Πλωτάρχης του Πολεμικού Ναυτικού ε.α. κατά του Υπουργού Εθνικής Άμυνας (ΥΕΘΑ), Παναγιώτη Καμμένου, του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Παναγιώτη Κουρουμπλή και παντός υπευθύνου για παράβαση καθήκοντος (259 ΠΚ) και ότι άλλο προκύψει

    ΕΝΩΠΙΟΝ 

          Του  κ. ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

              

          ΜΗΝΥΤΗΡΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ        

 ΑΒΜ:2017/2815

 Του Παναγιώτη Σταμάτη του Δημητρίου, Πλωτάρχη του Πολεμικού Ναυτικού   ε.α.  κατοίκου Αθηνών, οδός Κομνηνών, αρ.48.   (panos_stamatis@yahoo.gr) 

ΚΑΤΑ

1. Του Υπουργού Εθνικής Άμυνας (ΥΕΘΑ), Παναγιώτη Καμμένου, Λεωφ.  Μεσογείων, αρ.229,  Χολαργός.

2. Του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Παναγιώτη Κουρουμπλή, Ακτή Βασιλειάδη/Ε1-Ε2, Πειραιάς.   

3. Παντός υπευθύνου – συμμετόχου και εμπλεκομένου, διά κοινής δράσης και κοινού δόλου, αρμοδίου υπηρεσιακού παράγοντος και εξωθεσμικού τοιούτου συναυτουργού ή ηθικού  αυτουργού.

4.  Και κάθε άλλου προσώπου ως προς το οποίο προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής. 

                               

       Αξιότιμε κ. Εισαγγελεύ, 

Πρόσφατα περιήλθαν σε γνώση μου κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει κατά την άποψή μου,  τέλεση άδικων και ποινικά επιλήψιμων πράξεων, εκ μέρους οργάνων δικαιοδοσίας Σας, αυτεπαγγέλτως διωκόμενες και μάλιστα κατ’ εγγύτατο νομικό χαρακτηρισμό, ενδεικτικά: (259 ΠΚ) καθώς και οποιουδήποτε άλλου αδικήματος που θα προκύψει από την εισαγγελική έρευνα.

Ι. ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ     (Κρίσιμα νομικά και πραγματικά περιστατικά)

 Το 2012, Απόστρατοι αξιωματικοί του Πολεμικού Ναυτικού (ΠΝ) κατήγγειλαν στον Συνήγορο ότι η αρμόδια διεύθυνση του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου απέρριψε αίτημά τους για συμμετοχή στις διαδικασίες εκπαίδευσης και ελέγχου στο Κέντρο Επιμόρφωσης Στελεχών Εμπορικού Ναυτικού (ΚΕΣΕΝ). Η αιτιολογία της απόρριψης ήταν ότι δεν είναι κάτοχοι αποδεικτικών ναυτικής ικανότητας, καθώς υπερισχύει του Βασιλικού Διατάγματος (ΒΔ) του 1954, η Διεθνής Σύμβαση STCW 1978 (Ν.1314/1983), όσον αφορά τα ελάχιστα επίπεδα εκπαίδευσης ναυτικών.

Οι διατάξεις του ανωτέρω ΒΔ ορίζουν ότι οι απόστρατοι μόνιμοι αξιωματικοί του ΠΝ αποκτούν αυτοδικαίως αποδεικτικά ναυτικής ικανότητας (δίπλωμα ή πτυχίο Εμπορικού Ναυτικού), υπό την προϋπόθεση ότι δεν κατέστησαν απόστρατοι λόγω επαγγελματικής ανικανότητας. Παράλληλα, η Διεθνής Σύμβαση ορίζει τις ελάχιστες υποχρεωτικές απαιτήσεις και τα πιστοποιητικά ναυτικής ικανότητας τα οποία οφείλουν να κατέχουν οι υπηρετούντες στα εμπορικά πλοία. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται ότι διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα για την προστασία της ανθρώπινης ζωής και της περιουσίας στην θάλασσα, καθώς και για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος.

