ΥΠΟΜΝΗΜΑ στην μήνυση Αποστολίδη

 

Η μήνυση εδώ

 

29/11/14

Επιστολή στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου

ΠΡΟΣ ΤΗΝ κ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΑΝΟΙΧΤΟ ΥΠΟΜΝΗΜΑ

Ιωάννη Αποστολίδη του Παναγιώτη, π δικηγόρου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός Καραολή και Δημητρίου των Κυπρίων αριθμ. 20, ταχ. κωδ. 54630, τηλ. 2310550250, κιν.6932916443, apostolidis.p.i@gmail.com

 -Κοινοποιείται ηλεκτρονικά στους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών και Θεσσαλονίκης, καθώς και στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων

 -Διατέθηκε προς διάδοση στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης

                                          Θεσσαλονίκη, 24 Νοεμβρίου 2014

Κατόπιν της από 18.11.2012 αναφοράς μου σχηματίσθηκε η με ΑΒΜ: Α.ΟΙ.Ε/2013/214 δικογραφία στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών.     Με την αναφορά μου έθετα θέμα τυχόν ποινικών ευθυνών των εξής: α)Της πλειοψηφίας της σύνθεσης του δικαστηρίου του άρθρου 88 του Συντάγματος (Μισθοδικείο) που εξέδωσε την αριθμ. 13/2006 απόφασή του με αντικείμενο τις δικαστικές αποδοχές, διότι, ανεξαρτήτως των άλλων σφαλμάτων και της ειδεχθώς καταχρηστικής και άδικης αναλογικής εξίσωσης των αποδοχών όλων των δικαστών και των μελών του ΝΣΚ προς τις δυσθεώρητες αποδοχές ενός ατόμου, του προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), δεύτερου, μετά τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στην μισθολογική πυραμίδα του δημόσιου τομέα, δημιουργεί, κατά τη γνώμη μου, ποινικό θέμα το γεγονός ότι το δικαστήριο αυτό προέβη στην εξίσωση παρότι γνώριζε (αλλά παρέβλεψε πλήρως) ότι οι επεκτεινόμενες στους δικαστές αποδοχές αυτού του δημόσιου λειτουργού, πέρα από αντισυνταγματικές (έτσι τις κήρυξε το ίδιο το Μισθοδικείο) ήταν και τυπικά παράνομες, διότι η υπουργική απόφαση που τις καθόρισε είχε υπερβεί την οικεία νομοθετική εξουσιοδότηση, β) Εκείνων που διετέλεσαν υπουργοί Οικονομικών και Μεταφορών το 2007, διότι καίτοι το ίδιο το Μισθοδικείο έκρινε αντισυνταγματικές τις αποδοχές του προέδρου της ΕΕΤΤ κατά το μέρος που υπερέβαιναν τις αποδοχές των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, δεν προέβησαν, μετά την έκδοση της απόφασης αριθμ. 13/2006 του Μισθοδικείου, σε ανάκληση του αντισυνταγματικού μέρους της ΚΥΑ που καθόρισε αυτές τις αποδοχές, του προέδρου ΕΕΤΤ. Αν γινόταν τότε αυτό που σήμερα γίνεται κατά σύστημα και ανάγκη από τις κυβερνήσεις σε βάρος όλων των Ελλήνων, αν δηλαδή περικόπτονταν τότε οι αποδοχές μόνον ενός ατόμου, του προέδρου της ΕΕΤΤ, κατά το ποσό που κρίθηκαν αντισυνταγματικές από ένα ανώτατο δικαστήριο, το Μισθοδικείο , θα είχε εξαλειφθεί εκ των υστέρων αλλά με αναδρομική ενέργεια η βάση των δικαστικών απαιτήσεων, οπότε και θα είχε αποκρουσθεί αποτελεσματικά, με μορφές παλινδικίας ( κυρίως με ανακοπή του Δημοσίου κατά των εκτελέσεων που θα είχαν τυχόν επιχειρηθεί από τους δικαστές, αλλά και με άλλα κατάλληλα ένδικα μέσα και βοηθήματα) η επίκληση των αποδοχών του προέδρου ΕΕΤΤ για την εξίσωση προς αυτές των δικαστικών αποδοχών και θα είχε αποσοβηθεί έτσι η καταστροφική για τα δημόσια οικονομικά επιβάρυνσή τους, το 2008, με τα 830.000.000 ευρώ των αναδρομικών των δικαστών και των μελών  του ΝΣΚ (140.000 ευρώ μέσο όρο σε κάθε δικαστή και μέλος του ΝΣΚ) και τα 195.000.000 ευρώ ετησίως για αύξηση των αποδοχών τους γ) Των μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, διότι, ενώ είχαν αρμοδιότητα και συγκεκριμένο υπηρεσιακό καθήκον, ως νομικοί καθοδηγητές του Κράτους (άρθρα 2 α,στ και 17 παρ. 2 εδ. δ΄ Ν 3086/2002) δεν εισηγήθηκαν στους αρμόδιους υπουργούς την εν μέρει, ως ανωτέρω, ανάκληση των αποδοχών του προέδρου της ΕΕΤΤ. Να σημειωθεί ότι την παράλειψή τους καθιστά ευλόγως ύποπτη και το γεγονός ότι είχαν κάθε συμφέρον να μην περικοπούν οι αποδοχές του προέδρου ΕΕΤΤ, όπου στηρίχθηκαν τα αναδρομικά και η αύξηση των δικαστικών αποδοχών, διότι κατά το επιτήδειο για τα συμφέροντά τους άρθρο 100 Α του Συντάγματος οι αποδοχές των μελών του ΝΣΚ είναι ίδιες με τις δικαστικές αποδοχές, δηλαδή η αριθμ. 13/2006 απόφαση του Μισθοδικείου ήταν παραγωγική και για τους ίδιους.

