτικά:

1ον στάδιο: η Τράπεζα επικοινωνεί με το οφειλέτη που είναι σε καθυστέρηση, του επισυνάπτει το κατάλοιπο του λογαριασμού του και την Τυποποιημένη Κατάσταση Οικονομικής Πληροφόρησης.

2ον στάδιο: ο οφειλέτης εντός 15 ημερών πρέπει να συμπληρώσει την Τυποποιημένη Κατάσταση Οικονομικής Πληροφόρησης.

3ον στάδιο : Η τράπεζα αξιολογεί τα οικονομικά στοιχεία που της απέστειλε ο οφειλέτης.

4ον στάδιο : Η τράπεζα παρουσιάζει στον οφειλέτη με το Τυποποιημένο Έγγραφο Πρότασης Λύσεων Ρύθμισης ή Οριστικής Διευθέτησης.

Ο οφειλέτης πρέπει εντός 15 ημερών :

να παράσχει εγγράφως την συναίνεση του στην λύση ρύθμισης / οριστικής διευθέτησης που επιλέγει

Να θέση εγγράφως τυχόν αντιπρόταση

Να δηλώσει εγγράφως την άρνηση του να συναινέσει σε κάποια από τις προτεινόμενες λύσεις.

Μη αποδοχή της λύσης από οποιονδήποτε από τους ενεχόμενους παρέχει στην τράπεζα το δικαίωμα να αρνηθεί την ρύθμιση και να κατατάξει όλους τους ενεχόμενους στην κατηγορία των ΜΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΜΩΝ.

5ον στάδιο : Εξέταση ενστάσεων.

Στις ενδεικτικές λύσεις ρυθμίσεων περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων

Πληρωμή μόνο τόκων για ένα διάστημα

Πληρωμή μέρους των τόκων για ένα διάστημα

Μειωμένη δόση με αύξηση της διάρκειας του δανείου

Περίοδο χάριτος

Αλλαγή τύπου επιτοκίου εκτοκισμού ( σταθερού κυμαινόμενο)

Επιπλέον των παραπάνω και ειδικά για επιχειρήσεις παρέχεται επίσης:

Μεταφορά χρονικά μιας δόσης δανείου.

Προσαρμογή των δόσεων λαμβάνοντας υπόψη την εποχικότητα στην ρευστότητα του οφειλέτη.

Τέλος για τις συνέπειες για τον ΜΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΜΟ Δανειολήπτη αναφέρει ότι:

Σε περίπτωση χαρακτηρισμού ενός δανειολήπτη ως « Ως μη συνεργάσιμου» ενδέχεται να επέλθουν οι παρακάτω νομικές και οικονομικές συνέπειες.

Καταγγελία της σύμβασης χρηματοδότησης

Επιβάρυνση οφειλής με τόκους υπερημερίας και δικαστικές δαπάνες

Διαδικασία αναγκαστικής είσπραξης της απαίτησης με αποτέλεσμα τη ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων του δανειολήπτη ή και των εγγυητών συμπεριλαμβανομένης και της μοναδικής κατοικίας του.

Σε εφαρμογή του νόμου αυτού οι τράπεζες έστειλαν 1.000.000 επιστολές προς τους οφειλέτες των που ήταν σε καθυστέρηση όπως προκύπτει από το σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας «πρώτο θέμα» της 24-12-2015 (σχετικό 15ως και από πλήθος άλλων αναρτήσεων στο Internet , όπως ενδεικτικά η ανάρτηση με τίτλο « κόκκινα δάνεια – τελεσίγραφα αγχόνη προς δανειολήπτες από τις τράπεζες» (σχετικό 16) 

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τελικό ζητούμενο για τις τράπεζες ΕΙΝΑΙ Η ΡΥΘΜΙΣΗ της οφειλής του οφειλέτη με το κατάλοιπο που εμφανίζουν στα βιβλία των και το οποίο του έχει κοινοποιήσει και στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και όλες οι καταχρηστικές και παράνομες χρεώσεις που έχει κάνει στον λογαριασμό του ως και τα ποσά που πρόεκυψαν από τον εκτοκισμό του δανείου με αθέμιτα και παράνομα επιτόκια που έχουν ως αποτέλεσμα το αναφερόμενο κατάλοιπο της τράπεζας στην επιστολή της προς τον οφειλέτη να μην είναι το πραγματικό υπόλοιπο του λογαριασμού του αφού ο λογαριασμός του αυτός έχει ήδη διογκωθεί πολλαπλασιαστικά από τους ανατοκισμούς που επί χρόνια γινόταν από τις ανωτέρω παράνομες χρεώσεις. Για να δελεάσει δε η τράπεζα τον οφειλέτη να συναινέσει στην ρύθμιση του δανείου νομιμοποιώντας έτσι η τράπεζα όλες τις παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις που επί χρόνια καταχωρούσε στον λογαριασμό του προσφέρει κάποιες δευτερεύοντες ελαφρύνσεις όπως πληρωμή μόνο τόκων για ένα διάστημα, μειωμένη δόση με αύξηση της διάρκειας του δανείου οι οποίοι του προσφέρουν μια πρόσκαιρη διευκόλυνση αλλά δεν μειώνουν την οφειλή κλπ. απειλώντας τον ταυτόχρονα ότι εάν δεν συναινέσει θα χαρακτηρισθεί ως «Μη συνεργάσιμος» με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να του ρευστοποιηθεί ακόμη και η πρώτη κατοικία του.

Σημειώνεται ότι εάν αφαιρεθούν οι παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις και τα ποσά που πρόεκυψαν από τους αθέμιτους και παράνομους τόκους και βρεθεί έτσι το πραγματικό οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες δικαστικές αποφάσεις, φαίνεται ότι ποσό των κόκκινων δανείων δεν είναι 110 Δις αλλά είναι κατά 60,5% λιγότερα και είναι 43.450.000.000 ( σαράντα τρία δισεκατομμύρια, τετρακόσια πενήντα εκατομμύρια ευρώ ( 110 δις Χ 60,5% = 66.550.000.000) και 110 Δις – 66.550.000.000= 43.450.000.000 ευρώ και συνεπώς ένα πολύ μεγάλο μέρος των δάνειων αυτών είναι ανύπαρκτο χρέος αφού θα είναι ήδη εξοφλημένο ενώ για τα υπόλοιπα δάνεια το πραγματικό οφειλόμενο ποσό θα είναι κατά πολύ μικρότερο από το ποσό που εμφανίζουν οι τράπεζες στα βιβλία τους και στις επιστολές που έστειλαν. (Ίδετε κεφάλαιο 15)

Είναι γνωστό ότι λόγω των μνημονίων και της κρίσεως που ακολούθησε οι οφειλέτες αδυνατούσαν να εξυπηρετούν τα δάνεια των και συνεπώς οι τράπεζες έχουν βρεθεί σήμερα με ένα τεράστιο αριθμό δανείων ύψους κατά την ειδησεογραφία περίπου 110 δις, τα οποία εμπεριέχουν επίσης τεράστιο ποσό παράνομων και καταχρηστικών χρεώσεων των και τα οποία οι τράπεζες επείγονται άμεσα να νομιμοποιήσουν και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με αναγνώριση του χρέους και ρύθμιση και για αυτό βέβαια τον λόγο έστειλαν 1.000.000 επιστολές.

Είναι αυτονόητο ότι ακόμη και στην ιδανική περίπτωση που ερχόταν και το 1.000.000 των οφειλετών να ρύθμιζαν τις οφειλές των, είναι σίγουρο ότι την επομένη ημέρα που θα έληγε η 1η δόση τους θα ήταν πάλι σε καθυστέρηση αφού τα πραγματικά οικονομικά των Ελλήνων πολιτών σήμερα λόγω της κρίσεως και της ύφεσης δεν θα τους επέτρεπαν να τα εξυπηρετούσαν όπως άλλωστε δεν εξυπηρέτησαν και τις οφειλές των και τις ρυθμίσεις που είχαν κάνει με το δημόσιο με τις 100 δόσεις, αφού είναι γνωστό ότι τα έσοδα του δημοσίου έχουν έλλειμμα 12 δις ευρώ το 2015.

Όπως φαίνεται αυτό δεν ενδιαφέρει τις τράπεζες τώρα αλλά αυτό που τις ενδιαφέρει άμεσα είναι πείσουν και να εξαναγκάσουν με την απειλή ότι θα χαρακτηριστούν «Μη συνεργάσιμοι» και θα χάσουν ακόμη και την πρώτη κατοικία τους, τους οφειλέτες των πάση θυσία για να αναγνωρίσουν την οφειλή τους σύροντας τους στην επιδιωκόμενη από αυτές ρύθμιση για να νομιμοποιήσουν τις παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις των, ως και τα ποσά που είχαν προκύψει από την χρησιμοποίηση αθέμιτων και παράνομων επιτοκίων όπως αναφέρουν και οι προσκομιζόμενες δικαστικές αποφάσεις .

Τα ανωτέρω άλλωστε προκύπτουν και από την δήλωση που έκανε η Κα Λουκά Κατσέλη την 28-12-2015 η όποια είναι και η πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών στην οποία αναφέρει πως οι τράπεζες έχουν στείλει επιστολές στους δανειολήπτες που καθυστερούν να ανταποκριθούν και να κάνουν ρυθμίσεις στο πλαίσιο της απόφασης της τράπεζας της Ελλάδας τον περασμένο Σεπτέμβριο (δηλαδή στο πλαίσιο του Ν.4224/2013 ( ΦΕΚ 2289/27-8-2014) – του κώδικας δεοντολογίας) (σχετικό 17)

Επίσης προκύπτουν και από το δημοσίευμα του newpost.gr της 10-2-2016 (σχετικό 18) το όποιο με τίτλο «συμφωνία κυβέρνησης – τραπεζών για κοινή γραμμή στα κόκκινα δάνεια» στο οποίο αναφέρει ότι « σύσκεψη με το προεδρείο της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών και με τις διοικήσεις των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων είχαν σήμερα ο αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης Γιάννης Δραγασάκης και ο υπουργός οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος. Μεταξύ άλλων συμφωνήθηκε να υπάρξει κοινή γραμμή στην διαχείριση των κόκκινων δανείων, ενώ όπως σημείωσε ο κ Δραγασάκης στην ανακοίνωση της αντιπροεδρίας , οι τράπεζες δεν έχουν ενδιαφέρον να προβούν σε πωλήσεις δανείων…….. συμφωνήθηκε να επιταχυνθούν από μέρους των τραπεζών οι διαδικασίες ρύθμισης των δανείων με βάση το νομοθετικό πλαίσιο που βρίσκεται σε ισχύ.(δηλαδή στο πλαίσιο του Ν.4224/2013 ( ΦΕΚ 2289/27-8-2014)κώδικας δεοντολογίας) (http://newpost.gr/politiki)

Οι επικαλούμενες 124 δικαστικές αποφάσεις, το κατάλοιπο που εμφανίζεται στον λογαριασμό του κάθε οφειλέτη , και όπως φαίνεται η διάπραξης των αδικημάτων της απάτης και εκβίασης που διεπράχθη από τους δράστες και τους τυχόν συνεργούς των είναι αλληλένδετα .

Συνεπώς με απλή λογική συμπεραίνεται ότι αφού οι δικαστικές αποφάσεις δεν δέχονται ως βέβαιες και εκκαθαρισμένες τις οφειλές και το κατάλοιπο των λογαριασμών των οφειλετών που παρουσιάζουν οι τράπεζες στα βιβλία των γιατί σε αυτό συμπεριλαμβάνονται παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις και χρησιμοποιήθηκαν επίσης στον εκτοκισμό των δανείων αθέμιτα επιτόκια και ως εκ τούτου το παρουσιαζόμενο κατάλοιπο είναι διογκωμένο και δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό οφειλόμενο ποσό του κάθε οφειλέτη σημαίνει επίσης ότι το ίδιο αυτό κατάλοιπο με το οποίο οι τράπεζες σε εφαρμογή του κώδικα δεοντολογίας κοινοποιούν σε 1.000.000 οφειλέτες ως οφειλή των με την απειλή ότι εάν δεν ρυθμίσουν την οφειλή των αυτή θα χαρακτηριστούν «Μη συνεργάσιμοι» με αποτέλεσμα να χάσουν και την μοναδική κατοικία των δεν είναι το πραγματικό ποσό οφειλής του κάθε οφειλέτη. Σημαίνει επίσης ότι όποιος επιχειρεί ή συνεργεί στην απόπειρα είσπραξης ή ρύθμισης οφειλής με απειλή, γνωρίζοντας ότι το ποσό που παριστάνεται ως οφειλή δεν είναι το πραγματικό οφειλόμενο ποσό του κάθε οφειλέτη διαπράττει πιθανόν ποινικά αδικήματα.