Ο Συνήγορος του Πολίτη διατύπωσε την άποψη ότι οι διατάξεις του ΒΔ δεν έχουν καταργηθεί από αντίστοιχες διατάξεις της Διεθνούς Συμβάσεως. Συνεπώς, συνεχίζουν να ισχύουν παρέχοντας το δικαίωμα σε απόστρατους αξιωματικούς του ΠΝ να αποκτούν αυτοδίκαια αποδεικτικά ναυτικής ικανότητας. Επίσης, τόνισε ότι οι απόστρατοι αξιωματικοί του ΠΝ θα πρέπει να διαθέτουν τις απαιτούμενες γνώσεις που ορίζει η παραπάνω Σύμβαση. Κατ’ επέκταση, η Διοίκηση οφείλει να παράσχει στους ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να υποστούν την προβλεπόμενη πρόσθετη εκπαίδευση και τις σχετικές εξετάσεις πιστοποίησης στο ΚΕΣΕΝ, ώστε να καταστούν δικαιούχοι πιστοποιητικών ναυτικής ικανότητας της Διεθνούς Συμβάσεως STCW 1978.

Το αρμόδιο Υπουργείο ενημέρωσε την Αρχή ότι πρόκειται να εκδοθεί απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου για το θέμα αυτό.

Μετά την παρέμβαση του Συνηγόρου εκδόθηκε ο Ν. 4150/2013 με τον οποίο καταργούνται οι διατάξεις του ΒΔ του 1954, καθώς και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη περί απόκτησης αποδεικτικών ναυτικής ικανότητας για τους προερχόμενους από το Πολεμικό Ναυτικό, το Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή και άλλες ειδικές κατηγορίες. Ωστόσο, ορίζεται ότι με Προεδρικό Διάταγμα (ΠΔ) το οποίο πρόκειται να εκδοθεί, θα καθορισθούν οι ελάχιστες υποχρεωτικές απαιτήσεις εκπαίδευσης σύμφωνα τη Διεθνή Σύμβαση και τις σχετικές κανονιστικές ρυθμίσεις. Επίσης, με το ίδιο ΠΔ θα καθορισθεί ο τρόπος απόδειξης και πιστοποίησης των νομίμων προσόντων των αξιωματικών, οι σχετικές διαδικασίες ελέγχου αυτών, θέματα σχετικά με την κάλυψη δαπανών φοίτησης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Ο Συνήγορος του Πολίτη τονίζει την ανάγκη έκδοσης του προβλεπόμενου ΠΔ, σε σύντομο χρόνο, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα σε απόστρατους αξιωματικούς των προαναφερομένων «Σωμάτων» να καταστούν, κατόπιν εκπαίδευσης, κάτοχοι πιστοποιητικών ναυτικής ικανότητας της Διεθνούς Συμβάσεως STCW 1978.

Ακολουθεί η συγκεκριμένη διάταξη:

Άρθρο 30 του N. 4150/2013 Ρυθμίσεις σχετικές με τη χορήγηση αδειών ναυτικής ικανότητας στο Εμπορικό Ναυτικό (Αθήνα, 29 Απριλίου 2013, ισχύει από δημοσίευση).

« 1. Με διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Ναυτιλίας και Αιγαίου, καθορίζονται οι ελάχιστες υποχρεωτικές απαιτήσεις εκπαίδευσης για την απόκτηση πιστοποιητικών ναυτικής ικανότητας από τους αξιωματικούς που προέρχονται από το Πολεμικό Ναυτικό ή το Λιμενικό Σώμα Ελληνική Ακτοφυλακή, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζει η Διεθνής Σύμβαση STCW 1978, όπως αυτές έχουν εξειδικευθεί από τον κυρωτικό αυτής ν. 1314/1983 (Α΄ 2) και τις σχετικές κανονιστικές ρυθμίσεις. Με το ίδιο διάταγμα καθορίζεται ο τρόπος απόδειξης και  πιστοποίησης των νομίμων προσόντων των αξιωματικών, οι σχετικές διαδικασίες ελέγχου αυτών, θέματα σχετικά με την κάλυψη δαπανών φοίτησης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. 2. Τα άρθρα 17−25 του β.δ. της 3/18.2.1954 (Α΄ 27), όπως και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη περί απόκτησης αποδεικτικών ναυτικής ικανότητας για προερχόμενους από Πολεμικό Ναυτικό, Λιμενικό Σώμα  Ελληνική Ακτοφυλακή και άλλες ειδικές κατηγορίες, κατά το μέρος που ρυθμίζουν την απόκτηση πιστοποιητικών ναυτικής ικανότητας με τρόπο διαφορετικό σε σχέση με την ανωτέρω Διεθνή Σύμβαση και τις σχετικές κανονιστικές ρυθμίσεις, καταργούνται.» 

