ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗ -Επαναφορά του αφορολόγητου

 

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ 


ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗ

(αρ. 63 Ν. 4174/2013)

Τ ……………..του ………, κατοίκου ………….., οδός …………..αρ…, με ΑΦΜ ………και Δ.Ο.Υ. …………

ΚΑΤΑ

Της πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος φορολογικού έτους 2015 με αριθμό χρηματικού καταλόγου ………. και αριθμό ειδοποίησης ……… , που εκδόθηκε επί της φορολογικής δήλωσης με στοιχεία ………..

ΚΑΙ ΚΑΤΑ

Του προϊσταμένου Δ.Ο.Υ ……….., του Προϊσταμένου Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, του Γενικού Γραμματέα Εσόδων και του Υπουργού Οικονομικών

ΕΚΘΕΣΗ ΤΙΘΕΜΕΝΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ

Με τον πρώτο λόγο προσφυγής προβάλλεται ότι είναι αντισυνταγματική η παράλειψη εφαρμογής της μείωσης φόρου του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 4172/2013 στους ελεύθερους επαγγελματίες και ζητείται η επεκτατική εφαρμογή της διάταξης.

Με τον δεύτερο λόγο προσφυγής προβάλλεται ότι είναι αντισυνταγματική η παράλειψη πρόβλεψης αφορολόγητου ορίου εισοδήματος για τους ελεύθερους επαγγελματίες.

 

******

ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ – Αντισυνταγματική διάκριση σε βάρος των ελευθέρων επαγγελματιών

1. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.

2. Επειδή, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας και ειδικότερα από την αρχή της συμμετοχής των πολιτών στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους, προκύπτει ότι ο κοινός νομοθέτης έχει την υποχρέωση, κατά τη διαμόρφωση του συστήματος επιβολής ορισμένου φόρου, να μεταχειρίζεται με ομοιόμορφο τρόπο τις όμοιες, από την άποψη της φοροδοτικής ικανότητας, περιπτώσεις.

3. Επειδή με την παράγραφο 1 του άρθρου 16 του νόμου 4172/2013 όπως ίσχυσε κατά τον χρόνο φορολόγησης ήτοι κατά το φορολογικό έτος 2015, ορίζονται τα εξής: «1. Ο φόρος που προκύπτει κατά την εφαρμογή του άρθρου 15 μειώνεται κατά το ποσό των δύο χιλιάδων εκατό (2.100) ευρώ, όταν το φορολογητέο εισόδημα δεν υπερβαίνει το ποσό των είκοσι ενός χιλιάδων (21.000) ευρώ. Εάν το ποσό του φόρου είναι μικρότερο των δύο χιλιάδων εκατό (2.100) ευρώ, το ποσό της μείωσης περιορίζεται στο ποσό του αναλογούντος φόρου. 2. Για φορολογητέο εισόδημα το οποίο υπερβαίνει το ποσό των είκοσι ενός χιλιάδων (21.000) ευρώ, το ποσό της μείωσης μειώνεται κατά εκατό (100) ευρώ ανά χίλια (1.000) ευρώ του φορολογητέου εισοδήματος. 3. Όταν το φορολογητέο εισόδημα υπερβαίνει το ποσό των σαράντα δύο χιλιάδων (42.000) ευρώ δεν χορηγείται μείωση φόρου.». Σημειώνεται ότι η διάταξη αυτή ιδρύει μια φορολογική ελάφρυνση που ισχύει μόνο για τους μισθωτούς και αποκλείει άλλες ομάδες φορολογουμένων όπως οι ελεύθεροι επαγγελματίες.