Από τους συμμετέχοντες στην σύσκεψη της 10-2-2016 φαίνεται ότι όλοι γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν εκ τις θέσεως των ότι το κοινοποιηθέν κατάλοιπο που εξήχθη από τα βιβλία των τραπεζών δεν ήταν η πραγματική οφειλή του κάθε δανειολήπτη και συνεπώς συμφωνώντας άπαντες να υπάρξει κοινή γραμμή στην διαχείριση των κόκκινων δανείων, και συμφωνώντας να επιταχυνθούν από μέρους των τραπεζών οι διαδικασίες ρύθμισης των δανείων με βάση το νομοθετικό πλαίσιο που βρίσκεται σε ισχύ.(δηλαδή στο πλαίσιο του κώδικα δεοντολογίας) φαίνεται ότι συνεργούσαν στην απόπειρα απάτης και εκβίασης που διέπρατταν οι τράπεζες με την αποστολή 1.000.000 επιστολών στους οφειλέτες των. Αναλυτικότερα:

Α) Οι διοικήσεις των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και το προεδρείο της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών που συμμετείχαν στην κοινή σύσκεψη την 10-2-2016 με τον κον Δραγασάκη και Τσακαλώτο ως εκπρόσωποι της σημερινής κυβέρνησης είχαν απόλυτη γνώση ότι τα κατάλοιπα που κοινοποίησαν στους 1.000.000 οφειλέτες με τις επιστολές των δεν περιείχαν το πραγματικό ποσό οφειλής του κάθε οφειλέτη διότι οι ίδιες οι τράπεζες ως και το προεδρείο της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών ( αποφ 1219/2001 ΑΠ σχετικό 5) ήταν οι διάδικοι σε όλες τις προσκομιζόμενες δικαστικές αποφάσεις που έκριναν σε πάνω από 50 περιπτώσεις άκυρους και καταχρηστικούς τους Γενικούς Όρους Συναλλαγών (ΓΟΣ) βάσει των οποίων οι τράπεζες χρέωναν τα δάνεια των οφειλετών με παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις και χρησιμοποιούσαν αθέμιτα και ως εκ τούτου παράνομα επιτόκια στον εκτοκισμό των δανείων των με αποτέλεσμα να γνώριζαν ότι το κατάλοιπο των βιβλίων των το όποιο κοινοποίησαν στους 1.000.0000 οφειλέτες των δεν ήταν το πραγματικό οφειλόμενο ποσό αλλά να είναι διογκωμένο πολλαπλασιαστικά εξ αιτίας αυτών των παράνομων επιβαρύνσεων.

Β) Είναι γνωστό ότι η Τράπεζα της Ελλάδος είχε εποπτικό ρόλο στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και συνεπώς από τους έλεγχους που έκανε ήταν αδύνατο να μην διαπίστωσε ότι οι συμβάσεις των τραπεζών περιείχαν άκυρους και καταχρηστικούς όρους και συνεπώς οι χρεώσεις που έκαναν οι τράπεζες στους λογαριασμούς των οφειλετών με βάσει τους άκυρους όρους ήταν παράνομες και καταχρηστικές και ότι τα επιτόκια με τα όποια οι τράπεζες εκτόκιζαν τα δάνεια ήταν αθέμιτα και ως εκ τούτου παράνομα. Συνεπώς η Τράπεζα της Ελλάδος κατά την διαδικασία της νομοθέτησης του Ν.4224/2013 ( ΦΕΚ 2289/27-8-2014)κώδικας δεοντολογίας) η οποία προφανώς έγινε σε συνεργασία με τις τράπεζες, την Ελληνική Ένωση Τραπεζών και τους αρμόδιους οικονομικούς υπουργούς της κυβέρνησης γνώριζε ότι το κατάλοιπο των βιβλίων των τραπεζών το όποιο θα κοινοποιούσαν στους 1.000.0000 οφειλέτες των καλώντας να το ρυθμίσουν βάσει του νόμου Ν.4224/2013 που νομοθετούσαν δεν ήταν το πραγματικό οφειλόμενο ποσό αλλά να ήταν διογκωμένο πολλαπλασιαστικά εξ αιτίας αυτών των παράνομων επιβαρύνσεων. Παρόλα αυτά η Τράπεζα της Ελλάδος στην νομοθέτηση του νόμου αυτού δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα ως όφειλε με το να αποκλείσει να υπάρχει στο κατάλοιπο που θα κοινοποιούσαν οι τράπεζες στο 1000000 οφειλέτες οι παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις που είχαν κρίνει τα δικαστήρια με τις 124 επικαλούμενες δικαστικές αποφάσειςότι είχαν χρεωθεί οι λογαριασμοί των οφειλετών και μάλιστα με ισχύ δεδικασμένου που δέσμευε τους πάντες ( ίδετε κεφάλαιο 7) αλλά με την ηθελημένη αυτή παράλειψη τους φαίνεται ότι συνέργησαν προκειμένου οι τράπεζες σε εφαρμογή του νόμου αυτού να αποπειραθούν να εξαπατήσουν και να εκβιάσουν 1.000.000 έλληνες πολίτες προκειμένου να νομιμοποιήσουν με την ρύθμιση και την αναγνώριση χρέους τις παράνομες χρεώσεις των δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ που είχαν επιβαρύνει τα προηγούμενα χρόνια τους λογαριασμούς των οφειλετών των.

Β) Η σημερινή κυβέρνηση και το οικονομικό επιτελείο της το οποίο εκπροσωπήθηκε στην συνάντηση αυτή από τον Αντιπρόεδρο Ιωάννη Δραγασάκη και τον υπουργό οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτο οι οποίοι είναι ικανότατα άτομα και κατέχουν τέτοιες θέσεις που κρατούν στα χέρια τους την τύχη της Ελλάδος, είναι αδύνατον να μην γνώριζαν εκ του αντικειμένου τους αλλά και μετά από τόσες δικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί και τόσες δημοσιεύσεις στο τύπο και στο διαδίκτυο ότι γνωρίζει όλος ο λαός , ότι οι τράπεζες στα βιβλία τους χρέωναν τους λογαριασμούς των δανειοληπτών με παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις και με αθέμιτα επιτόκια διογκώνοντας έτσι το υπόλοιπο των δανείων και συνεπώς γνώριζαν ότι όταν οι τράπεζες καλούσαν 1.000.000 οφειλέτες να ρυθμίσουν την οφειλή των σε εφαρμογή του νόμου Ν.4224/2013 ( ΦΕΚ 2289/27-8-2014) με κατάλοιπο που δεν ήταν το πραγματικό ποσό της οφειλής των στην πραγματικότητα αποπειρώνται να εξαπατήσουν και να εκβιάσουν τους οφειλέτες αυτούς. Παρόλα αυτά όπως φαίνεται από την ανακοίνωση της Αντιπροεδρίας στην συνάντηση της 10-2-2016 συμφώνησαν να υπάρξει κοινή γραμμή στην διαχείριση των κόκκινων δανείων, και συμφώνησαν να επιταχυνθούν από μέρους των τραπεζών οι διαδικασίες ρύθμισης των δανείων με βάση το νομοθετικό πλαίσιο που βρίσκεται σε ισχύ.(δηλαδή στο πλαίσιο του κώδικα δεοντολογίας), δηλαδή φαίνεται ότι συμφώνησαν και συνέργησαν αφού δεν την σταμάτησαν ως όφειλαν, στην απόπειρα απάτης και εκβίασης του 1.000.000 οφειλετών που φαίνεται ότι διέπρατταν οι τράπεζες μέσω της εφαρμογής του κώδικα δεοντολογίας.

Από τα ανωτέρω προκύπτει το εύλογο ερώτημα πως νομοθετήθηκε , ψηφίστηκε, και εφαρμόζεται σήμερα ο ανωτέρω νόμος Ν.4224/2013 ( ΦΕΚ 2289/27-8-2014) και ποιοί είναι οι δράστες της απόπειρας απάτης και εκβίασης που φαίνεται ότι διαπράχτηκε σε εφαρμογή του ανωτέρω νόμου εις βάρος των 1.000.000 οφειλετών στους οποίους οι τράπεζες απέστειλαν επιστολές οι οποίες περιείχαν το κατάλοιπο των λογαριασμό των που παρουσίαζαν στα βιβλία των και περίληψη του Ν 4224/2013 με τις οποίες έκαναν απόπειρα εκβίασης των οφειλετών αφού με την επίκληση του Ν.4224/2013 τους απειλούσαν ότι εάν δεν ρυθμίσουν το δάνειο των στην βάση του κοινοποιημένου καταλοίπου μέσα σε συγκεκριμένες ημερομηνίες θα χαρακτηριζόταν «Μη συνεργάσιμοι» με αποτέλεσμα να χάσουν ακόμη και την μοναδική κατοικία τους, παριστάνοντας έτσι ψευδώς ότι το πραγματικό ποσό της οφειλής των ήταν το κοινοποιηθέν κατάλοιπο ενώ το αληθές και το όποιο δολίως παρασιωπούσαν αν και το γνώριζαν πάρα πολύ καλά ήταν ότι το κοινοποιηθέν κατάλοιπο συμπεριλάμβανε και παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις και ποσά από αθέμιτους και παράνομους τόκους σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες δικαστικές αποφάσεις και ως εκ τούτου ήταν διογκωμένο πολλαπλασιαστικά από τους επανειλημμένους ανατοκισμούς που είχαν μεσολαβήσει και συνεπώς δεν παρουσίαζε το πραγματικό ποσό οφειλής του κάθε οφειλέτη.

5

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ-ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Ι) Για την συμπεριφορά των τραπεζών υπάρχουν πολλές αναρτήσεις στο Internet ενδεικτικά δε παραθέτω τις κάτωθι:

Α) Γιατί οι τράπεζες δεν δικαιούνται να ομιλούν (σχετικό 19) 

Β) Η τραπεζική παρανομία και η διαχρονική ανοχή της από το κράτος (σχετικό 20) 

Γ) Κόκκινα δάνεια, Κίτρινα Δάνεια, Πράσινα δάνεια και το κακό τους συναπάντημα των τοκογλύφων τραπεζιτών (σχετικό 21) (Posted by  “http://olympia.gr/” στο Απριλίου 22, 2014)

Δ) Η μεγάλη άπατη των τραπεζών σε μισθοδοσίες και δάνεια (σχετικό 22) 

Ε) ΕΙΧΕ-Βάλαμε τέλος στην τοκογλυφία των ελληνικών τραπεζών (σχετικό 23)

ΣΤ) Νομική τεκμηρίωση της απάτης και τοκογλυφίας σε βαθμό κακουργήματος κατά δανειστών (σχετικό 24) 

ΙΙ) Επίσης υπάρχουν πολλά video σχετικά με την συμπεριφορά των τραπεζών . Ενδεικτικά δε παραθέτω τις κάτωθι:

Α) ΖΟΥΓΚΛΑ – 62 ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ( σχετικό 25) HYPERLINKhttp://www.eixe.org/videogallery.asp” http://www.eixe.org/videogallery.asp

Β) Η ΑΠΑΤΗ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ( HYPERLINKhttp://www.antistasitora.org/index.php/2-uncategorised/81-i-apati-ton-trapezon-i-lysi-k-i-antidrasi-ton-papagalon-tou-systimatos” http://www.antistasitora.org/index.php/2-uncategorised/81-i-apati-ton-trapezon-i-lysi-k-i-antidrasi-ton-papagalon-tou-systimatos

Γ) Γιατί η τράπεζες δεν μπορούν να ζητούν τα κόκκινα δάνεια https://www.youtube.com/watch?v=BpzhzZK7RR4 )

ΙΙΙ) Επίσης έχουν δημιουργηθεί αρκετοί σύλλογοι και ομοσπονδίες δανειοληπτών. Ενδεικτικά δε αναφέρω τους κάτωθι:

Α) «ΕΝΩΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ-ΕΚΠΟΙΖΩ» ( HYPERLINK “https://www.ekpizo.gr/” https://www.ekpizo.gr/)

Β) «ΕΝΩΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΩΝ» ( HYPERLINK “http://www.daneioliptes.com” http://www.daneioliptes.com)

Γ) «ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΝΩΣΕΩΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΟΛΙΤΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΩΝ ( HYPERLINK “http://www.omospondiadaniolipton.gr/” http://www.omospondiadaniolipton.gr/)

IV) Έχουν δημοσιευθεί αρκετά βιβλία για την συμπεριφορά των τραπεζών. Ενδεικτικά αναφέρω το βιβλίο με τίτλο «Η μαύρη βίβλος των Ελληνικών Τραπεζών ( όλα όσα πρέπει να γνωρίζουν οι πολίτες για να προστατευτούν από τα κερδοσκοπικά αρπακτικά που παριστάνουν τις «τράπεζες» του Θεόδωρου Θανόπουλου (εκδόσεις ΩΡΥΓΙΑ) ο οποίος είναι και ο πρόεδρος της «ΕΝΩΣΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΩΝ» (σχετικό 48)

V) Στο διαδίκτυο είναι επίσης αναρτημένη σχετική μήνυση του πρώην εισαγγελέα Ι.ΣΑΚΚΑ (σχετικό 27) κατά τράπεζας (εδώ) 

Με την ανωτέρω μήνυση του ο μηνυτής μήνυε τράπεζα και τα στελέχη της δια την παράνομη χρέωση και είσπραξη παράνομου ποσού από τον υπολογισμό των τόκων με βάσει το έτος των 360 ημερών και όχι νε το νόμιμο 365 και για δίσεκτα έτη 366 όπως υποχρέωνε όλες τις τράπεζες η υπ’ αριθμόν: 430 / 04-03-2005 Αμετάκλητη Απόφασή του Αρείου Πάγου, και η οποία δέσμευε όλες τις τράπεζες με ισχύ δεδικασμένου έναντι πάντων των δανειοληπτών ως αποδεκτών παροχής των υπηρεσιών των.

Δηλαδή η μήνυση του Κου πρώην εισαγγελέως Ι. Σακκά αφορά την παράνομη συμπεριφορά τράπεζας και τα παράνομα ποσά που εισέπραξε από τον δανειολήπτη της για τον εκτοκισμό του δανείου με βάσει το ημερολογιακό έτος των 360 ημερών και όχι με βάσει του νόμιμου έτους των 365 ημερών που είναι μια από τις μικρότερες σε αξία παράνομες πράξεις των τραπεζών σε βάρος των δανειοληπτών. Είναι αυτονόητο ότι εφόσον στοιχειοθετούνται τα αδικήματα που ο κος εισαγγελέας καταγγέλλει στην μήνυση του , στοιχειοθετούνται ταυτόχρονα και μάλιστα σε μείζονα βαθμό όλα τα άλλα αδικήματα που διέπραξαν οι τράπεζες και περιγράφονται στην παρούσα μηνυτήρια αναφορά μου, αφού και σε αυτά οι τράπεζες ενέργησαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο εξαπάτησης των δανειοληπτών με σκοπό την προσπόριση παρανόμων εσόδων και λειτούργησαν μέσα από το ίδιο πανελλαδικής εμβέλειας δίκτυο που είχαν δημιουργήσει και για το λόγω αυτό παραθέτω αυτούσια ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα της μήνυσης αυτής.