Μη νόμιμα, δεν εξεδόθη μέχρι σήμερα το διάταγμα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 30 ν. 4150/2013, όσον αφορά τις ελάχιστες υποχρεωτικές απαιτήσεις εκπαίδευσης για την απόκτηση πιστοποιητικών ναυτικής ικανότητας από τους αξιωματικούς που προέρχονται από το Πολεμικό Ναυτικό ή το Λιμενικό Σώμα Ελληνική Ακτοφυλακή, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζει η Διεθνής Σύμβαση STCW 1978. 

Αποτέλεσμα όλων των προαναφερθέντων είναι ότι, οι δικαιούχοι αξιωματικοί του ΠΝ ε.α. καθώς και εγώ,  με τα διάφορα προσκόμματα, αλλαγές της νομοθεσίας και αδράνειας της Διοίκησης από το 2004 και εντεύθεν, να στερούνται του  συνταγματικού δικαιώματος της εργασίας (Συντ. 22).

Συγκεκριμένα:

 α)   Η ως άνω ηθελημένη διοικητική αδράνεια εκδόσεως του διατάγματος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 30 ν. 4150/2013, επί 4 και πλέον έτη, καθιστά την νομοθετική επιταγή για προστασία των αξιωματικών ε.α του δικαιώματος άσκησης του επαγγέλματος τους γράμμα κενό, και επομένως προσβάλλει την αρχή του κράτους δικαίου, τόσο υπό την τυπική, όσο και υπό την ουσιαστική του διάσταση (Συντ. 25).

β)    Η παράλειψη αυτή σε συνδυασμό με τις μεγάλες περικοπές στις συντάξεις μας (άνω του 50%) μέχρι σήμερα στερεί τα αναγκαία μέσα διαβίωσης σε όσους τα έχουν ανάγκη και ως εκ τούτου προσβάλλει βάναυσα την αρχή του κοινωνικού κράτους και την προστασία της ανθρώπινης αξίας (Συντ. 2, 25), από τις οποίες συνάγεται η κρατική υποχρέωση διασφάλισης ενός ελάχιστου αξιοπρεπούς ορίου διαβίωσης.

Δεν είναι δυνατό την συγκεκριμένη περίοδο της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης της εποχής μας να μην μπορούν να εφοδιαστούν οι αξιωματικοί του ΠΝ ε.α. με τα απαραίτητα έγγραφα ώστε να δύνανται να εργαστούν σε εμπορικά πλοία και να συμπληρώσουν έτσι την πενιχρή τους σύνταξη, επειδή ορισμένες συντεχνίες (συνδικαλιστικές οργανώσεις) του κλάδου (Εμπορικού Ναυτικού) δεν επιθυμούν τη συμμετοχή μας στο επάγγελμα του αξιωματικού του εμπορικού ναυτικού.

Να σημειωθεί ότι όπως έχει αναφερθεί από την Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών (Ε.Ε.Ε.) υπάρχει έλλειψη από το αναγκαίο προσωπικό στα πλοία τους και προσλαμβάνουν ναυτικούς από άλλες χώρες.