4. Επειδή κατά τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο κοινός νομοθέτης διαθέτει ευρεία ευχέρεια να διαμορφώνει το κατάλληλο, κατά την εκτίμησή του, φορολογικό σύστημα, χωρίς να αποκλείεται η διαφορετική φορολογική μεταχείριση κατηγοριών φορολογουμένων, πλην όμως η μεταχείριση αυτή δεν πρέπει να είναι αυθαίρετη, αλλά να στηρίζεται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια ανταποκρινόμενα στις ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες τελεί κάθε κατηγορία, ενόψει και των εκάστοτε κοινωνικοοικονομικών συνθηκών (ΣτΕ693/2011, 3485/2007, 2974/2001, 497/2000, 444/1995, 1135/1991).

5.Επειδή στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχουν ιδιαίτερες συνθήκες αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα της αναγνώρισης οικονομικής ελάφρυνσης του άρθρου 16 του Ν. 4172/2013 όπως ίσχυσε κατά την κρίσιμη φορολογική περίοδο, οι οποίες δικαιολογούν την διαφοροποίηση. Η συνταγματικά επιβεβλημένη ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση του αδύναμου οικονομικά φορολογούμενου συντρέχει τόσο στο πρόσωπο του μισθωτού όσο και στο πρόσωπο του ελεύθερου επαγγελματία. Ο χαμηλόμισθος μισθωτός με τον ελεύθερο επαγγελματία χαμηλού εισοδήματος συνιστούν περιπτώσεις που δεν δικαιολογούν διαφορετική μεταχείριση ενόψει του ειδικού ζητήματος της αναγνώρισης οικονομικών ελαφρύνσεων καθαρά κοινωνικού χαρακτήρα όπως εν προκειμένω.

6. Επομένως ο νόμος που προβλέπει ότι μόνο οι μισθωτοί δικαιούνται την ειδική απαλλαγή του άρθρου 16 του Ν. 4172/2013, εισάγει αδικαιολόγητη και κατά συνέπεια αντισυνταγματική διάκριση σε βάρος των ελευθέρων επαγγελματιών και για αυτό θα πρέπει να κριθεί αντισυνταγματικός ο περιορισμός της σχετικής ελάφρυνσης μόνο σε μια ομάδα πολιτών και ότι και οι ελεύθεροι επαγγελματίες μπορούν να ωφεληθούν της σχετικής διατάξεως (επεκτατικό αποτέλεσμα της αρχής της ισότητας).

8. Για τον λόγο αυτό η προσβαλλόμενη πράξη εκκαθάρισης φόρου, η οποία παρέλειψε να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 16 του Ν. 4172/2013, πρέπει να εξαφανιστεί και να διαταχθεί η έκδοση νέας πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου στην οποία θα γίνει νέα εκκαθάριση φόρου με τον συνυπολογισμό της μείωσης φόρου, που προβλέπει η διάταξη αυτή.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΩΣ ΠΡΟΒΑΛΛΟΜΕΝΩΣ – Αντίθετη στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος η παράλειψη πρόβλεψης αφορολόγητου ορίου στους ελεύθερους επαγγελματίες.

9. Οι διατάξεις του άρθρου του Ν. 4172/2013 όπως ισχύουν δεν περιλαμβάνουν αφορολόγητο κλιμάκιο εισοδήματος γενικά για τους φορολογούμενους και ειδικά για τους ελεύθερους επαγγελματίες των οποίων το εισόδημα χαρακτηρίζει ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ παράλληλα ρητώς ορίζει ότι δεν εκπίπτουν οι προσωπικές καταναλωτικές δαπάνες (άρθρο 23 εδ ιβ του Ν. 4172/2013) . Αυτό όμως δεν είναι συνταγματικά ανεκτό για τους λόγους που αναλύονται κατωτέρω.