«Β) Πέραν δε τούτων στις 4-3-2005, στην Αθήνα και σε όλες τις πόλεις της Ελλάδος όπου είχαν υποκαταστήματα, οι μηνυόμενοι ως ειδικοί και εμπιστευμένοι από την Πολιτεία ως Διοίκηση και εκπρόσωποι Τράπεζας (νομικού προσώπου) επί των τραπεζικών δανείων και έχοντες ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ανακοινώνουν, στους υποψήφιους πελάτες –δανειολήπτες, τον σύμφωνα με το δίκαιο και νόμιμο συναλλακτικό τραπεζικό ήθος και με καλή πίστη στις τραπεζικές συναλλαγές συντελεστή διαίρεσης, διαιρέτη ή παρανομαστή έτους 365 ημερών (ή 366 σε δίσεκτο) από 21-03-1991, γνώριζαν (αφού είχαν και έχουν οργανωμένες νομικές υπηρεσίες) ξεκάθαρα επιπλέον ότι το Δ΄ Πολιτικό Τμήμα του Ανώτατου Ελληνικού Δικαστηρίου, του Αρείου Πάγου, εξέδωσε την υπ’ αριθμόν: 430 / 04-03-2005 Αμετάκλητη Απόφασή του, η οποία δέσμευε όλες τις τράπεζες με ισχύ δεδικασμένου έναντι πάντων των δανειοληπτών ως αποδεκτών παροχής υπηρεσιών των δανειοληπτών-καταναλωτών και τους υποχρέωνε να μην παρασιωπούν αθέμιτα το αληθινό γεγονός ότι:»………..

Δέχτηκε η υπ’ αριθμόν 430 / 2005 ΑΠ, Αμετάκλητη Δικαστική Απόφαση, ότι: «…ο… Γ.Ο.Σ που προβλέπει ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής.

Η απόφαση αυτή εκδόθηκε με τη διαδικασία του Ν 2251/1994 ΦΕΚ Α 191 Περί προστασίας καταναλωτών και ίσχυε και ισχύει έναντι όλων των τραπεζών και ως εκ τούτου δέσμευε αναδρομικά από 07.03.1991 αλλά και από 18.02.1998, όλα τα τραπεζικά – πιστωτικά ιδρύματα στην Ελλάδα και την ανωτέρω εγκαλουμένη τράπεζα και τα στελέχη της (νόμιμους αντιπροσώπους τους), και ΥΠΟΧΡΕΩΝΕ αυτά κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης (δανείου) και εις την εκπλήρωση της παροχής τους (του δανείου) να συμπεριφέρονται θεμιτά.

Ειδικότερα υποχρέωνε τις τράπεζες, τους τραπεζίτες, τα μέλη των ΔΣ των τραπεζών και τα στελέχη αυτών:

α) ΣΕ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΝΟΜΙΚΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ, σύμφωνα με την καλή πίστη και θεμιτού συναλλακτικού ήθους, ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΝΟΜΙΜΟΥ ΤΟΚΟΥ ΤΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ και Πίστωσης ΕΠΙ ΤΗ ΒΑΣΕΙ έτους ΤΩΝ 365 ΗΜΕΡΩΝ (ή 366 ΗΜΕΡΩΝ ΕΠΙ ΔΙΣΕΚΤΟΥ ΕΤΟΥΣ) προς τον υποψήφιο Δανειολήπτη, οιονδήποτε ιδιώτη φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ο οποίος επεδείκνυε εμπιστοσύνη εις την τράπεζα, ώστε αυτός να μην είναι θύμα απάτης ως προς την παροχή του σε έννομη σχέση δανείου και

β) ΝΑ ΜΗ ΠΑΡΑΣΙΩΠΟΥΝ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΑΥΤΗ, καθόσον είχαν υποχρέωση ανακοίνωσης και τήρησης του πραγματικού γεγονότος του ημερολογιακού έτους με 365 (ή 366 ημέρες σε δίσεκτο) στην έννομη σχέση δανείου και υπολογισμού του τόκου ετησίως,……

Γ) Όμως τα πρόσωπα, τα οποία διοικούσαν την ως άνω τράπεζα, Πρόεδρος, Διευθύνων Σύμβουλος, Διοικητικό Συμβούλιο και στελέχη αυτής, άγνωστα σε εμάς πρόσωπα, τα οποία πρέπει να ανευρεθούν, κατάρτισαν πανελλαδικής εμβέλειας σχέδιο εξαπάτησης και συνέχισαν αυτό το σχέδιο, με δημιουργία, παράσταση και συνέχιση παράστασης ως δήθεν νομίμου Γ.Ο.Σ. ότι οι τόκοι δανείου υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών και εν γνώσει τους κατ΄ επάγγελμα και συνήθεια προκαλούσαν ζημία επί της περιουσίας (περιουσιακών δικαιωμάτων) στους υποψήφιους δανειολήπτες, οι οποίοι τους επεδείκνυαν εμπιστοσύνη ως προς τον υπολογισμό του ετήσιου τόκου του χορηγουμένου δανείου, δημιουργώντας μία πρόσθετη επιβάρυνση –ζημία του Καταναλωτή – Δανειολήπτη, για κάθε ημέρα επιβαρύνοντάς τον με, κατά 1,3889% τουλάχιστον περισσότερο, τόκους, (όταν το επιτόκιο ήταν 5,5% βλ την με αριθμ 430/2005 απόφαση του ΑΠ Δ ΠολΤμ.), πείθοντας και παραπλανώντας τον κάθε Δανειολήπτη, ότι το νόμιμο και σύμφωνα με την καλή πίστη και συναλλακτικά ήθη επιτόκιο μίας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών, ενώ αυτό ήτο ψευδές ως μη νόμιμο και αντίθετο στην καλή πίστη και συναλλακτικά ήθη, προβαίνοντας σε ΑΘΕΜΙΤΗ ΠΑΡΑΣΙΩΠΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΟΥ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ, ΟΤΙ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΜΗ ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ το νόμιμο και σύμφωνα με την καλή πίστη και θεμιτά συναλλακτικά ήθη επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 365 ημερών…….,

Οι μηνυόμενοι όμως της ως άνω τράπεζας έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιο πανελλαδικώς εξαπάτησης των Δανειοληπτών με τη βοήθεια των νομίμων αντιπροσώπων τους (διευθυντών) εις τα τραπεζικά τους καταστήματα κατά τον χρόνο της κατάρτισης των Δανειακών Συμβάσεων, έχοντας έτσι διαμορφώσει, δια μέσου των υπαρχόντων καταστημάτων και υποκαταστημάτων της τράπεζας και στελέχωσή των, την πανελλαδική – εκτεταμένη υποδομή και την οργανωμένη ετοιμότητά τους, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της απάτης των υποψηφίων Δανειοληπτών, και με σκοπό να πορίζονται παράνομα περιουσιακά οφέλη – κέρδη – εισοδήματα υπέρ της τράπεζας ως νομικού προσώπου. Η συνολική σκοπούμενη περιουσιακή ζημία των εξαπατηθέντων δανειοληπτών πανελλαδικώς αλλά και το αντίστοιχο συνολικό παράνομο όφελος υπερβαίνει το ποσόν των 30.000,- Ευρώ ή άλλως και των 120.000 Ευρώ, συμπεριλαμβανομένης και της δικής μας ζημίας. Από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της απάτης Δανειοληπτών προκύπτει σταθερή ροπή των δραστών προς διάπραξη της απάτης κατ’ εξακολούθηση. 

Σε κάθε περίπτωση δανείου, ως προκύπτει από την κάθε προσκομιζόμενη υπογεγραμμένη σύμβαση δανείου, οι υπογράφοντες ως εκπρόσωποι της τράπεζας επί τη βάσει του ανωτέρω πανελλαδικού σχεδίου κατ εντολήν των διοικούντων Προέδρου, Διευθύνοντος Συμβούλου και μελών του Δ.Σ. της τράπεζας εν γνώσει τους προέβαιναν στην απάτη, κατ εξακολούθηση ή άλλως κατά συρροή, με αθέμιτη παρασιώπηση του αληθινού γεγονότος, παρασιωπόντας το αληθές γεγονός ΟΤΙ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΜΗ ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ το υποχρεωτικώς νόμιμο και σύμφωνα με την καλή πίστη και το θεμιτό συναλλακτικό ήθος επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 365 ημερών ……………….

Με την ανωτέρω αθέμιτη παρασιώπηση του αληθού γεγονότος, μας παρέπεισαν, σε εκτέλεση του ως άνω πανελλαδικού σχεδιού απάτης οι αρμόδιοι υπάλληλοι της τράπεζας έναν έκαστον εξ ημών, πιστούχο-δανειολήπτη και εγγυητή, να προβούμε σε συναλλαγή υπογράφοντας σε κάθε περίπτωση δάνειο και αντίστοιχες πρόσθετες πράξεις δανείου με τον υποδειχθέντα υπό της τράπεζας ως δήθεν νόμιμο προσδιορισμό επιτοκίου κάθε ημέρας με βάση έτος 360 ημερών, προκαλώντας δολίως εν γνώσει τους σε έναν έκαστο ζημία –επιβάρυνση στην περιουσία μας για κάθε ημέρα με, κατά 1,3889% τουλάχιστον περισσότερο, τόκους και την οποία ζημία μας προκάλεσαν τελικώς οι μηνυόμενοι εν γνώσει τους, αιτούμενοι επιπροσθέτως, ως νομικό πρόσωπο, τράπεζα, εναντίον μας και κινδύνευσε η περιουσία μας με:

α) έκδοση ΑΠΌ ΤΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ, βλ ΤΗΝ ΜΕ ΑΡΙΘΜ 17754/2013 ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου …… συμπεριλαμβάνοντας στην χρηματική τους απαίτηση στη Διαταγή πληρωμής τον παράνομο τόκο και

β) την κατάσχεση των περιουσιακών μας στοιχείων για χρηματική απαίτηση στην οποία συμπεριέλαβαν και τον παράνομο τόκο κεφαλαιοποιημένο (με παράνομο τόκο υπερημερίας εάν συνέβη κάτι τέτοιο να τον υπολογίσεις)………

Στην πράξη της δανειακής συναλλαγής αυτής ένας έκαστος εξ ημών, ως δανειολήπτης και εγγυητής, δεν θα προέβαινε, εάν οι νόμιμοι αντιπρόσωποι της μηνυόμενης τράπεζας πριν την κατάρτιση της σύμβασης δανείου δεν παρασιωπούσαν αθέμιτα την αλήθεια του θεμιτού τρόπου υπολογισμού του τόκου του δανείου ανά ημέρα υπολογιζομένου επί τη βάσει έτους με 365 ημέρες και ΔΕΝ ΘΑ ΥΦΙΣΤΑΜΕΘΑ ΤΗ ΖΗΜΙΑ ΕΑΝ οι διοικούντες την τράπεζα δεν κατέστρωναν και δεν εφήρμοζαν το ως άνω πανελλαδικό στρατηγικό σχέδιο εξαπάτησης υποψηφίων Δανειοληπτών.

Πέραν δε τούτων, οι νόμιμοι εκπρόσωποι της Τράπεζας………, εν γνώσει τους κατά την υποβολή της αίτησής της στις ……… πχ 5-10-2012 στην Αθήνα, για έκδοση διαταγής πληρωμής εναντίον μας στο Μονομελές Πρωτοδικείο …….. και στις 13-5-2013 στην Αθήνα, κατά την έκδοση της με αριθμ (πχ 17754/13-5-2013) Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου ……… εναντίον μας, ενώπιον της Δικαστού Ι.. .. Κ……, Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, παρέστησαν εν γνώσει τους ότι το αληθές νόμιμο συνολικό ποσόν που απαιτεί η Τράπεζα είναι 928.751,01 ευρώ, ενώ αυτό ήτο ψευδές και απέκρυψαν εν γνώσει τους ότι στο ποσόν αυτό συμπεριέλαβαν και επιπλέον παράνομους τόκους που υπολόγιζαν με βάση έτος με 360 ημέρες, γεγονός που απέκρυψαν και δεν ανέγραψαν στην αίτησή τους και το οποίο αν γνώριζε η Δικαστής δεν θα εξέδιδε την ως άνω Διαταγή Πληρωμής σε βάρος μας. 

Συνεπώς οι μηνυόμενοι ενήργησαν κατά παράβαση των Άρθρων: 13 στ΄, 15, 45, 98 παρ 2, και 386 παρ 3-1 του Ποινικού Κώδικα, ως ισχύουν με συνολική ζημία εις βάρος της περιουσίας μας κατ’ επάγγελμα και συνήθεια άνω των 30.000 Ευρώ συνολικά ή άλλως και συνολικά, σε όλες τις περιπτώσεις που καταμηνύουμε, άνω των 120.000 Ευρώ, τελέσαντες το έγκλημα της Απάτης σε βαθμό κακουργήματος ως ισχύει η παράγραφος 3 του άρθρου 386 ΠΚ σύμφωνα με το άρθρο 25 του Ν 4055/12-3-2012 (ΦΕΚ Α 51/2012), κατά τον χρόνο της υπογραφής της δανειακής σύμβασης και ανανέωσης αυτής αλλά και κατά τον χρόνο της έκδοσης Διαταγής Πληρωμής εναντίον μας συστηματικά.

Πέραν των ανωτέρω, οι μηνυόμενοι της τράπεζας σε κάθε περίπτωση εκμεταλλεύτηκαν την εμπιστοσύνη, την οποίαν έδειξε ο καθένας από εμάς προς αυτούς, ως τράπεζα, καθώς και την ανάγκη μας να λάβουμε το δάνειο και την απειρία μας περί τα ειδικά θεμιτά τραπεζικά συναλλακτικά χρηστά ήθη και καλή πίστη, με την οποία όφειλε να συμπεριφέρεται η τράπεζα έναντι ημών ως Πελατών της και έλαβαν υπερτοκογλυφικά παράνομα περιουσιακά ωφελήματα υπέρ της τράπεζας ως νομικό πρόσωπο κατά παράβαση του Άρθρου: 404 παρ/φοι 4, 3, 1 του Ποινικού Κώδικος. (Τοκογλυφία εις βαθμόν κακουργήματος).