Κατόπιν όλων αυτών κατέθεσα τις 17.5.2016 μηνυτήρια αναφορά στη Εισαγγελία Του Ναυτοδικείου Πειραιά κατά των υπαλλήλων που ήταν επιφορτισμένη με τη σύνταξη της υπηρεσιακής εισήγησης για την εκδήλωση νομοθετικής πρωτοβουλίας εκδόσεως ΠΔ κατ΄ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 1 ν. 4150/2013.

Με το υπ, αριθμ. 454.14/55/16/Σχ. 350 έγγραφο της Εισαγγελίας Ναυτοδικείου Πειραιά, διαβιβάστηκε η ΑΒΜ: 398/2016 μηνυτήρια αναφορά μου, στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, λόγω αναρμοδιότητας.

Σε συνέχεια έλαβε ΑΒΜ: ΙΒ 2016/10817 και με  τη Διάταξη ΕΓ47-17/136/40Δ/17 Της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών από 10 Σεπτεμβρίου 2017 απορρίφθηκε με το σκεπτικό «δεν προκύπτει εν προκειμένω αξιόποινη αδράνεια των αρμοδίων υπαλλήλων της διοίκησης για την προώθηση του σχετικού ΠΔ, δεδομένου ότι αυτοί δεν ενεργούν αυτοβούλως αλλά μόνο κατ΄εντολή των αρμοδίων Υπουργών…».

Ο Δόλος των δραστών

Από την αδράνεια των ανωτέρω Υπουργών που είναι επιφορτισμένοι με τη σύνταξη και έκδοση του σχετικού Π.Δ. προκύπτει ο σκοπός τους να αποστερήσουν παράνομα από τους αξιωματικούς ΠΝ και ΛΣ ε.α. την δυνατότητα συμπληρωματικής βιοποριστικής εργασίας και αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Ο δόλος τους αυτός της παράνομης βλάβης μεγάλης μερίδας στελεχών του ΠΝ και ΛΣ τεκμηριώνεται με αβρότητα από το γεγονός ότι έχουν αντίστοιχη επίμονη όχληση από τον καθ’ ύλη αρμόδιο φορέα τον Συνήγορο του πολίτη, πλην όμως ακόμα και με την πάροδο 4 και πλέον ετών δεν έχει ακόμα εκδοθεί.

Κατά διαφορετική προσέγγιση ο σκοπός τους κατευθύνεται και στην προσφορά παράνομου οφέλους στους συνδικαλιστές και εκπρόσωπους του κλάδου της Εμπορικής Ναυτιλίας, χάρη των οποίων με την αδράνεια τους διασφαλίζουν ένα σημαντικό ποσοστό ανταγωνισμού στην εξεύρεση εργασίας. 

 

ΙΙ. ΝΟΜΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ   (θεμελίωση της παρούσας μηνυτήριας αναφοράς)

Α.   Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ ¨υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη¨. Το έννομο αγαθό που προστατεύεται από την ανωτέρω διάταξη είναι η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας, που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα. Πρόκειται Πρόκειται για ιδιαίτερο έγκλημα με