  Μετά από προκαταρκτική εξέταση που διενήργησε για την αναφορά μου αντεισαγγελέας πρωτοδικών των Αθηνών, η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο με την συνυποβαλλόμενη  διάταξη, την οποία επικύρωσε  αρμόδιος εισαγγελέας εφετών των Αθηνών, που έκριναν ότι δεν προέκυψε η τέλεση αξιόποινης πράξης.

 Υποβάλλω σε Εσάς, κ Εισαγγελέα, αυτήν την διάταξη φρονώντας ότι ενόψει της σοβαρότητας του θέματος θα ήταν χρήσιμο να εκτιμηθεί σε ανώτατο επίπεδο η ορθότητά της. Ας μου επιτραπούν δε σχετικώς οι εξής παρατηρήσεις:

Κατά τον αντεισαγγελέα που εξέδωσε την διάταξη, το Μισθοδικείο στην προκειμένη υπόθεση ακολούθησε την πάγια νομολογία από το 1986 και εντεύθεν – αντίθετη ήταν προ του έτους εκείνου – σύμφωνα με την οποία οι δικαστικοί λειτουργοί δεν μπορεί να λαμβάνουν αποδοχές κατώτερες  άλλων λειτουργών και ότι σε αντίθετη περίπτωση υποχρεούται ο νομοθέτης από τα άρθρα 26, 87, και ιδίως το άρθρο 88 παρ 2 Συντ. («Οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους») σε  ταυτόχρονη παροχή και στους δικαστές ίσων αποδοχών, η παράλειψη δε αυτής της (δήθεν) οφειλόμενης νομοθέτησης θεμελιώνει ευθύνη του Δημοσίου για αποζημίωση των δικαστών κατ’  άρθρο 105 ΕισΝΑΚ. Το πρακτικό αποτέλεσμα της επιδίκασης τέτοιας αποζημίωσης είναι η εξίσωση των δικαστικών αποδοχών με οποιεσδήποτε μεγαλύτερες αποδοχές στον δημόσιο τομέα. Βέβαια στην προκειμένη περίπτωση, την αριθμ. 13/2014 απόφαση του Μισθοδικείου, αυτή η εξίσωση, αναλογική για όλους τους δικαστές, ενεργούς και συνταξιούχους, και για τα μέλη του ΝΣΚ, έγινε όχι προς τις αποδοχές κάποιας άλλης κατηγορίας λειτουργών, όπως σε όλες τις άλλες παλαιότερες εξομοιώσεις (με τους καθηγητές ΑΕΙ, τους γιατρούς του ΕΣΥ κλπ) αλλά προς τις αποδοχές ενός ατόμου, του προέδρου της ΕΕΤΤ. Αυτό ήταν δημοσιονομικά καταστροφικό και εμφάνισε ολόκληρο το δικαστικό σώμα να εκμεταλλεύεται το τυχαίο γεγονός ότι οι αποδοχές κάποιου δημόσιου λειτουργού, του προέδρου της ΕΕΤΤ, ορίσθηκαν από τον ανυποψίαστο νομοθέτη σε διπλάσιο σχεδόν ύψος σε σύγκριση με τις αποδοχές των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων! Και θα μπορούσε να πει κάποιος ότι βρίσκονταν το λιγότερο σε υπηρεσιακή αταξία, αν μη σε κολάσιμη παράλειψη, τα μέλη του ΝΣΚ που δεν προέβαλαν στη δίκη στο Μισθοδικείο (ή στο Διοικητικό Πρωτοδικείο, που δίκασε την ουσία μετά την «απάντηση» από το Μισθοδικείο ότι δήθεν γεννάται αδικοπρακτική ευθύνη του Δημοσίου από την παράλειψη του νομοθέτη να καθορίσει αναλογικά για όλους τους δικαστές τις αποδοχές τους στο ίδιο ύψος με τις αποδοχές του προέδρου ΕΕΤΤ) ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος του ενάγοντος δικαστή, διότι όντως ήταν προφανώς και