Η οργανωμένη όμως ανωτέρω ενέργεια υπό των στελεχών της τράπεζας με συγκροτημένη οργανωμένη διοίκηση και υποδομή πανελλαδικά με διαρκή δράση ομάδας από περισσότερα των τριών προσώπων για διάπρξη κακουργηματική απάτης (άρθρο 386 παρ 3-1 ΠΚ ή και κατά αληθή συρροή κακουργηματικής τοκογλυφίας υπέρ της τράπεζας (άρθρο 404 παρ 4-3-1 ΠΚ, καταφανώς θέτει σε εφαρμογή και την ποινική διάταξη άρθρου 187§§1,3,7,8 ΠΚ (εγκληματική οργάνωση) για διάπραξη κακουργημάτων απάτης ή και τοκογλυφίας (άρθρα 386 και 404 ΠΚ) που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως κατ΄ άρθρο 36 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ).

Συνακόλουθα θα πρέπει κατ’ εφαρμογή του άρθρου 238 (Δήμευση) και της παραγράφου 8 του άρθρου 187 ΠΚ, τα εξ απάτης και τοκογλυφίας αποκτηθέντα περιουσιακά στοιχεία (παράνομοι εισπραχθέντες τόκοι σε βάρος της περιουσίας μας) και οφέλη που απορρέουν από τα εν λόγω προϊόντα εγκλήματος, να κατασχεθούν αυτεπαγγέλτως από τα διαθέσιμα (μετρητά) της τράπεζας ή άλλως να κατασχεθούν άλλα περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας, προκειμένου να μας επιστραφούν σε εμάς τα θύματα των τραπεζών αντίστοιχα με τη ζημία που υποστήκαμε έκαστος από τις παράνομες πράξεις (απάτης και τοκογλυφίας) της τράπεζας σε βάρος μας.»

6

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Με την προϋπόθεση ότι από την έρευνα που θα διενεργήσετε αποδειχτεί ότι διαπραχτήκαν παράνομες πράξεις θα έχουν παραβιαστεί τουλάχιστον οι κάτωθι νόμοι του ελληνικού κράτους.

ΑΠΑΤΗ: Σύμφωνα με το άρθρο 386 παράγραφος 1 του Ποινικού Κώδικα απάτη διαπράττει : “Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη – παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον (3) μηνών. Κι αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον (2) ετών.” Κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου “Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι (10) ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των (30.000) ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των (120.000) ευρώ.”

ΑΠΟΠΕΙΡΑ. Το έγκλημα είναι δεκτικό αποπείρας. ΑΠ 539/89

Αν δεν επετεύχθη η βλάβη και αντιστοίχως το παράνομο όφελος , συντρέχουν όμως οι προϋποθέσεις του άρθρου 42 ΠΚ υπάρχει απόπειρα ΑΠ 886/78, ΑΠ 470/79, ΑΠ1355/81.

Απόπειρα υπάρχει όταν το έγκλημα δεν ετελέσθη μεν, ήρξαντο όμως η πραγμάτωσης της αντικειμενικής υποστάσεως αυτού επι σκοπώ αθεμίτου περιουσιακού οφέλους του υπαιτίου η άλλου δι οιοσδήποτε εν γνώσει γενομένης ψευδούς παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθεμίτου αποκρύψεως ή παρασιωπήσεως αληθών ήτις ως επακόλουθον ηδύνατο να έχει την βλάβην ξένης περιουσίας ΑΠ 1132/83, ΑΠ 1166/78, Πλημ.Θες 1015/67 «Αρμενόπουλος» ΚΒ 329, ΑΠ 469/71, Σπινέλης σελ.120 Πρβλ. ΑΠ220/71 Πχρ ΚΕ 579, ΑΠ 27/63 Πχρ.ΙΙ 169, Πλημ. Θες. 1223/4 Πχρ ΛΕ 519, ΑΠ770/86 Πχρ ΛΣΤ 741.

Οσάκις ήρξατο η παράστασις των ψευδών γεγονότων κλπ. Επί σκοπώ ωφελείας αλλά δεν παρεπλανήθη ο προς όν αύτη και εξ οιουδήποτε λόγου δεν επήλθε η περιουσιακή βλάβη υπάρχει απόπειρα ΑΠ 341/77 Πχρ. ΚΖ 677.

ΑΠΑΤΗ ΕΠΙ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩ – ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΑΠΑΤΗΣ ΕΠΙ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩ:

Το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ’ αυτόν ψευδής ισχυρισμός, ο οποίος υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσκομιδή και επίκληση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν, αλλά με ανακριβές περιεχόμενο. 
– Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών στοιχείων, εκδίδεται οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη ή άλλου, σε βάρος του αντιδίκου του, απόπειρα δε αυτής συντρέχει, στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαστής δεν παραπλανάται από τους ψευδείς ισχυρισμούς και τα ανακριβή αποδεικτικά στοιχεία και απορρίπτει, ως αβάσιμη, την αγωγή ή την αίτηση. 

Αν το ψευδές αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε στο δικαστήριο αλλά το δικαστήριο δεν πείστηκε από το ψευδές περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και έτσι αποφεύχθηκε η έκδοση βλαπτικής για τον αντίδικο απόφασης υπάρχει αξιόποινη απόπειρα απάτης επι δικαστηρίου (Πρβλ ΑΠ 505/89, Πχρ.ΛΘ 985, ΑΠ 637/1988, Ποιν.χρ ΛΗ 739, ΑΠ 40/1987, Ποιν. Χρον. ΛΖ 382, ΑΠ 1292/1986, Ποιν. Χρον. ΛΖ 93, ΑΠ 1496/1983, Ποιν χρ. ΛΔ 488, βλ και ΑΠ 1866/83, ΑΠ 714/89, ΑΠ 886/78, ΑΠ 634/82, ΝοΒ130 σελ.982 ένθα και η Προτ. Εισαγ. ΑΠ 1496/1983, Εφ. Αθην. 2234/88 Νο Β 37,128. Τοιαύτη υφίσταται εάν ο δικαστής απέρριψεν τους ισχυρισμούς ως μη αληθής ΑΠ 328/87, ΑΠ 224/87, ΑΠ 40/87, ΑΠ 637/88, ΑΠ 1866/83, ΑΠ 1281/85, ή δεν εκδόθηκε οριστική απόφαση ΑΠ 637/88, ΑΠ 224/87, ΑΠ 643/87, αλλά προδικαστικής καθ’ όσον μόνη η προβολή των ψευδών ισχυρισμών του διαδίκου δια να πείσει τον δικαστήν προς έκδοση ευνοϊκής αποφάσεως συνιστά αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος – βλ ΑΠ 1281/85, ΑΠ 1292/86.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η απάτη ενώπιον δικαστηρίου (άρθρο 386 ΠΚ) τελείται και με έκδοση Διαταγής Πληρωμής με βάση έγγραφο που ενσωματώνει τοκογλυφικούς τόκους (βλ απόφαση ΑΠ  127/1989 ΠοινΧρ ΛΘ σελ 733)  και μπορεί να τελεσθεί και με αθέμιτη παρασιώπηση αληθούς περιστατικού, όταν η παρασιώπηση μπορεί να παραπλανήσει το δικαστήριο στην έκδοση δυσμενούς για τον αντίδικο απόφασης (δανειολήπτη), που θα του προξενήσει περιουσιακή βλάβη, που θα απεφεύγετο εάν η  διάδικος (πχ αιτούσα τράπεζα) τηρούσε το καθήκον αληθείας κατ’ άρθρο 116 ΚΠολΔ και  ανακοίνωνε με την αίτησή  της (εν προκειμένω) στο δικαστήριο σημαντικό για την όλη υπόθεση αληθές περιστατικό (πχ τόκους από παράνομο ΓΟΣ) που επηρεάζει το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της τραπεζικής απαίτησης. (βλ σχετικώς ΑΠ 176/2006 Ποιν Χρ ΝΣΤ σελ 793, 1956/2001 ΠοινΔικ 2002 σελ 449 κλπ  Ποινικός Κώδικας Ερμηνεία-Εφαρμογή Μιχ Μαργαρίτη Αρεοπαγίτη ε.τ. παρ/φοι 10, 11, 61,62, 63, 70, έκδοση 2008 Π. Σάκκουλα).

ΕΚΒΙΑΣΗ : Κατά το άρθρο 385 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται: α) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380 παρ. 1 και 2, αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, β) αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματος του ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών. Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατά συνήθεια ή κατ’ επάγγελμα, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της εκβίασης, το οποίο τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος όταν εμπίπτει στις περιπτώσεις των εδ. α και β και σε βαθμό πλημμελήματος σε κάθε άλλη περίπτωση, απαιτείται, αντικειμενικώς,

α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη, ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου, ή άλλου και

β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή, ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της λαμβανομένης απόφασης, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των ανωτέρω στοιχείων συγκρότησης της αντικειμενικής υπόστασης και τη θέληση ή αποδοχή πραγμάτωσης αυτής και επιπρόσθετα, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος από την εξαναγκαζόμενη ως άνω συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή) παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο πρέπει να τελεί σε σχέση υλικής αντιστοιχίας με την επελθούσα περιουσιακή ζημία, έτσι ώστε, να αποτελεί αυτό την ανάστροφη όψη της ζημίας, ανεξαρτήτως αν το όφελος αυτό επιτεύχθηκε τελικώς.

Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια συμπεριφορά, αλλιώς, αν δεν επέλθει η ζημία και εφ όσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, το έγκλημα είναι σε απόπειρα (ΑΠ 928/2010). 

ΥΠΕΞΑΙΡΕΣΗ : κατά το άρθρο 375Π.Κ 1. Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά  ή  εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε  στην  κατοχή του με οποιονδήποτε  τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση  μέχρι  δύο  ετών  και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση  τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.

2. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενο εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εβδομήντα τρις χιλιάδες (73.000) ευρώ , τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση.

ΤΟΚΟΓΥΦΙΑ : Άρθρο 404 παρ.1, 2, 3 & 4 του Ποινικού Κώδικος

Παράγραφος 1: «Όποιος σε δικαιοπραξία για την παροχή οποιασδήποτε πίστωσης, ανανέωσή της ή παράταση της προθεσμίας πληρωμής εκμεταλλεύεται την ανάγκη, την πνευματική αδυναμία, την κουφότητα, την απειρία ή την ψυχική έξαψη εκείνου, που παίρνει την πίστωση, συνομολογώντας ή παίρνοντας για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα, που ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις είναι προφανώς δυσανάλογα προς την παροχή του υπαιτίου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή».

Παράγραφος 2:  Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και: α) όποιος ανεξάρτητα από τους πιο πάνω όρους, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά Νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου.

Παράγραφος 3: «Αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παρ. 1 και 2 τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή»

Παράγραφος 4: «Αν οι πράξεις των πιο πάνω παραγράφων τελούνται από Νομικά πρόσωπα ποινική ευθύνη υπέχουν οι διοικητές και οι διευθυντές τους».

ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ :Άρθρο 187 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικος «Με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία (3) ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) και επιδιώκει τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων που προβλέπονται στα Άρθρα: 386 Π.Κ. (περί απάτης), 404 Π.Κ. (περί τοκογλυφίας) κλπ

7

ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ

Όπως έχω αναφέρει ανωτέρω στο κεφάλαιο 2.11 Το σωματείο με την επωνυμία «ΕΝΩΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ-ΕΚΠΟΙΖΩ» έχει καταθέσει συλλογικές αγωγές κατά διαφόρων ελληνικών τραπεζών και για τις οποίες έχουν εκδοθεί οι κάτωθι δικαστικές αποφάσεις :

  • Η υπ’ αριθμό 1219/2001 Απόφαση του Αρείου Πάγου
  • Η υπ’ αριθμό 430/2005 Απόφαση του Αρείου Πάγου
  • Η υπ’ αριθμό 3499/2008 Απόφαση του Εφετείου Αθηνών
  • Η υπ’ αριθμό 3956/2008 Απόφαση του Εφετείου Αθηνών
  • Η υπ’ αριθμό 5253/2003 Απόφαση του Εφετείου Αθηνών
  • Η υπ’ αριθμό 711/2007 Απόφαση του Πολυμελ. Πρωτοδ.Αθηνών
  • Η υπ’ αριθμό 961/2007 Απόφαση του Πολυμελ. Πρωτοδ.Αθηνών

Επίσης σύμφωνα με το αρθορ άρθρο 10, παραγρ. 20 του νόμου Νόμος 2251/1994 (ΦΕΚ 191 Α’ /16-11-1994) (σχετικό 17) Οι έννομες συνέπειες που προκύπτουν από την απόφαση αυτή ισχύουν έναντι πάντων, και αν δεν ήταν διάδικοι. Το δεδικασμένο απόφασης που δέχεται εν όλω ή εν μέρει αγωγή της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 16 ισχύει και υπέρ των ζημιωθέντων καταναλωτών, έστω και αν αυτοί δεν είχαν συμμετάσχει στη σχετική δίκη.

Κα Εισαγγελεύ, μετά τα ανωτέρω, ζητώ να διερευνήσετε εάν οι τράπεζες διέπραξαν ποινικό αδίκημα από το γεγονός ότι δεν εφάρμοσαν το δεδικασμένο που προήρθε από τις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις επί των συλλογικών αγωγών προς όλους τους οφειλέτες αλλά απεναντίας συνέχισαν να χρεώνουν σε αυτούς όλες τις παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις οι όποιες αναφέρονται στις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις.

8

(ΑΠΑΤΗ- ΑΠΑΤΗ ΣΕ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ- ΕΚΒΙΑΣΗ –

ΥΠΕΞΑΙΡΕΣΗ – ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ).