αυτουργό υπάλληλο υπό την έννοια του άρθρου 13α ΠΚ και 263 Α’ ΠΚκατά το οποίο” υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά,η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικούπροσώπου δημοσίου δικαίου”. Στην έννοια του υπαλλήλου περιλαμβάνονται και οι υπουργοί και οι υφυπουργοί της Κυβέρνησης. Το προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας, που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα (ΑΠ 727/2000, ‘Nomos’). Η ιδιότητα του υπαλλήλου ενσωματώνει ειδικά καθήκοντα και υποχρεώσεις, δεδομένου ότι διά μέσου του υπαλλήλου εκφράζεται η βούληση της κρατικής εξουσίας, ήτοι η πολιτειακή βούληση, από την ορθή δε άσκηση της εξουσίας εξαρτάται η απρόσκοπτη και εποικοδομητική λειτουργία των κρατικών οργάνων, των οποίων οι αποφάσεις επιλύουν ανακύπτοντα προβλήματα και διευθετούν διαφορές. Το υπαλληλικό καθήκον διαφοροποιείται ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση και η ειδικότερη μορφή του εξαρτάται από το είδος και τη φύση αυτού. Ως πηγή του καθήκοντος θεωρείται διάταξη νόμου, διατάγματος ή ιδιαίτερες οδηγίες εντός των πλαισίων των νόμων. Ενίοτε το καθήκον ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας και εμμέσως προσδιορίζεται κατά περιεχόμενο, το οποίο δεσμεύει τον υπάλληλο με συναφή υποχρέωση ενεργείας, εντός των προδιαγεγραμμένων ορίων. Απαιτείται η από τον υπάλληλο άσκηση ανατεθειμένων καθηκόντων λειτουργικώς συνυφασμένων προς την φύση της υπηρεσίας, η δε ενέργεια του υπαλλήλου να είναι συνέπεια της κατά το νόμο ασκήσεως της δραστηριότητας, ως περιεχόμενο του καθήκοντος που του ανατέθηκε και που έγινε αποδεκτό από αυτόν. (AΠ 1062/2002, Ποιν. Δνη, 2002, σελ.729). Αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη, ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου αν συνιστά έκφραση πολιτειακής βουλήσεως και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κ.λπ. (ΑΠ 1334/92, Υπερ. 1992, σελ.1425). 

Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος,  απαιτούνται α) παράβαση από τον υπάλληλο του υπηρεσιακού του καθήκοντος, όπως αυτό καθορίζεται από το νόμο ή διοικητική πράξη ή από ιδιαίτερες κατά νόμο οδηγίες της Προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του, β) δόλος του δράστη που περιέχεται στη βούληση του να παραβεί το καθήκον του και γ) σκοπός του δράστη, επιπλέον, να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς όμως να απαιτείται για την πραγμάτωση του εγκλήματος και η επίτευξη του σκοπού αυτού (βλ. Α. Κονταξή, ό.π., σ. 2278-2279, με παραπομπές σε νομολογία και περαιτέρω ΑΠ 727/2000, ΑΠ 1035/2003, ΑΠ 1591/2007,   ΑΠ 1153/2010,   ΑΠ 549/2011, ΑΠ 298/2011, ΑΠ 28/2012 και ΑΠ 137/2012, δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνον αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βουλήσεως και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών ή οργανισμών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κλπ (βλ. Α. Κονταξή, ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ,   Τόμος   Β’,   2000,   σ.   2288-2289,   ΑΠ   727/2000,   ΠοινΧρον2001,   σ.   63   και ΑΠ1153/2010, ό.π.). 

Στις περιπτώσεις εκείνες όπου μια υπηρεσιακή ενέργεια αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια και κρίση των υπαλλήλων, παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος υπάρχει, όταν ο υπάλληλος παραβιάζει κατά την τέλεση ή την παράλειψη αυτής της ενέργειας τα κριτήρια και τον γενικότερο ή ειδικότερο σκοπό που προκύπτουν από το νόμο που διέπει τη συγκεκριμένη υπηρεσιακή δράση. Στο μέτρο που διακριτική ευχέρεια δεν σημαίνει απόλυτη ελευθερία δράσης εκ μέρους του υπαλλήλου, αλλά κρίση στο πλαίσιο μιας νομοθετικές, εξουσιοδότησης που καθορίζει κάποια κριτήρια και ένα σκοπό, βάσει των οποίων θα πρέπει να γίνει η αξιολόγηση των πραγματικών δεδομένων και να ληφθεί υπόψη η απόφαση στη συγκεκριμένη περίπτωση, παράβαση καθήκοντος συνιστά είτε η υπέρβαση εκ μέρους του υπαλλήλου της δοθείσας από το νόμο εξουσιοδότησης, είτε η καταχρηστική άσκηση της ευχέρειας αυτής (βλ Μπιτζιλέκη Τα υπηρεσιακά εγκλήματα σελ. 48-49). Η παράβαση μπορεί να συντελεσθεί και με την κακή χρήση αυτής, την υπέρβαση δηλαδή των ακραίων ορίων της, τα οποία επιβάλλουν οι αρχές της υπεροχής του δημοσίου συμφέροντος, της χρηστής διοίκησης, της καλής πίστης, της αμεροληψίας της διοίκησης, της ισότητας και εξυπηρέτησης του σκοπού του νόμου ή με την κατάχρηση εξουσίας, η οποία υπάρχει στην περίπτωση που αν και δεν παραβιάζεται κάποια διάταξη νόμου, η πράξη ασκείται για την εξυπηρέτηση σκοπού καταδήλως ξένου προς το σκοπό, στην οποία απέβλεψε ο νόμος, όταν δηλαδή είναι απόρροια ελατηρίων και κινήτρων που καταδήλως αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από εκείνον του νόμου (ΑΠ 208/12 ΠοινΔ 2012, 1042. Γνωμ. ΕισΑΠ 3/10 ΠΧ ΞΑ 472).