10. Όπως έχει επισημανθεί και στην έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής επί του άρθρου 38 του Νσχ «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015» (ν. 4024/2011), η κατάργηση του αφορολόγητου ποσού εισοδήματος ή η θέσπιση αφορολόγητου ποσού εισοδήματος το οποίο είναι χαμηλότερο από το ελάχιστο όριο διαβίωσης του φορολογουμένου ενδεχομένως δεν είναι συμβατή με την αρχή της φορολόγησης με βάση τη φοροδοτική ικανότητα, τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την υποχρέωση προστασίας της οικογένειας και της παιδικής ηλικίας. Συναφώς επισημαίνεται πάγια νομολογία του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου (βλ. BVerfGE 82, 60· 87, 153 [169-171]· 99, 216· 120, 125 [155] και 99, 246 [261]) η οποία έχει ως εξής: Ο συνταγματικώς κατοχυρωμένος σεβασμός της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 1 παρ. 1 GG), σε συνδυασμό με την επίσης συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή του κοινωνικού κράτους (άρθρο 20 παρ. 1 GG), αλλά και με την υποχρέωση προστασίας της οικογένειας και των δικαιωμάτων του παιδιού (άρθρο 6 GG), δεσμεύουν τον κοινό νομοθέτη, ως προς τον σεβασμό του ελάχιστου ορίου διαβίωσης (existenzminimum) (βλ. και Tipke/Lang, Steuerrecht, 20η εκδ., 2010, σελ.260-262, όπου και περαιτέρω βιβλιογραφία). Εν προκειμένω, εφόσον ο νομοθέτης, στο πλαίσιο του δικαίου της κοινωνικής πρόνοιας, καθόρισε ελάχιστο όριο διαβίωσης, το οποίο το κράτος υποχρεούται να εξασφαλίζει, δια της καταβολής παροχών κοινωνικής πρόνοιας, στους πολίτες που δεν διαθέτουν ίδια μέσα, είναι αυτονόητο ότι το ποσό αυτό δεν μπορεί να υπολείπεται του ελάχιστου ορίου διαβίωσης, το οποίο απαλλάσσεται του φόρου εισοδήματος. Συνεπώς, το αναγνωρισμένο στο δίκαιο της κοινωνικής πρόνοιας ελάχιστο όριο διαβίωσης συνιστά το ελάχιστο ποσό εισοδήματος που πρέπει να είναι αφορολόγητο (BVerfGE 87, 153 [169-171]. Εφόσον, επομένως, το κράτος υποχρεούται να διασφαλίσει για τους πολίτες που δεν διαθέτουν ίδια μέσα τις ελάχιστες προϋποθέσεις για διαβίωση η οποία προσιδιάζει στον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, θα ήταν παράλογο να τους αφαιρεί μέσω της φορολογίας αυτό που πρέπει να τους επιστρέφει υπό μορφή παροχών κοινωνικής πρόνοιας [BVerfGE 120, 125 (155) και 99, 246 (261)]. Περαιτέρω, κατά τη διαμόρφωση του ύψους του ελάχιστου ορίου διαβίωσης ο νομοθέτης πρέπει να λαμβάνει υπόψη του το γεγονός ότι, λόγω των έμμεσων φόρων, οι ανάγκες διαβίωσης του φορολογουμένου αυξάνονται. Μάλιστα, με νεότερες αποφάσεις του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου (BVerfGE 120, 125) διευρύνθηκε η έννοια του ελάχιστου ορίου διαβίωσης στο μέτρο που έγινε δεκτό ότι, για τον υπολογισμό του, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η κάλυψη της ανάγκης του φορολογουμένου για μόνιμη περίθαλψη ή ειδική μέριμνα λόγω ασθένειας, ιδίως δια της καταβολής των ανάλογων ασφαλιστικών εισφορών. Στο πλαίσιο αυτό, η Γερμανική κυβέρνηση υποβάλλει κάθε δύο έτη στο Κοινοβούλιο έκθεση (Existenzminimumbericht) στην οποία προσδιορίζεται το ύψος του ελαχίστου ορίου διαβίωσης το οποίο πρέπει να είναι αφορολόγητο. Συναφώς προς τα ανωτέρω σημειώνεται ότι, κατά τα πλέον πρόσφατα δημοσιευμένα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (Ιανουάριος 2013, με έτος αναφοράς το έτος 2011) για τις συνθήκες διαβίωσης στην Ελλάδα το κατώφλι κινδύνου φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των 5.951 ευρώ ετησίως ανά άτομο, ενώ για τη χορήγηση του Επιδόματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (άρθρο 20 του ν. 2434/1996) τα κριτήρια ατομικού και οικογενειακού εισοδήματος για το έτος 2012 έχουν προσδιορισθεί σε 9.884,11 ευρώ και 15.380,90 ευρώ, αντιστοίχως (ΚΥΑ 135688/0092/4-10-2011).