πρωτοφανώς καταχρηστικό το ότι εξισώθηκαν, με αυτή την απόφαση, οι αποδοχές 6000 ατόμων, των δικαστών και των μελών του ΝΣΚ, προς τις αδιανόητα υψηλές αποδοχές ενός ατόμου, του προέδρου ΕΕΤΤ, με υπολογιζόμενη ζημία του Δημοσίου τάξεως δισεκατομμυρίων ευρώ σε κεφάλαιο, τόκους και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (καταδικάσθηκε όντως το Δημόσιο να πληρώσει σε κάθε δικαστή, επί πλέον της αποζημίωσης λόγω μισθολογικών διαφορών, και 5000 ευρώ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, διότι, όπως έκρινε η αριθμ. 1445/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η παράλειψη του νομοθέτη να αυξήσει τις αποδοχές των δικαστών ταυτόχρονα – και στο ίδιο ύψος – με τον καθορισμό των αποδοχών του προέδρου της ΕΕΤΤ, τους ανάγκασε να ασκήσουν αγωγές κατά του Δημοσίου, και αυτό προκάλεσε δυσμενή και βλαβερά για την υπόληψη των δικαστών σχόλια του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου!) που θα πλήρωνε το δύστυχο Δημόσιο αν εφαρμοζόταν στο ακέραιο η αριθμ. 13/2006 απόφαση του Μισθοδικείου, αν δηλαδή δεν γινόταν το 2008 ο γνωστός λεόντειος υπέρ των δικαστών συμβιβασμός μεταξύ αφενός  του Κράτους, ανυπεράσπιστου από όλους τους θεσμικούς φορείς και από την ίδια την κυβέρνηση, και αφετέρου των επιτιθέμενων σ’ αυτό δικαστών, κατεξοχήν εντούτοις τεταγμένων φρουρών  του, με καταβολή σε αυτούς 830.000.000 ευρώ για αναδρομικά (έτσι τα χαρακτηρίζει όλος ο κόσμος και οι ίδιες οι Δικαστικές Ενώσεις, αλλά το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και το Ελεγκτικό Συνέδριο – που ανέτρεψε το 2012 προηγούμενη αντίθετη νομολογία της Ολομέλειάς του το 2010! – τα θεώρησαν, σε σχετικές αποφάσεις τους, όχι ως αναδρομικά, γιατί σε τέτοια περίπτωση θα τα δικαιούνταν και οι συνταξιούχοι βουλευτές, οπότε θα είχε ξεσηκωθεί ο λαός, αλλά ως έκτακτη παροχή προς τους δικαστές και τα μέλη του ΝΣΚ λόγω «πρόσθετου μεγάλου φόρτου εργασίας τους» κατά τα έτη 2003 μέχρι 2007 εξαιτίας  των οικονομικών μεταναστών και των Ολυμπιακών Αγώνων!) και με πρωτοφανή αύξηση των τακτικών αποδοχών τους, για την οποία προβλέφθηκε δαπάνη 195.000.000 ευρώ κατ’  έτος. Αύξηση που οδήγησε τις δικαστικές αποδοχές στο εξής σημείο, που φέρνω ως παράδειγμα: Πριν την έναρξη των γενικών περικοπών, στρατιωτικός της Σχολής Ευελπίδων με 17 χρόνια υπηρεσίας είχε ετήσιες αποδοχές 28.796 ευρώ, γιατρός του ΕΣΥ με τα ίδια χρόνια 41.675 ευρώ και δικαστικός με τα ίδια χρόνια 82.547 ευρώ! – τα στοιχεία είναι από το ΒΗΜΑ της 9.9.2012. Και είχε αναρωτηθεί κάποιος αναγνώστης εφημερίδας με επιστολή του: Γιατί ο Αρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων να έχει αποδοχές μικρότερες από τον Ειρηνοδίκη Γυθείου;