Ο δόλος του δράστη συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παράβασης των υπηρεσιακών του καθηκόντων (άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος). Για να συντρέχει δε σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξη του, αφού ο όρος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, λογικά σημαίνει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή  στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο) και επιπλέον ότι η βούληση του δράστη κατευθύνεται στην απόκτηση του οφέλους ή στην πρόκληση της βλάβης (υποκειμενικό στοιχείο). Έτσι, μεταξύ της πράξεως και του σκοπού του οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει μια τέτοια αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παράβασης καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος,  πάντως πρέπει να  είναι  ο πρόσφορος  τρόπος περιποίησης του  σκοπούμενου οφέλους ή της βλάβης, πράγμα που συμβαίνει όταν το σκοπούμενο όφελος ή η βλάβη δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος, ο δράστης δε πρέπει να τελεί σε γνώση της εν λόγω προσφορότητας (βλ. Α. Κονταξή, ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ, ό.π., ΑΠ 28/2012, ΑΠ 1153/2010,  ΑΠ 1035/2003, ό.π.).  Συνιστά παράβαση καθήκοντος (εφόσον, εννοείται, συντρέχουν και οι λοιποί όροι του α. 259 ΠΚ), όταν ο υπάλληλος (ή δικαστής ή εισαγγελέας): α) δεν λαμβάνει υπόψη του έγγραφα που του προσκομίζονται (Δικ Αγωγών Κακοδ. 3/64 ΝοΒ 13.10, Φ. Αγγελής, ΝοΒ 13.97), γ) δίδει στα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική αξία διαφορετική από αυτή που ορίζει ο νόμος, δ) λαμβάνει υπόψη του ανύπαρκτα στοιχεία, ε) δεν αιτιολογεί την κρίση του (16/95 ΔιατΕισεφΠατρ. ΤΝΠ 156880). 

Β.  Σύμφωνα Η διάταξη του άρθρου 13 Π.Κ προσδιορίζει τη νομική έννοια του υπαλλήλου, στην οποία υπάγονται  και οι ορκισθέντες Υπουργοί. Οι διατάξεις των άρθρων 26 και 27 Π.Κ προσδιορίζουν την έννοια της υπαιτιότητας και του δόλου, που συνιστούν προϋπόθεση του ποινικού κολασμού των παράνομων πράξεων.

Γ΄.  Κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 του ΠΚ, “χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενέργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Ο χρόνος κατά τον οποίο επήλθε το αποτέλεσμα είναι αδιάφορος, εκτός αν ορίζεται άλλως”. 

Δ΄. Τέλος, κατά το άρθρο 46 παρ. 1β` του ΠΚ, “με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρείχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης”. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι, για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας στην τελούμενη από άλλον αξιόποινη πράξη, απαιτείται παροχή άμεσης συνδρομής από τον δράστη στον αυτουργό κατά την τέλεση και κατά την διάρκεια εκτέλεσης της κύριας πράξης και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα ή διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε. 

Επειδή, έχω το απαραίτητο έννομο συμφέρον (αρθ. 40 ΚΠΔ), είναι δε νόμιμη, βάσιμη, αληθής και τα περιγραφόμενα αδικήματα διώκονται αυτεπαγγέλτως (36 ΚΠΔ).