Κα Εισαγγελεύ, μετά τα ανωτέρω ζητώ να διερευνήσετε εάν τα πρόσωπα, τα οποία διοικούσαν τις κρατικές, ιδιωτικές και συνεταιριστικές ελληνικές τράπεζες από το 1975 που άρχισε η ισχύς του νόμου 128/1975 ή άλλως από την ημερομηνία που δεν έχει παραγραφτεί το κάθε αδίκημα, οι Πρόεδροι, οι Διευθύνοντες Σύμβουλοι, τα Διοικητικά Συμβούλια και τα στελέχη των τραπεζών αυτών, κατάρτισαν πανελλαδικής εμβέλειας σχέδιο εξαπάτησης των δανειοληπτών συγκροτώντας σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία (3) ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση), με τη βοήθεια των νομίμων αντιπροσώπων τους (διευθυντών, υποδιευθυντών, προϊσταμένων χορηγήσεων, στελεχών και υπάλληλων του τμήματος χορηγήσεων κάθε τοπικού υποκαταστήματος κάθε τράπεζας) και η οποίοι εντάχθηκαν ως μέλη στην ανωτέρω δομημένη οργάνωση) και οι οποίοι εργαζόταν εις τα τραπεζικά τους υποκαταστήματα κατά τον χρόνο της κατάρτισης των Δανειακών Συμβάσεων, και κατά τον χρόνο της καταχώρησης στους λογαριασμούς των οφειλετών των παράνομων και καταχρηστικών χρεώσεων και των αθέμιτων επιτοκίων που είχαν ως αποτέλεσμα την διόγκωση των λογαριασμών των οφειλετών, έχοντας έτσι διαμορφώσει, δια μέσου των υπαρχόντων καταστημάτων και υποκαταστημάτων των τραπεζών των και στελέχωσή των, την πανελλαδική – εκτεταμένη υποδομή και την οργανωμένη ετοιμότητά τους, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της απάτης των υποψηφίων Δανειοληπτών, και με σκοπό να πορίζονται παράνομα περιουσιακά οφέλη – κέρδη – εισοδήματα υπέρ της τράπεζας ως νομικού προσώπου επιδιώκοντας τη διάπραξη πολλών κακουργημάτων που προβλέπονται στα Άρθρα: 385 Π.Κ (εκβίαση) 386 Π.Κ. (περί απάτης), 404 Π.Κ. (περί τοκογλυφίας) κλπ. αφού από τις προσκομιζόμενες 124 δικαστικές αποφάσεις φαίνεται ότι ο διευθυντής, ο υποδιευθυντής , ο προϊστάμενος χορηγήσεων, τα στελέχη και οι υπάλληλοι του τμήματος χορηγήσεων του κάθε υποκαταστήματος της κάθε τράπεζας έχοντας ενταχθή ως μέλη στην δομημένη οργάνωση της τράπεζας δια την εξαπάτηση πανελλαδικά των δανειοληπτών με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος η τράπεζα στην οποία εργαζόταν ποσού πολλών δις ευρώ (και σε κάθε περίπτωση άνω των 120.000 ευρώ ) με αντίστοιχη μείωση της περιουσίας των δανειοληπτών – οφειλετών της:

ΑΠΑΤΗ ΚΑΤΑ ΟΦΕΙΛΕΤΗ

8.1.1) παράστησαν ψευδώς κατά την διαδικασία της υπογραφής της σύμβασης με το δανειολήπτης ότι τα αναγραφόμενα στην προδιατυπωμενη σύμβαση πίστωσης που είχε ετοιμάσει το νομικό επιτελείο της τράπεζας και προοριζόταν για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών δανειοληπτών που θα συμβαλλόταν με την τράπεζα ήταν αυτά που όριζε ο νόμος με αποτέλεσμα να πείθουν τον αντισυμβαλλόμενο δανειολήπτη να υπογράφει και να αποδέχεται τους αναγραφόμενους όρους ενώ η αλήθεια ήταν ότι γνώριζαν ότι η σύμβαση περιείχε άκυρους Γενικούς Όρους Συναλλαγών και συνεπώς παράνομους που η εφαρμογή τους από την τράπεζα στην κίνηση του λογαριασμού θα είχε αποτέλεσμα την διόγκωση της απαίτησης της τράπεζας αφού θα χρέωνε πλέον στον λογαριασμό που τηρούσε στα βιβλία της άκυρες και καταχρηστικές χρεώσεις , ως και έσοδα από αθέμιτα και συνεπώς παράνομα κατά το υπερβάλλον από τα θεμιτά επιτόκια. Ήτοι:

8.1.2) παράστησαν ψευδώς ότι ο νόμιμος χρόνος εκτοκισμού του δανείου του ήταν το ημερολογιακό έτος των 360 ημερών που ανάφερε η σύμβαση , ενώ γνώριζαν ότι η αλήθεια την οποία και δολίως του απέκρυψαν αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ανακοινώνουν, στους υποψήφιους πελάτες –δανειολήπτες, τον σύμφωνα με το δίκαιο και νόμιμο συναλλακτικό τραπεζικό ήθος και με καλή πίστη στις τραπεζικές συναλλαγές ότι ο νόμιμος χρόνος εκτοκισμού του δανείου του ήταν το ημερολόγιο έτος των 365 ημερών και σε περίπτωση δίσεκτου έτους το ημερολογιακό έτος των 366 ημερών.

8.1.3) παράστησαν ψευδώς ότι ήταν υποχρέωση του να επιβαρύνατε και να καταβάλει τον Ειδικό Φόρο Τραπεζικών Εργασιών (Ε.Φ.Τ.Ε) που ανάφερε η σύμβαση, ενώ γνώριζαν ότι η αλήθεια την οποία και δολίως του απέκρυψαν αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ανακοινώνουν, στους υποψήφιους πελάτες –δανειολήπτες, τον σύμφωνα με το δίκαιο και νόμιμο συναλλακτικό τραπεζικό ήθος και με καλή πίστη στις τραπεζικές συναλλαγές ότι πληρωμή του Ειδικού Φόρου Τραπεζικών Εργασιών (Ε.Φ.Τ.Ε) δεν ήταν υποχρέωση του δανειολήπτη αλλά της Τράπεζας.

8.1.4) παράστησαν ψευδώς ότι ήταν υποχρέωση του να επιβαρύνατε και να καταβάλει το ποσά που αναλογούσαν στην εισφορά του νόμου 128/1075 που σήμερα ανερχόταν στο ποσοστό 0,60% και στο παρελθόν ήταν 1% που ανάφερε η σύμβαση, ενώ γνώριζαν ότι η αλήθεια την οποία και δολίως του απέκρυψαν αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ανακοινώνουν, στους υποψήφιους πελάτες –δανειολήπτες, τον σύμφωνα με το δίκαιο και νόμιμο συναλλακτικό τραπεζικό ήθος και με καλή πίστη στις τραπεζικές συναλλαγές ότι πληρωμή της εισφοράς του Ν 128/195 δεν ήταν υποχρέωση του δανειολήπτη αλλά της Τράπεζας και η οποία σύμφωνα με την υπ’ αριθμό 257/2015 Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω ανέρχεται σε 600 εκατομμύρια ευρώ το έτος.

8.1.5) παράστησαν ψευδώς ότι ο νόμιμος τρόπος ανατοκισμού των τόκων του δανείου του ήταν κάθε τρείς μήνες , ενώ γνώριζαν ότι η αλήθεια την οποία και δολίως του απέκρυψαν αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ανακοινώνουν, στους υποψήφιους πελάτες –δανειολήπτες, τον σύμφωνα με το δίκαιο και νόμιμο συναλλακτικό τραπεζικό ήθος και με καλή πίστη στις τραπεζικές συναλλαγές ότι ο νόμιμος χρόνος ανατοκισμού του δανείου του μετά την ισχύ του νόμου 2601/1998 ο ανατοκισμός των τόκων του δανείου ήταν υποχρεωτικά κάθε έξη μήνες.

8.1.6) παράστησαν ψευδώς ότι ήταν νόμιμες οι επιβαρύνσεις του και πληρωμή από αυτόν της προμήθειας, έξοδα φακέλου, λειτουργικών εξόδων κλπ που θα του χρέωνε η τράπεζα, ενώ γνώριζαν ότι η αλήθεια την οποία και δολίως του απέκρυψαν αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ανακοινώνουν, στους υποψήφιους πελάτες –δανειολήπτες, τον σύμφωνα με το δίκαιο και νόμιμο συναλλακτικό τραπεζικό ήθος και με καλή πίστη στις τραπεζικές συναλλαγές ότι όλες οι επιβαρύνσεις σε δάνεια που το επιτόκιο τους ήταν ελεύθερα διαπραγματεύσιμα ( στην πράξη δηλαδή οριζόμενο από την τράπεζα) ήταν παράνομες αφού αυτές οι χρεώσεις συμπεριλαμβανόταν στο επιτόκιο που είχε καθορίσει η τράπεζα.

8.1.7) παράστησαν ψευδώς κατά την διαδικασία της υπογραφής των περιοδικών κλεισίματος του λογαριασμού με τον δανειολήπτη – οφειλέτη ότι τα αναγραφόμενα στο έγγραφο αυτό που του παρουσίαζαν με την κίνηση του λογαριασμού του προηγούμενου τριμήνου ή εξαμήνου που είχαν εκδώσει οι τράπεζες, ήταν αυτά που όριζε ο νόμος και συνεπώς το κατάλοιπο που αναγραφόταν στα έγγραφα αυτά ήταν το πραγματικό οφειλόμενο ποσό με αποτέλεσμα να πείθουν τον αντισυμβαλλόμενο οφειλέτη ο οποίος παραπλανηθείς υπογράφει και αποδέχεται τις κινήσεις και το κατάλοιπο του λογαριασμού που εμφάνιζαν οι τράπεζες. Η αλήθεια την οποία γνώριζαν οι τράπεζες αφού αυτές είχαν εκδώσει τα έγγραφα των περιοδικών κλεισιμάτων του λογαριασμού και την οποία και δολίως απέκρυπταν από τον οφειλέτη αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ανακοινώνουν, στους υποψήφιους πελάτες –δανειολήπτες, τον σύμφωνα με το δίκαιο και νόμιμο συναλλακτικό τραπεζικό ήθος και με καλή πίστη στις τραπεζικές συναλλαγές ότι στο έγγραφο που του έδιναν για να υπογράψει είχαν καταχωρηθεί παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις ως και αθέμιτα και συνεπώς παράνομα επιτόκια που είχαν ως αποτέλεσμα το παρουσιαζόμενο στο έγγραφο αυτό κατάλοιπο να μην είναι το πραγματικό οφειλόμενο ποσό αλλά το εμφανιζόμενο ποσό που του παρουσίαζαν ως κατάλοιπο ήταν διογκωμένο με παράνομες χρεώσεις και αθέμιτα επιτόκια.

8.1.8 ) παράστησαν ψευδώς κατά την διαδικασία της υπογραφής της ρύθμισης των χρεών του οφειλέτη ότι το κατάλοιπο που του είχαν εμφανίσει ως οφειλή του προς ρύθμιση ήταν το πραγματικό οφειλόμενο ποσό με αποτέλεσμα να πείθουν τον αντισυμβαλλόμενο οφειλέτη ο οποίος παραπλανηθείς υπογράφει την ρύθμιση και αναγνωρίζει το κατάλοιπο του λογαριασμού που εμφάνιζαν οι τράπεζες. Η αλήθεια την οποία γνώριζαν οι τράπεζες αφού αυτές είχαν εξαγάγει το κατάλοιπο στο οποίο ζητούσαν ο οφειλέτης να κάνει την ρύθμιση και την οποία ( αλήθεια) δολίως απέκρυπταν από τον οφειλέτη αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ανακοινώνουν, στους οφειλέτες –δανειολήπτες, τον σύμφωνα με το δίκαιο και νόμιμο συναλλακτικό τραπεζικό ήθος και με καλή πίστη στις τραπεζικές συναλλαγές ότι το κατάλοιπο του λογαριασμού που του είχαν παρουσιάσει και πάνω στο οποίο θα γινόταν η ρύθμιση, είχε δημιουργηθεί μετά που είχαν μεσολαβήσει από τις τράπεζες παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις ως και αθέμιτα και συνεπώς παράνομα επιτόκια στον λογαριασμό του οφειλέτη που είχαν ως αποτέλεσμα το παρουσιαζόμενο στο έγγραφο αυτό κατάλοιπο να μην είναι το πραγματικό οφειλόμενο ποσό αλλά το εμφανιζόμενο ποσό που του παρουσίαζαν ως κατάλοιπο ήταν διογκωμένο με παράνομες χρεώσεις και αθέμιτα επιτόκια.

ΑΠΑΤΗ ΚΑΤΑ ΟΦΕΙΛΕΤΗ +ΑΠΑΤΗ ΣΕ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

8.2.1) κατά την διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής, κατάθεση αγωγής, κατάθεση αίτηση πτώχευσης, κατάσχεση, πλειστηριασμοί οι τράπεζες προσκόμισαν στα αρμόδια δικαστήρια αίτηση των συνοδευόμενη από απόσπασμα των βιβλίων της τράπεζας ή βεβαίωση της τράπεζας παριστάνοντας ψευδώς ότι το αναγραφόμενο κατάλοιπο στα προσκομιζόμενα έγγραφα ήταν το πραγματικό ποσό της οφειλής των και συνεπώς η απαίτηση της τράπεζας ήταν βεβαία και εκκαθαρισμένη με σκοπό να εξαπατήσουν το δικαστή και να εκδώσει απόφαση υπέρ της απόψεως της τράπεζας ενώ γνώριζαν ότι η αλήθεια την οποία και δολίως απέκρυψαν από τα δικαστήρια, ότι το εμφανιζόμενο κατάλοιπο στα έγγραφα που προσκόμιζαν δεν ήταν το πραγματικό υπόλοιπο οφειλής του οφειλέτη αφού στο ποσό αυτό του καταλοίπου συμπεριλαμβανόταν παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις και αθέμιτοι και συνεπώς παράνομοι και τοκογλυφικοί τόκοι οι οποίοι το είχαν πολλαπλασιαστικά διογκώσει λόγω των ανατοκισμών που είχαν μεσολαβήσει και ως εκ τούτου η απαίτηση της τράπεζας δεν ήταν βεβαία και εκκαθαρισμένη, όπως ψευδώς ανέφεραν στα έγγραφά τους.