10. Επειδή επομένως η ανωτέρω απουσία πρόβλεψης αφορολόγητου ορίου (ή άλλου ισοδύναμου μέτρου προστασίας των αδύναμων εισοδημάτων) στους ελεύθερους επαγγελματίες είναι αντισυνταγματική ζητώ να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου και να αναγνωριστεί ως αφορολόγητο όριο το κατώφλι κινδύνου φτώχειας ήτοι το ποσό των 5.951 ευρώ, ή όποιο άλλο κριθεί σκόπιμο από τις αρμόδιες διοικητικές ή δικαστικές αρχές επιληφθούν της παρούσας ώστε να γίνει νέα εκκαθάριση του φόρου εισοδήματος 2015, αφού προηγουμένως ληφθεί υπ’ όψιν το αφορολόγητο όριο που θα επιλεγεί από τις αρμόδιες διοικητικές ή δικαστικές αρχές.

******

Επειδή η παρούσα ασκείται εμπροθέσμως και παραδεκτώς ενώπιον του δικαστηρίου Σας

Επειδή δεν διαθέτω φοροδοτική ικανότητα λόγω του μικρού ποσού εισοδήματος που έχω αποκτήσει ύψους ………… ευρώ (ή εναλλακτικά)

Επειδή ζητώ να μην φορολογηθώ επί του τμήματος του εισοδήματός που έχει καταναλωθεί προκειμένου να εξασφαλιστεί η αξιοπρεπής διαβίωσή μου καθώς και της οικογένειάς μου

Επειδή οι δαπάνες διαβίωσης μου καλύπτονται στο μεγαλύτερο βαθμό από την οικογένειά μου με την οποία εξακολουθώ να διαβιώνω

Επειδή οι δαπάνες διαβίωσης μου προορίζονται για την κάλυψη των αναγκών τη οικογένειάς μου

Για τους λόγους αυτούς

Και όσους άλλους επιφυλάσσομαι να προσθέσω με δικόγραφο προσθέτων λόγων

ΖΗΤΩ

Να εξαφανιστεί η πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος φορολογικού έτους 2015, που εκδόθηκε επί της φορολογικής δήλωσης με στοιχεία ………..

Να εξαφανιστεί κάθε συναφής, προγενέστερη ή μεταγενέστερη, διοικητική πράξη,

Να γίνει νέα εκκαθάριση του φόρου αφού εφαρμοστεί η ειδική μείωση του φόρου εισοδήματος του άρθρου 16 του νόμου 4172/2013.

Όλως επικουρικώς και σε περίπτωση που δεν γίνει δεκτό το ανωτέρω αίτημά μου να γίνει νέα εκκαθάριση του φόρου αφού αναγνωριστεί ως αφορολόγητο όριο, δυνάμει απευθείας εφαρμογής του άρθρου 2 παρ.1 του Συντάγματος, το κατώφλι κινδύνου φτώχειας ήτοι το ποσό των 5.951 ευρώ ή όποιο άλλο ποσό κρίνει σκόπιμο το δικαστήριό σας ως ικανό να διαφυλάξει το την αξιοπρέπεια του φορολογούμενου Έλληνα πολίτη.

ΑΘΗΝΑ …………….

Ο ΠΡΟΣΦΕΥΓΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

PAGE 5

 

 

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s