Επειδή, συμφώνως με την έννοια του μεν άρθρου 36 ΚΠοινΔικκαθιερώνεται η αρχή της αυτεπαγγέλτου ποινικής διώξεως η οποία μη υποκειμένη εις τύπον γίνεται άμα ο αρμόδιος εισαγγελεύς πληροφορηθεί την τέλεση του εγκλήματος, είτε κατόπιν μηνύσεως ή αναφοράς δημοσίας αρχής ή ιδιώτου (άρθρ. 37-40 και 42), είτε κατόπιν οιασδήποτε “άλλης ειδήσεως” όπως εξ ιδίων πληροφοριών ή ιδίας αντιλήψεως εξ επιστολής (και ανωνύμου έτι) ή και της κοινής φήμης όταν, εννοείται, εις την τελευταίαν αυτή περίπτωση έχει ο εισαγγελεύς σοβαρούς λόγους να πιστεύει ότι ετελέσθη έγκλημα (Μπουρόπουλος όπου ανωτ. σελ. 57) παθών εκ του οποίου, ειρήσθω, είναι παν πρόσωπον είτε νομικόν είτε φυσικόν, είτε ικανό προς καταλογισμόν είτε ακαταλόγιστον, το οποίον είναι φορεύς του εννόμου αγαθού, καθ’ ού στρέφεται η πράξη (Χωραφάς όπου ανωτ.).                                               

Επειδή, τα πρόσωπα που διέπραξαν τα ανωτέρω αναφερόμενα αδικήματα είναι δυνατόν να προσδιορισθούν από την διενεργηθησοµένη ανάκριση. 

Επειδή, οι ανωτέρω πράξεις τιμωρούνται από τις διατάξεις του Π.Κ. και μάλιστα με εγγύτατο νομικό χαρακτηρισμό. 

Επειδή, με την παρούσα μηνυτήρια αναφορά δεν έχω σκοπό να δυσφημήσω ή να εξυβρίσω τους μηνυόμενους, αλλά υποβάλλω αυτή επειδή αντιλαμβάνομαι ότι έχουν  διαπραχθεί οι αυτεπαγγέλτως αξιόποινες πράξεις και ως αξιωματικός έχω δικαιολογημένο συνταγματικό δικαίωμα και ενδιαφέρον, ηθικά και νομικά, καθώς  αφενός μεν με όλα αυτά μειώθηκε επικίνδυνα το επί δικαίου αίσθημα και αφετέρου βλάφτηκα προσωπικά από τις παραλείψεις των αρμοδίων Υπουργών καθώς στερούμαι του νομίμου δικαιώματος της εργασίας και εν συνεχεία της αξιοπρεπούς διαβίωσης. 

Επειδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση από όσα προαναφέρθηκαν οι αναφερόμενοι τέλεσαν το αδικήμα των άρθρων 259 του ΠΚ, τόσο κατά την αντικειμενική, όσο και κατά την υποκειμενική τους υπόσταση, σύμφωνα με τα όσα περιγράφονται παραπάνω.

Επειδή, η δικαιοσύνη αποτελεί σ’ αυτούς τους πραγματικά δύσκολους καιρούς την υπέρτατη προσδοκία και ελπίδα του πολίτη. 

Επειδή ύστατο καταφύγιο τούτη την έσχατη ώρα αποτελεί ο θεσμός της Δικαιοσύνης. Ένας θεσμός πολλαπλώς βαλλόμενος. Ένας θεσμός ενοχλητικός σε εκείνους που έχουν συνηθίσει στην αυθαιρεσία και στο ανέλεγκτο αυτής. 

Επειδή κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 24 παρ. 2 Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ. «(Η Εισαγγελία) Δρα ενιαία και αδιάκριτα και έχει ως αποστολή την τήρηση της νομιμότητας, την προστασία του πολίτη και τη διαφύλαξη των κανόνων της δημόσιας τάξης.».