8.2.2) ΑΠΑΤΗ ΚΑΤΑ ΟΦΕΙΛΕΤΗ -ΑΠΑΤΗ ΣΕ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ –ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΚΒΙΑΣΗΣ

παράστησαν ψευδώς κατά την διαδικασία της ρύθμισης των χρεών του οφειλέτη με την ρύθμιση του νόμου ΚΑΤΣΕΛΗ, στην οποία μεσολαβούσαν και τα δικαστήρια, ότι το κατάλοιπο που εμφάνιζαν και στα δικαστήρια ως οφειλή προς ρύθμιση ήταν το πραγματικό οφειλόμενο ποσό και ότι η μείωση που του έκαναν ήταν μείωση του πραγματικά οφειλόμενου ποσού με αποτέλεσμα να πείθουν τον δικαστή αλλά και τον αντισυμβαλλόμενο οφειλέτη ο οποίος παραπλανηθείς και εκβιαζόμενος αφού απειλούταν ότι εάν δεν υπογράψει την ρύθμιση με το εμφανιζόμενο κατάλοιπο θα έχανε το σπίτι του, υπογράφει την ρύθμιση και αναγνωρίζει το κατάλοιπο του λογαριασμού που εμφάνιζαν οι τράπεζες. Η αλήθεια την οποία γνώριζαν οι τράπεζες αφού αυτές είχαν εξαγάγει το κατάλοιπο στο οποίο ζητούσαν ο οφειλέτης να κάνει την ρύθμιση και την οποία ( αλήθεια) δολίως απέκρυπταν από τον οφειλέτη αλλά και από το μεσολαβούν δικαστήριο αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ανακοινώνουν, στους οφειλέτες –δανειολήπτες, τον σύμφωνα με το δίκαιο και νόμιμο συναλλακτικό τραπεζικό ήθος και με καλή πίστη στις τραπεζικές συναλλαγές ότι το κατάλοιπο του λογαριασμού που είχαν παρουσιάσει και πάνω στο οποίο θα γινόταν η ρύθμιση με μείωση του ποσού της οφειλής , είχε δημιουργηθεί μετά που είχαν μεσολαβήσει από τις τράπεζες παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις ως και αθέμιτα και συνεπώς παράνομα επιτόκια στον λογαριασμό του οφειλέτη που είχαν ως αποτέλεσμα το παρουσιαζόμενο στο έγγραφο αυτό κατάλοιπο να μην είναι το πραγματικό οφειλόμενο ποσό αλλά το εμφανιζόμενο ποσό που του παρουσίαζαν ως κατάλοιπο ήταν διογκωμένο με παράνομες χρεώσεις και αθέμιτα επιτόκια και συνεπώς η μείωση της οφειλής που γινόταν βάσει της ρύθμισης δεν ήταν μείωση της, αλλά στην πραγματικότητα ήταν μείωση ενός τμήματος του διογκώματος του λογαριασμού που είχαν κάνει ( καπέλου) .

Κα Εισαγγελεύ, μετά από όσα αναφέρω στο κεφάλαιο 4.2 της παρούσης αναφοράς μου ζητώ επίσης να διερευνήσετε εάν κατά την διαδικασία της νομοθέτησης του ο Νόμου ΚΑΤΣΕΛΗ και στις αναθεωρήσεις του που μεσολάβησαν ως και στην εφαρμογή του διαπράχτηκαν τα αδικήματα της απάτης, εκβίασης ή τυχόν άλλα και από ποιους εις βάρος των 100.000 και πλέον δανειοληπτών που τελικά ρύθμισαν τα δάνεια των με αυτόν..

Κα Εισαγγελεύ, μετά από όσα αναφέρω στο κεφάλαιο 4.3 της παρούσης αναφοράς μου ζητώ επίσης να διερευνήσετε εάν κατά την διαδικασία της νομοθέτησης του νόμου Ν.4224/2013 ( ΦΕΚ 2289/27-8-2014) και στις αναθεωρήσεις του που μεσολάβησαν ως και στην εφαρμογή του διαπράχτηκαν τα αδικήματα της απάτης, εκβίασης ή τυχόν άλλα και από ποιους εις βάρος του 1.000.000 οφειλετών που έλαβαν επιστολή με την απειλή ότι εάν δεν ρυθμίσουν με το κατάλοιπο που τους γνωστοποιούσαν θα χαρακτηριζόταν ως « Μη συνεργάσιμοι» και θα έχαναν ακόμη και την μοναδική κατοικία των.

ΑΠΑΤΗ + ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ

8.3.1) Tου παράστησαν ψευδώς ότι το συμβατικό επιτόκιο που του είχαν προκαθορίσει και ανερχόταν το 2015 σε 9,15% περίπου σε για επαγγελματικά δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο ήταν θεμιτό και συνεπώς νόμιμο , ενώ γνώριζαν ότι η αλήθεια την οποία και δολίως του απέκρυψαν αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ανακοινώνουν, στους υποψήφιους πελάτες –δανειολήπτες, τον σύμφωνα με το δίκαιο και νόμιμο συναλλακτικό τραπεζικό ήθος και με καλή πίστη στις τραπεζικές συναλλαγές ότι το επιτόκιο με το οποίο τον χρέωναν ήταν αθέμιτο και συνεπώς οι τόκοι που προήρθαν από αυτό ήταν παράνομοι και τοκογλυφικοί αφού η τράπεζα εκμεταλλευόμενη την ανάγκη του δανειολήπτη για δανεισμό έπαιρνε με αυτούς τους τόκους περιουσιακά ωφελήματα που ήταν προφανώς δυσανάλογα προς την παροχή που του προσέφεραν αφού το επιτόκιο αυτό ήταν 18.200% φορές υψηλότερο από το επιτόκιο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας το οποίο ήταν το κόστος χρήματος της τράπεζας και 345% μεγαλύτερο από τον μέσο όρο των επιτοκίων όλων των τραπεζών της ευρωζώνης που προσέφεραν στους δανειολήπτες πελάτες των για επιχειρηματικά δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου.

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΑΠΑΤΗ-ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΚΒΙΑΣΗΣ

8.4.1) παράστησαν ψευδώς σε 1.000.000 επιστολές που έστειλαν σε οφειλέτες σε εφαρμογή του ν. 4224/2013 ( κώδικας Δεοντολογίας) ότι το κατάλοιπο που ανέφεραν στις επιστολές των ήταν το πραγματικό οφειλόμενο ποσό των δανείων των , απειλώντας μάλιστα με την ίδια επιστολή τους εξαναγκαζόμενους σε ρύθμιση οφειλέτες ότι εάν δεν συναινούσαν σε ρύθμιση του ποσού που ανάφεραν ως κατάλοιπο θα χαρακτηριζόταν «Μη συνεργάσιμος» με αποτέλεσμα να χάσει και την μοναδική κατοικία του. Η αλήθεια την οποία γνώριζαν οι τράπεζες αφού αυτές είχαν εκδώσει την επιστολή, ήταν ότι το κατάλοιπο στο οποίο ζητούσαν ο οφειλέτης να κάνει την ρύθμιση και την οποία ( αλήθεια) δολίως απέκρυπταν από τον οφειλέτη αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ανακοινώνουν, στους οφειλέτες –δανειολήπτες, τον σύμφωνα με το δίκαιο και νόμιμο συναλλακτικό τραπεζικό ήθος και με καλή πίστη στις τραπεζικές συναλλαγές ότι το κατάλοιπο του λογαριασμού που του είχαν παρουσιάσει και πάνω στο οποίο του ζητούσαν να κάνει ρύθμιση, είχε δημιουργηθεί μετά που είχαν μεσολαβήσει από τις τράπεζες παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις και είχαν χρησιμοποιηθεί στον εκτοκισμό του δανείου αθέμιτα και συνεπώς παράνομα επιτόκια που είχαν ως αποτέλεσμα το παρουσιαζόμενο στο έγγραφο αυτό κατάλοιπο να μην είναι το πραγματικό οφειλόμενο ποσό αφού ήταν διογκωμένο πολλαπλασιαστικά λόγω των επανειλημμένων ανατοκισμών που είχαν μεσολαβήσει παράστησαν ψευδώς κατά την διαδικασία της υπογραφής της ρύθμισης των χρεών του οφειλέτη ότι το κατάλοιπο που του είχαν εμφανίσει ως οφειλή του προς ρύθμιση ήταν το πραγματικό οφειλόμενο ποσό με αποτέλεσμα να πείθουν τον αντισυμβαλλόμενο οφειλέτη ο οποίος παραπλανηθείς υπογράφει την ρύθμιση και αναγνωρίζει το κατάλοιπο του λογαριασμού που εμφάνιζαν οι τράπεζες. Η αλήθεια την οποία γνώριζαν οι τράπεζες αφού αυτές είχαν εξαγάγει το κατάλοιπο στο οποίο ζητούσαν ο οφειλέτης να κάνει την ρύθμιση και την οποία ( αλήθεια) δολίως απέκρυπταν από τον οφειλέτη αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ανακοινώνουν, στους οφειλέτες –δανειολήπτες, τον σύμφωνα με το δίκαιο και νόμιμο συναλλακτικό τραπεζικό ήθος και με καλή πίστη στις τραπεζικές συναλλαγές ότι το κατάλοιπο του λογαριασμού που του είχαν παρουσιάσει και πάνω στο οποίο θα γινόταν η ρύθμιση, είχε δημιουργηθεί μετά που είχαν μεσολαβήσει από τις τράπεζες παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις ως και αθέμιτα και συνεπώς παράνομα επιτόκια στον λογαριασμό του οφειλέτη που είχαν ως αποτέλεσμα το παρουσιαζόμενο στο έγγραφο αυτό κατάλοιπο να μην είναι το πραγματικό οφειλόμενο ποσό αλλά το εμφανιζόμενο ποσό που του παρουσίαζαν ως κατάλοιπο ήταν διογκωμένο με παράνομες χρεώσεις και αθέμιτα επιτόκια και ως εκ τούτου ένα μεγάλος αλλά άγνωστος αριθμός δανείων είχε ήδη εξοφληθεί, ενώ για τον ίδιο λόγο τα υπόλοιπα δάνεια είχαν κατά πολύ μικρότερο πραγματικό ποσό οφειλής από ότι οι τράπεζες παρουσίαζαν στις επιστολές των.

ΥΠΕΞΑΙΡΕΣΗ

8.5.1) Κα Εισαγγελεύ, ζητώ επίσης να διερευνήσετε εάν διεπράχθη το αδίκημα της υπεξαίρεσης από τις τράπεζες σε όλες τις περιπτώσεις ( αχρεώστητη καταβολή οφειλής, ρυθμίσεις κλπ) που οι οφειλέτες χωρίς να το γνωρίζουν ότι δεν τα οφείλουν κατέβαλαν αχρεωστήτως στις τράπεζες τα ποσά που οι τράπεζες είχαν καταχωρήσει στους λογαριασμούς των και προέρχονται από παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις και αθέμιτους και συνεπώς παράνομους τόκους.

Κα Εισαγγελεύ, μετά τα ανωτέρω ζητώ να διερευνήσετε εάν πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 238 (Δήμευση) και της παραγράφου 8 του άρθρου 187 ΠΚ, για τα εξ απάτης και τοκογλυφίας αποκτηθέντα περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών (παράνομοι εισπραχθέντες τόκοι σε βάρος της περιουσίας των δανειοληπτών οφειλετών των τραπεζών ) και οφέλη που απορρέουν από τα εν λόγω προϊόντα εγκλήματος, να κατασχεθούν αυτεπαγγέλτως από τα διαθέσιμα (μετρητά) της τράπεζας ή άλλως να κατασχεθούν άλλα περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας, προκειμένου να επιστραφούν στους οφειλέτες και θύματα των τραπεζών αντίστοιχα με τη ζημία που υπέστη έκαστος δανειολήπτης οφειλέτης από τις παράνομες πράξεις (απάτης και τοκογλυφίας) της τράπεζας σε βάρος των.

Να διερευνήσετε επίσης εάν η οργανωμένη όπως ανωτέρω αναφέρω ενέργειες των στελεχών της κάθε τράπεζας σε κάθε υποκατάστημα της με συγκροτημένη οργανωμένη διοίκηση και υποδομή πανελλαδικά με διαρκή δράση ομάδας από περισσότερα των τριών προσώπων για διάπραξη κακουργηματική απάτης (άρθρο 386 παρ 3-1 ΠΚ ή και κατά αληθή συρροή κακουργηματικής τοκογλυφίας υπέρ της τράπεζας των (άρθρο 404 παρ 4-3-1 ΠΚ, θέτει σε εφαρμογή και την ποινική διάταξη άρθρου 187§§1,3,7,8 ΠΚ (εγκληματική οργάνωση) για διάπραξη κακουργημάτων απάτης ή και τοκογλυφίας (άρθρα 386 και 404 ΠΚ) που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως κατ΄άρθρο 36 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ).