 Επειδή, ο Ελληνικός λαός προσβλέπει σ’ Εσάς για την ευθυδικία, την τήρηση της νομιμότητας και την προστασία του περιβάλλοντος και στην εν λόγω περίπτωση. 

  Επειδή, οι νόμοι του κράτους μας υπάρχουν για να εφαρμόζονται και όχι να παραμένουν ανενεργοί, σαν «ακάλυπτες νομικές επιταγές».

  Επειδή, οι υπαίτιοι εγκληματικών πράξεων πρέπει να ανευρίσκονται και να τιμωρούνται αναλόγως.

 Επειδή, έχουν διαπραχθεί ιδιαιτέρως σοβαρά ποινικά αδικήματα, από δημόσιους λειτουργούς (Υπουργούς).

Κατόπιν όλων των  ανωτέρω εκφράζω την άποψη ότι συντρέχουν οι αναγκαίες εκείνες ενδείξεις διάπραξης αξιόποινων πράξεων και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό βεβαιότητας ώστε να επιβάλλεται η ποινική τους αξιολόγηση και συνεπακόλουθα η τεκμηρίωση τους, η δε η υποχρέωση αυτή ανακύπτει από το νόμο ακόμη και όταν υπάρχουν απλές μόνο ενδείξεις για τέλεση της μηνυόμενης αξιόποινης πράξης ή υφίσταται ισχνή πιθανότητα να ευδοκιμήσει η εναντίον του μηνυομένου κατηγορία (ΑΠ Ολομ. 1/2005).

                                               ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

          και με την ρητή επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος μου 

                                                   ΕΞΑΙΤΟΥΜΑΙ 

Να προβείτε σε κάθε νόμιμη ενέργεια προκειμένου να διερευνήσετε, αν συντρέχει περίπτωση τέλεσης ποινικών αδικημάτων από τους ανωτέρω αρμόδιους Υπουργούς (ΥΠΕΘΑ και ΥΝΑΝΠ), αποστέλλοντας αμελλητί την παρούσα μηνυτήρια αναφορά στη Βουλή των Ελλήνων σύμφωνα με το Νόμο περί ευθύνης Υπουργών και το άρθρο 86 του Συντάγματος, ώστε μετά από την   αναγκαία ψηφοφορία ναπαραπεμφθούν στο αρμόδιο Ειδικό Δικαστήριο οι υπεύθυνοι των αναφερόμενων πράξεων αποκαθιστώντας, τοιουτοτρόπως, τη νομιμότητα. 

Επιπλέον δηλώνω παράσταση πολιτικής αγωγής για όλες τις ανωτέρω παράνομες και αξιόποινες πράξεις τους, για τη υποστήριξη της κατηγορίας και για χρηματική ικανοποίηση, (44) ευρώ, με επιφύλαξη αναζήτησης αξιώσεως μεγαλύτερης (50.000) ευρώ, ενώπιον των αρμόδιων αστικών δικαστηρίων, λόγω ηθικής και υλικής βλάβης επελθούσας σε εμένα από τις εν λόγω πράξεις-παραλήψεις.

Προς απόδειξη όλων των παραπάνω, ζητώ να προβείτε σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, προσάγω και επικαλούμαι τα κάτωθι σχετικά: 

1.    Την απόφαση του Συνηγόρου του Πολίτη.

2. Ιστορικό Ενεργειών Απόκτησης Πιστοποιητικού Ναυτικής Ικανότητας στο Εμπορικό Ναυτικό.

3. Μηνυτήρια Αναφορά μου, από 17.5.2016

3. Απορριπτική Διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών.

                    Αιτούμαι επικυρωμένο αντίγραφο της παρούσης αναφοράς.

                                                                                       

                                               Αθήνα, 1 Νοεμβρίου 2017

                                       Ο  Μηνυτής και Πολιτικώς Ενάγων

                                     Πλωτάρχης  ε.α. Παναγιώτης Σταμάτης ΠΝ

http://olapano.blogspot.gr/2018/01/20172815.html

Advertisements