9

ΕΙΣΦΟΡΑ Ν. 128/1975

Η υπ’ αριθμό 257/2015 (156/46/2015) Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου της Κω (σχετικό 8) πλέον των άλλων που αναφέρει σχετικά με την Εισφορά του Ν.128/75 αναφέρει στο 7ο και 8ο φύλλο ότι:

« Σε ένα περιβάλλον ανοδικών επιτοκίων η επιτοκιακή αύξηση (καθώς η εισφορά του Ν.128/75 προστίθεται στο επιτόκιο των δανείων και επιβαρύνει τους αγνοούντες την λειτουργία της επιβάρυνσης δανειολήπτες) μέσω της εισφοράς δεν είναι αμελητέα, την στιγμή μάλιστα που δεν είναι ευκρινώς η χρησιμοποίηση των ποσών που εισπράττονται από τις τράπεζες και αποδίδονται στο Ελληνικό Δημόσιο μέσω του ειδικού λογαριασμού ο οποίος έχει δημιουργηθεί στην Τράπεζα της Ελλάδος. Αρχικά ο ειδικός αυτός λογαριασμός χρηματοδοτούσε τις εξαγωγές ενώ στην συνέχεια έγινε χρήση των κεφαλαίων για βιοτεχνικές επιχειρήσεις, σεισμοπαθείς επιχειρήσεις σε λεγόμενες μειονεκτικές περιοχές κτλ. Μέσω της εισφοράς που βαρύνει όλες τις κατηγορίες δανείων (0,12% στα στεγαστικά δάνεια και 0,6% στις άλλες κατηγορίες δανείων προς επιχειρήσεις και ιδιώτες ) το Δημόσιο εισπράττει ποσό της τάξεως των 600 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως»

Από την ειδησεογραφία είναι γνωστό ότι ο συνολικός τραπεζικός δανεισμός ανέρχεται σε 230 δις εκ των όποιων περίπου τα 110 δις είναι κόκκινα δάνεια.

Τα στεγαστικά δάνεια ανέρχονται στα 70 δις ευρώ όπως προκύπτει από το δημοσίευμα του ΕΘΝΟΥΣ της 15-2-2016 (σχετικό 28) και συνεπώς όλες οι υπόλοιπες κατηγορίες είναι 170 δις 230-70=160 δις.

Σύμφωνα με την ανωτέρω υπ αριθμό 257/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω (σχετικό 8) η εισφορά του ν.128/1975 που εισπράττουν από τους δανειολήπτες οι τράπεζες και την καταθέτουν στον ειδικό λογαριασμό που τηρείται στην τράπεζα Ελλάδος για τα στεγαστικά δάνεια ετησίως ανέρχεται στο ποσό των 83.769.863,01 ευρώ (70 δις Χ 0,12% =83.769.863,01).

Επίσης η εισφορά του Ν.128/1975 που εισπράττουν από τους δανειολήπτες οι τράπεζες και την καταθέτουν στον ειδικό λογαριασμό που τηρείται στην τράπεζα Ελλάδος για τις υπόλοιπες κατηγορίες δανείων ετησίως ανέρχεται στο ποσό των 960.000.000 ευρώ, ( 160 δις Χ 0,6% = 960.000.000) και συνεπώς οι τράπεζες πρέπει να αποδίδουν κάθε χρόνο από το 1975 που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.128/1975 το ποσό των 1.043.769.863,01 ευρώ ( 960.000.000 + 83.769.863,01 = 1.043.769.863,01 ).

Το ανωτέρω ποσό που έπρεπε να καταθέτουν οι τράπεζες στον ειδικό λογαριασμό της τράπεζας της Ελλάδος είναι μεγαλύτερο κατά 443.769.863,01 ευρώ από τα 600 εκατομμύρια που καταθέτουν σύμφωνα με την ανωτέρω υπ’ αριθμό 257/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου της Κω. (1.100.975.342,45 – 600.000.000 = 443.769.863,01 )

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

Advertisements

5 comments on “ΜΗΝΥΤΗΡΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

  1. ———- Προωθημένο μήνυμα ———-
    Από: Evangelos Goutos
    Ημερομηνία: 14 Μαρτίου 2017 – 3:30 π.μ.
    Θέμα: Επεμβάσεις στην ιδιωτική ζωή των εργαζομένων μας ΕΛΛΑΔΑ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΠΛΥΝΤΗΡΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
    Προς: PRESIDENT@areiospagos.gr, secr_icis@gsis.gr,

    ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΡΟΕΔΡΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ.

    ΑΠ 1/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

    ΔΙΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΜΑΣ

    ΔΙΕΘΝΗ ΕΥΘΥΝΗ ΣΑΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΑ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΓΙΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΕΝΑΝΤΙ ΥΜΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΜΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ.

    ΕΠΕΙΔΗ ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΠΑΙΣΧΥΝΤΑ ΑΝΑΝΔΡΑ ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΛΥΠΤΟΜΕΝΑ ΚΑΘΗΚΙΑ, ΑΠΑΛΛΑΣΣΕΤΑΙ η κυρια Χαρούλα Απαλαγάκη ΛΟΓΟ ΕΥΓΕΝΕΙΑΣ ΟΠΩΣ ΠΑΡΙΣΤΑΤΑΙ, ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟ με την επικληση

    “τριτενέργειας” των συνταγματικών δικαιωμάτων, στην οποία εμπίπτει κατ’ εξοχήν η σχέση εργοδότη και εργαζομένου υπερνομοθετική ισχύ ,σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος απαγορεύεται η χωρίς άδεια πρόσβαση στις επικοινωνίες από πρόσωπα άλλα πλην των χρηστών ή χωρίς τη συγκατάθεσή τους, εκτός αν υπάρχει σχετική ρύθμιση στον νόμο, η οποία, πάντως, υπόκειται στις προυποθέσεις και τις εγγυήσεις που προβλέπει το άρθρο 19 του Συντάγματος και οι εκτελεστικοί νόμοι αυτού (ουσιαστικές εγγυήσεις, άδεια δικαστικής αρχής και έλεγχος από Ανεξάρτητη Αρχή.

    Πηγή: http://www.taxheaven.gr Δείτε περισσότερα https://www.taxheaven.gr/laws/circular/view/id/25770
    © Taxheaven

    ΣΑΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΟΥΜΕ ΤΟ ΠΛΥΝΤΗΡΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΕΝΩΣΙΑΚΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΣ ΜΕ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΟ ΤΙΤΛΟ ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ ΓΙΑ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΣΗ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΗΜΕΡΟ, ΣΕ ΑΚΑΤΑΣΧΕΤΑ ΠΕΡΟΥΣΙΑΚΑ ΜΑΣ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΘΥΡΙΔΑ ΟΠΩΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΕΘΝΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΟΠΩΣ ΑΠΑΡΤΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ, ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΕΚ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΔΙΚΑΙΟΚΤΗΤΙΚΗ ΔΙΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΑΞΙΩΣΙ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ EUROBANK 30.000.000 ΕΥΡΩ. ΕΠΙΔΟΣΗ 2015, ΕΥΘΥΝΗ Η ΜΗ ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΑΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΩΝ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ, ΟΠΩΣ ΕΧΟΥΜΕ ΔΗΛΩΣΕΙ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΑΡΧΗ ΚΙΝΗΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΠΕΡΙ ΑΦΕΡΕΓΓΥΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ 2016 ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ.

    TO ΠΑΡΟΝ ΟΠΩΣ ΔΙΑΒΙΒΑΣΕΤΕ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΓΡΗΓΟΡΗ ΠΕΠΟΝΗ.

    Evangelos D. Goutos Chairman Email: president@goutos.com
    Tax number in the FRG 5106057703417 NACE code: 64.20
    Income taxes — Keydifferences between U.S. GAAP and IFRSs ΠΑΓΚΟΣΜΙΩΝ ΣΥΣΤΗΜΙΚΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ (G-SII) 2013/36/ΕΕ Βασιλείας (BCBS) οδηγίας 2013/36/ΕΕ τίτλο III του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014. Euro area NCB 1. Stock, Hüttenstrasse 3, 40215 Düsseldorf, Germany GROUP HDB-AG market (EFTA) monetary means 2016 (TARGET2) International Bank Account Number Code — BIC (2012/2262(INI) , ‘ELLINON POLITEIA’ (CHF-EUR )> ISO standard 9362 G:Bid Amount: 82601.57 mn US dollar collateralised Type of eligible assets held Government Securities.. GREEK DEBT MoU in the European Union (Association of Accredited Advocate) USA (ASSETS – GREEK DEBT RIGHTS) counterparties for the CSPP (21/04/2016): Central Legal Headquarters > Aristotle Global web – Monetary Institution (Ar.G.W.M.I.com) 26-04-2016 EU Transparency Think Tank – European Parliament (TR) GERMANY (26/07/2012): Greece Annexes E.D.GOUTOS S.A (1998). Attika > Athens – Peloponnese > Porto Heli > TARGET2 provides RTGS (recast) (ECB/2012/27) Government Securities G.HDBOND STOXX EUR GC Greece – ongoing programme 2016-2017

  2. ΕΙΧΕ: ΤΟ ΕΞΩΔΙΚΟ 17 ΝΟΕΜΒΡΗ 2015 ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΤΡΑΠΕΖΙΤΕΣ

    βαρύτατη εξώδικη καταγγελία στους Προέδρους όλων των τραπεζών με πολύ βαρύ κατηγορητήριο και σκληρές προειδοποιήσεις για την τύχη τους και για τις βαρύτατες κυρώσεις που προβλέπει ο νόμος για το σύνολο των παράνομων πράξεών τους σε βάρος των δανειοληπτών.

    Ειδοποιήθηκαν ότι, με δεδομένο ότι οι απαιτήσεις των ειναι αποδεδειγμένα πλέον ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΚΕΣ, να περιμένουν μηνύσεις, αγωγές και αιτήματα για ανάκληση των αδειών τους εάν συνεχίσουν τις παράνομες δικαστικέςεπιθέσεις τους με καταγγελίες δανειακών συμβάσεων, με διαταγές πληρωμής, με κατασχέσεις ακινήτων και με πλειστηριασμούς καθώς και με επίσης παράνομες παρενοχλήσεις δανειοληπτών από δικηγορικά γραφεία και εισπρακτικές εταιρίες. Η ίδια προειδοποίηση ισχύει και για τα ξένα distress funds που φιλοδοξούν να δραστηριοποιηθούν στην Ελλάδα, ως καθολικοί διάδοχοι στις τοκογλυφικές απαιτήσεις των τραπεζών. Οι προειδοποιήσεις αυτές ισχύουν και θα υλοποιηθούν στο ακέραιο. Και οι συνέπειες θα είναι πολύ οδυνηρές….

    Στο εξώδικο αυτό το οποίο κοινοποιήθηκε και στο Κράτος και τις Ευρωπαϊκές Αρχές, οι τραπεζίτες δεν έχουν απαντήσει μέχρι σήμερα. Διαβάστε το…..

    https://eixeorg.files.wordpress.com/2016/03/ceb5cebecf89ceb4ceb9cebacebf-ceb5ceb9cf87ceb5-cf80cf81cebfcf83-cf84cf81ceb1cf80ceb5ceb6ceb5cf83-17-cebdcebfceb5cebcceb2cf81ceb7-2015.pdf

  3. Η παρακάτω υπουργική απόφαση αφορά χρεώσεις που επιβάλλουν οι τράπεζες και οι οποίες αμετάκλητα έχουν κριθεί παράνομες και αυτό έχει καθολική ισχύ. Αυτό σημαίνει ότι οποιοσδήποτε συναναστρέφεται με τράπεζες μπορεί να τις αρνηθεί χωρίς να απαιτείται άλλη ενέργεια από μέρους του :

    ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ζ1-798/2008 – ΦΕΚ 1353/Β’/11.7.2008

    Απαγόρευση αναγραφής Γενικών Όρων Συναλλαγών που έχουν κριθεί καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις.

    Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

    Έχοντας υπόψη: Τις διατάξεις:

    1. Του άρθρου 90 του Κώδικα νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 (ΦΕΚ 98/Α’/2005) «Κωδικοποίηση της Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα».

    2. Του άρθρου 13 παρ. 21 του ν. 3587/2007 (ΦΕΚ 152/Α’/10.7.2007) «Τροποποίηση και συμπλήρωση του ν. 2251/1994 «Προστασία των Καταναλωτών», όπως ισχύει, Ενσωμάτωση της οδηγίας 2005/29 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L149)».

    3. Του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 (ΦΕΚ 191/Α’/1994) «Προστασία των Καταναλωτών», όπως ισχύει.

    4. Του π.δ. 397/1998 «Οργανισμός του Υπουργείου Εμπορίου», όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.

    5. Του π.δ. 27/1996 «Συγχώνευση των Υπουργείων Τουρισμού, Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας και Εμπορίου στο Υπουργείο Ανάπτυξης» (ΦΕΚ 19/Α’/1.2.1996), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει μετά την έκδοση του π.δ. 122/2004 (ΦΕΚ 85/ Α’/17.3.2004).

    6. Του π.δ. 59/1996 «Σύσταση Γενικής Γραμματείας Εμπορίου στο Υπουργείο Ανάπτυξης και καθορισμός των αρμοδιοτήτων της» (ΦΕΚ 51/Α’/18.3.1996).

    7. Του π.δ. 197/1997 «Σύσταση Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή και καθορισμός των αρμοδιοτήτων της» (ΦΕΚ 156/Α’/30.7.1997).

    8. Του π.δ. 206/2007 «Διορισμός Υπουργών και Υφυπουργών» (ΦΕΚ 232/Α’/19.9.2007).

    9. Τις αποφάσεις υπ’ αριθμ. 430/2005 και 1219/2001 του Αρείου Πάγου, 5253/2003, και 6291/2000 του Εφετείου Αθηνών καθώς και 1119/2002 και 1208/1998 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, καθώς και την απόφαση υπ’ αριθμ. 961/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο μέρος που έχει καταστεί αμετάκλητη.

    10. Το γεγονός ότι οι συνέπειες του δεδικασμένου των ανωτέρω αποφάσεων έχουν ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών.

    11. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:

    Την απαγόρευση αναγραφής των Γενικών Όρων Συναλλαγών που έχουν κριθεί ως καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις επί αγωγών ενώσεων καταναλωτών, σε συμβάσεις που συνάπτουν τα Πιστωτικά Ιδρύματα με τους καταναλωτές, ως ακολούθως:

    1) Σε συμβάσεις στεγαστικών δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου:
    α) όρος που προβλέπει την είσπραξη από το Πιστωτικό Ίδρυμα εξόδων «χρηματοδότησης», «προέγκρισης δανείου», ή «εξέτασης αιτήματος δανείου», κλιμακούμενων ανάλογα με το ποσόν του δανείου

    β) όρος που προβλέπει την επιβολή ποσού «προμήθειας» ή «εξόδων φακέλου»

    γ) όρος που προβλέπει ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής εκ μέρους του καταναλωτή οποιασδήποτε δόσης, ή μέρους αυτής, ή των τόκων, ή των εξόδων το Πιστωτικό Ίδρυμα δύναται να καταγγείλει την σύμβαση δανείου και να ζητήσει το σύνολο του ανεξόφλητου ποσού μαζί με τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας.

    δ) όρος που προβλέπει ως πρόσθετη ασφάλεια την εκχώρηση και μεταβίβαση στο Πιστωτικό Ίδρυμα των μισθωμάτων επί εκμισθωμένου από τον καταναλωτή ακινήτου, εφόσον το Πιστωτικό Ίδρυμα απαιτεί επιπλέον από τον καταναλωτή να εγγράψει υπέρ αυτού προσημείωση υποθήκης για ποσό που υπερκαλύπτει το ύψος του δανείου, να διατηρεί το ακίνητο ασφαλισμένο με δικαιούχο του ασφαλίσματος το ίδιο το Πιστωτικό ίδρυμα και να συνυπογράψει τη σύμβαση δανείου ως εγγυητής τρίτο πρόσωπο,

    ε) όρος που προβλέπει την παραίτηση του εγγυητή από τα ευεργετήματα και τις ενστάσεις που του αναγνωρίζουν τα άρθρα 862 868 Α.Κ., όπως εκάστοτε ισχύουν,

    στ) όρος που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους,

    ζ) όρος που προβλέπει ότι σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης μερικώς ή ολικώς του κεφαλαίου του δανείου, η οποία πραγματοποιείται μετά τον πρώτο χρόνο σύναψης της σύμβασης και εφόσον δεν υπάρχει καθυστέρηση οφειλής, ο καταναλωτής θα καταβάλει ως αποζημίωση στο Πιστωτικό Ίδρυμα ποσό ίσο με ποσοστό επί του κεφαλαίου που καταβάλλεται πρόωρα, ή τόκους ορισμένων μηνών επί του κεφαλαίου αυτού.

    Επίσης, κάθε όρος που εξαρτά την άσκηση του προαναφερόμενου δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης από οποιοδήποτε αντάλλαγμα.

    2) Σε συμβάσεις χορήγησης πιστωτικών καρτών:

    α) όρος που προβλέπει στις περιπτώσεις ανάληψης μετρητών την καταβολή προμήθειας στο Πιστωτικό Ίδρυμα,

    β) όρος που προβλέπει ότι ο συμβατικός τόκος με τον οποίο θα χρεώνεται ο λογαριασμός του κατόχου πιστωτικής κάρτας στις περιπτώσεις τμηματικών εξοφλήσεων (καταβολών σε δόσεις) μπορεί να μεταβάλλεται από το Πιστωτικό ίδρυμα, χωρίς να καθορίζονται κριτήρια ειδικά εκ των προτέρων, ορισμένα και εύλογα για τον καταναλωτή,

    γ) όρος που προβλέπει την αποκλειστική αρμοδιότητα δικαστηρίων συγκεκριμένης πόλης για την επίλυση διαφορών που θα προκύπτουν από την σύμβαση μεταξύ Πιστωτικού Ιδρύματος και καταναλωτή,

    δ) όρος που προβλέπει ότι αν, εντός συγκεκριμένης ταχθείσας από το Πιστωτικό Ίδρυμα προθεσμίας από την λήψη του Μηνιαίου Λογαριασμού (ή και άλλης ειδοποίησης οποτεδήποτε, για την πληρωμή οφειλής σχετικής με την κάρτα) ο κάτοχος ή ο συνοφειλέτης δεν αμφισβητήσει το σύνολο του ποσού και δεν προτείνει τις βάσιμες αντιρρήσεις του, λογίζεται ότι αποδέχθηκε όλες τις εγγραφές που έγιναν καθώς και το χρεωστικό του υπόλοιπο και δεν έχει πλέον το δικαίωμα να το αμφισβητήσει,

    ε) όρος που προβλέπει ότι το Πιστωτικό Ίδρυμα δύναται να καταγγείλει οποτεδήποτε, χωρίς προειδοποίηση ή αιτιολόγηση τη σύμβαση πίστωσης με τον κάτοχο (ή και να απαγορεύσει οποιαδήποτε χρήση της κάρτας) καθώς και να τροποποιεί μονομερώς οποιοδήποτε όρο της σύμβασης,

    στ) όρος που προβλέπει την επιβάρυνση του καταναλωτή με ποσό προμήθειας ή εξόδων για την χορήγηση από το Πιστωτικό Ίδρυμα βεβαίωσης οφειλών,

    ζ) όρος που προβλέπει την αναπροσαρμογή του ύψους της ετήσιας συνδρομής πιστωτικής κάρτας, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του κατόχου της.

    3) Σε συμβάσεις λογαριασμού καταθέσεως:

    α) όρος που προβλέπει ότι το Πιστωτικό Ίδρυμα επιβάλλει κατά την κρίση του οποτεδήποτε έξοδα κίνησης σε κάθε λογαριασμό κατάθεσης για την περίπτωση που δεν παρουσιάζει υπόλοιπο ανώτερο από το κατώτατο όριο που θα καθορίζει κάθε φορά το ίδιο για το αντίστοιχο είδος λογαριασμού.

    Η απαγόρευση χρήσης των παραπάνω όρων περιλαμβάνει και τροποποιημένες διατυπώσεις ή συναφείς χαρακτηρισμούς που δεν αναιρούν ωστόσο το στίγμα της καταχρηστικότητας.

    Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως>

    Εκτός από τις προηγούμενες χρεώσεις και πρακτικές των τραπεζών, έχουν επίσης εκδικαστεί και έχουν κριθεί παράνομες οι παρακάτω, χωρίς όμως να αποτελούν τελεσίδικες αποφάσεις. Αυτό σημαίνει ότι για να απαιτήσει οποιοσδήποτε να μην ισχύσουν οι κάτωθι χρεώσεις θα πρέπει να προσφύγει ο ίδιος κατά της τράπεζας. Αυτό, μέχρι να φτάσει η εκδίκαση και αυτών των υποθέσεων στο Συμβούλιο της Επικρατείας (αναμένεται να γίνει στο τέλος του χρόνου) και να υπάρξει νέα υπουργική απόφαση :

    Αποφάσεις όχι τελεσίδικες:
    Απόφαση Δικαστηρίου:

    Είσπραξη προμήθειας για κατάθεση σε λογαριασμό τρίτου προσώπου
    711/2007

    961/2007

    Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών

    Επιβολή εξόδων κίνησης σε λογαριασμούς ταμιευτηρίου (ή τρεχούμενους) μετά την 4η πράξη κάθε μήνα

    Επιβολή εξόδων τήρησης και παρακολούθησης στους λογαριασμούς καταθέσεων

    Μονομερής μεταβολή από την πλευρά της τράπεζας για τους όρους των λογαριασμών καταθέσεων

    Επιβολή εξόδων αδράνειας (0,6 ή 1 €) σε λογαριασμούς που δεν κινούνται για πάνω από 1,5 χρόνο

    Ο υπολογισμός των τόκων των ποσών των καταθέσεων σε μεταγενέστερη ημερομηνία από αυτή που γίνεται η κατάθεση

    Επιβολή εξόδων 50 € σε δανειολήπτες για να πάρουν βεβαίωση οφειλών

    Επικοινωνήστε με την επιτροπή ακρίβεια-stop της περιοχής σας,

    για να αντιδράσουμε έμπρακτα στην τοκογλυφία και αυθαιρεσία των τραπεζών!

    http://www.akribeia-stop.gr

    από http://www.amra.gr/forum/index.php?topic=1311.0

  4. Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

    Τράπεζα: ένας θεσμικός εγκληματίας του κοινού Ποινικού Δικαίου

    Γράφει ο Κάντζος Αριστείδης (πηγή ενημέρωσης)

    Με την ανοχή της Πολιτείας και των αρμοδίων ελεγκτικών μηχανισμών, οι Τράπεζες εξελίχθηκαν σε έναν από τους μεγαλύτερους θεσμικούς εγκληματίες του κοινού Ποινικού Δικαίου.

    Δείτε παρακάτω πρακτικές και χρεώσεις των Τραπεζών κρίθηκαν παράνομες από τα δικαστήρια, αλλά εξακολουθούν πολλές να τις αγνοούν συστηματικά, ή να εφευρίσκουν νομικά παραθυράκια έτσι ώστε με νομιμοφανή τρόπο, να συνεχίζουν ακάθεκτες το “θεάρεστο” έργο τους συνθλίβοντας τυφλά το δανειολήπτη. Και το ερώτημα που γενάται είναι αυτή η Δικαιοσύνη τί κάνει, όταν βγάζει αποφάσεις και την αγνοούν από τους πολιτικάντηδες τύπου Στουρνάρα, έως τις εκάστοτε Διοικήσεις των Τραπεζών; ή το παίζει “Δικαιοσύνη”, εκ του ασφαλούς, σε αδύναμους πολίτες που αρνούνται να ακολουθήσουν τις αποφάσεις της;;;

    Για ΟΛΕΣ αυτές τις πρακτικές, τα στελέχη των Τραπεζών ελάμβαναν και συνεχίζουν να λαμβάνουν Bonus αποδοτικότητας και μέρισμα κερδών… το τραγικό όμως είναι, πως όχι μόνο κανείς από αυτούς δεν κάθισε στο σκαμνί της δικαιοσύνης να λογοδοτήσει και να τιμωρηθεί, αλλά πολλοί εξ αυτών προήχθησαν σε κυβερνητικά πόστα και υπουργικούς θώκους!!! Τί κι αν οι πρακτικές αυτές είναι βαμμένες με το αίμα δανειοληπτών που αυτοκτόνησαν ή αυτοπυρπολήθηκαν; Όλα στο βωμό του υπερκέρδους…
    Με καλή υπομονή ξεκινάμε το μέτρημα!!!

    Απόφαση 711/2007 & 961/2007, Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών
    Η είσπραξη προμήθειας για κατάθεση σε λογαριασμό τρίτου προσώπου
    Η επιβολή εξόδων κίνησης σε λογαριασμούς ταμιευτηρίου (ή τρεχούμενους) μετά την 4η πράξη κάθε μήνα
    Η επιβολή εξόδων τήρησης και παρακολούθησης στους λογαριασμούς καταθέσεων
    Η μονομερής μεταβολή από την πλευρά της τράπεζας για τους όρους των λογαριασμών καταθέσεων
    Η επιβολή εξόδων αδράνειας (0,6 ή 1 €) σε λογαριασμούς που δεν κινούνται για πάνω από 1,5 χρόνο
    Ο υπολογισμός των τόκων των ποσών των καταθέσεων σε μεταγενέστερη ημερομηνία από αυτή που γίνεται η κατάθεση
    Η επιβολή εξόδων 50 € σε δανειολήπτες για να πάρουν βεβαίωση οφειλών

    Απόφαση 1219/2001, Άρειος Πάγος
    Η μονομερής αύξηση του επιτοκίου της πιστωτικής κάρτας, χωρίς συγκεκριμένα κριτήρια που αναφέρονται στη σύμβαση
    Η μονομερής αύξηση της συνδρομής της κάρτας
    Η είσπραξη προμήθειας για την ανάληψη μετρητών μέσω πιστωτικής κάρτας

    Απόφαση 5253/2003, Εφετείο Αθηνών
    Η είσπραξη εξόδων χρηματοδότησης για τη χορήγηση του δανείου στεγαστικού ή άλλης μορφής
    Η είσπραξη εξόδων φακέλου για τα στεγαστικά δάνεια
    Η μονομερής αύξηση του επιτοκίου στα δάνεια (στεγαστικά και μη) με κυμαινόμενο επιτόκιο χωρίς κάποιο λογικό κριτήριο
    Η απαίτηση της τράπεζας για επιστροφή του δανείου αν δεν αποδεχθεί ο πελάτης την προσαρμογή του επιτοκίου
    Η καταγγελία της σύμβασης του δανείου από τη μεριά της τράπεζας σε περίπτωση καθυστέρησης οποιασδήποτε δόσης

    Απόφαση 430/2005, Άρειος Πάγος
    Ο υπολογισμός των τόκων του δανείου με βάση το έτος των 360 ημερών αντί για τις 365 ή 366 μέρες με αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη επιβάρυνση του δανειολήπτη

    Απόφαση 1219/2001, Άρειος Πάγο
    Η επιβολή χρονικού περιθωρίου (συνήθως είναι ελάχιστος της τάξεως των 30 ημερών) στον πελάτη για να αμφισβητήσει τις χρεώσεις του, αλλιώς θεωρείται ότι τις κάνει δεκτές

    Απόφαση 3177/2011, Ειρηνοδικείο Αθηνών
    Ακύρωση διαταγής πληρωμής ΣΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΗΣ λόγωάκυρων όρων σε δανειακή σύμβαση χορήγησης τραπεζικής πίστωσης (πιστωτική κάρτα)

    Απόφαση 3084/2010, Ειρηνοδικείο Αθηνών
    Έκρινε παράνομα και καταχρηστικά τα έξοδα προετοιμασίας φακέλου όλων των μορφών δανείου, καθώς συνιστούν “αδικαιολόγητο πλουτισμό”.
    Σημείωση: Συμβουλευθείτε τους Δικηγόρους σας… υπάρχει Λύση στο Πρόβλημα. Μην αφήνετε τις περιουσίες σας και την αξιοπρέπεια σας στο έλεος των Τραπεζών.
    .
    http://nomika-analata.blogspot.gr/2013/01/blog-post_31.html
    .

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s