 Αλλά αν δεν τίθεται θέμα ποινικής ευθύνης για την προαναφερόμενη παράλειψη των μελών του ΝΣΚ να προβάλουν εκ μέρους του Δημοσίου αυτήν την ένσταση, της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, τίθεται όμως, νομίζω, τέτοιο θέμα από το γεγονός ότι το Μισθοδικείο επεξέτεινε στους δικαστές και στα μέλη του ΝΣΚ τις αποδοχές του προέδρου της ΕΕΤΤ ενώ αυτές ήταν, κατά το ποσό που υπερέβαιναν τις αποδοχές των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, παράνομες, διότι καθορίσθηκαν με υπουργική απόφαση που υπερέβη την χορηγηθείσα στους υπουργούς νομοθετική εξουσιοδότηση.

Ο αντεισαγγελέας που διενήργησε την προκαταρκτική εξέταση για την αναφορά μου, κρίνει (σελ. 4 της διάταξης) ότι « δεν προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο που να επιρρωνύει κατ’  ελάχιστον τους ισχυρισμούς του (δηλ. τους δικούς μου), ήτοι να δημιουργεί έστω και την παραμικρή ένδειξη ότι η πλειοψηφία της σύνθεσης του κατ΄άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος Ειδικού Δικαστηρίου παρανόμησε κατά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως, όπως αβάσιμα ό ίδιος στην υπό κρίσιν Ανοιχτή Αναφορά – Καταγελία του, ισχυρίζεται». Και στη συνέχεια παραθέτει μόνο την πάγια νομολογία προς την οποία συμμορφώθηκε το Μισθοδικείο, που πράγματι υφίσταται, ως μη έδει,  και που δέχεται πράγματι την (δήθεν) υποχρέωση του νομοθέτη να αναβαθμίσει τις αποδοχές των δικαστών  κάθε φορά που θα κάνει την αποκοτιά ή την απροσεξία να δώσει σε κάποια κατηγορία προσώπων ή ακόμα και σε ένα μόνο άτομο (όπως στην ακραία και πλουτοφόρα για τους δικαστές περίπτωση της αριθμ. 13/2006 απόφασης του Μισθοδικείου) αποδοχές μεγαλύτερες από τις δικαστικές.

 Όμως η εισαγγελική διάταξη δεν λέει ούτε λέξη για  εκείνο το γεγονός που ήταν ο πυρήνας της αναφοράς μου και το κριτήριο τέλεσης ή όχι αξιόποινης πράξης από τους δικαστές του Μισθοδικείου: Ότι δηλαδή, εφόσον καλώς ή κακώς (κάκιστα κατά τη γνώμη μου) οι ίδιοι με την ίδια την επίμαχη απόφαση αριθμ. 13/2006 του Μισθοδικείου έκριναν ότι οι αποδοχές του προέδρου της ΕΕΤΤ είναι αντισυνταγματικές, πάντοτε κατά το υπερβάλον τις δικαστικές αποδοχές μέρος, παρέπεται ότι η υπουργική απόφαση που τις καθόρισε,  παραβίασε με υπέρβαση την εξουσία που είχαν οι υπουργοί από το νομοθέτη, παρ. 9 άρθρ. 3 Ν 2867/2000, να καθορίσουν αυτές τις αποδοχές «κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων», όπου ως τέτοιες διατάξεις νοούνται φυσικά οι συνήθους τυπικής ισχύος και όχι οι συνταγματικές διατάξεις, όπως οι θεωρηθείσες ως παραβιασθείσες των άρθρων 26, 87 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος, και επομένως αυτή η υπουργική απόφαση ήταν παράνομη σε σχέση προς τον ανωτέρω εξουσιοδοτικό νόμο και άρα ανίσχυρη και συνεπώς δεν δημιουργούσε καμιά υποχρέωση του νομοθέτη για ταυτόχρονη αύξηση των δικαστικών αποδοχών στο ύψος αυτών των παράνομων αποδοχών, όπως αντίθετα έκρινε το Μισθοδικείο, χωρίς καθόλου να λάβει υπόψη αυτήν την πλημμέλεια της υπουργικής απόφασης, και έτσι προκάλεσε την επέκταση στους δικαστές παράνομων αποδοχών. Σχετικά με την παρανομία τέτοιας επέκτασης προσκόμισα στον αντεισαγγελέα της προκαταρκτικής εξέτασης την ad hoc απόφαση αριθμ. 95/2013 της ΟλΣτΕ, αλλά αυτή δεν μνημονεύεται στην διάταξή του!

   ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΘΑ ΑΝΤΙΠΑΡΑΒΑΛΛΩ ΔΥΟ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΕΝΑ ΤΗΣ κ ΘΑΝΟΥ, ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ, ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΝΥΠΟΒΑΛΛΟΜΕΝΗ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ, ΘΑ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΑ ΔΕ ΤΟΝ ΚΟΙΝΟ ΠΟΛΙΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ΝΑ ΠΡΟΣΕΞΕΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ, ΟΧΙ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΕΙ ΑΥΤΑ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΠΟΥ ΚΑΤΑΝΟΟΥΝΤΑΙ ΕΥΚΟΛΑ, ΑΛΛΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΠΑΘΕΙ ΑΠΟΠΛΗΞΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΠΛΗΞΗ ΠΟΥ ΘΑ ΝΟΙΩΣΕΙ ΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΚΡΑΙΑ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΕΠΙ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ, ΠΟΥ ΚΑΤΑ ΣΥΜΠΤΩΣΗ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΟΥΝ ΣΤΟ ΕΚΑΣΤΟΤΕ ΕΞΥΠΗΡΕΤΟΥΜΕΝΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ:                                  

ΚΕΙΜΕΝΟ Α) Σε λόγο που εκφώνησε η αξιότιμη Πρόεδρος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων κ Θάνου σε πρόσφατη πανδικαστική συγκέντρωση είπε και τα εξής, αυτολεξεί: « Το υπηρεσιακό καθήκον των δικαστών επιβάλλει να ελέγχουν τις ενέργειες των κρατικών οργάνων και όταν προκύπτει ότι αυτές γίνονται κατά παράβαση του Συντάγματος και των νόμων, υποχρεούνται να τις κηρύσσουν αντισυνταγματικές,  παράνομες και κατ’  ακολουθίαν ανίσχυρες».

 Πολύ ορθά τα είπε η κ Θάνου, απηχώντας άλλωστε το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος, που υποχρεώνει τα δικαστήρια να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.

ΚΕΙΜΕΝΟ Β) Όμως στην προκειμένη εισαγγελική διάταξη με την οποία τέθηκε στο αρχείο (δηλαδή απορρίφθηκε – το διευκρινίζω για τους μη νομικούς αναγνώστες των ΜΚΔ) η αναφορά μου, περιέχονται και τα εξής, που συνιστούν την κεντρική σκέψη της και τον λόγο απόρριψης:

 « Η πλειοψηφία των μελών του ως άνω Δικαστηρίου (σημ.:δηλαδή του Μισθοδικείου), με την προαναφερόμενη κρίση της , αρχικώς αναγνωρίζει την παρανομία  που έχει συντελεσθεί με την χορήγηση στον Πρόεδρο της Ε.Ε.Τ.Τ. αποδοχών μεγαλύτερων από εκείνες των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, δυνάμει αντισυνταγματικών νομοθετικών διατάξεων και εν συνεχεία προβαίνει στην άρση της προκύπτουσας αντισυνταγματικότητας παρέχοντας και στους ανωτέρω ίδιες συνολικά αποδοχές με αυτές που η πολιτεία είχε καθορίσει να λαμβάνει ο Κρατικός Λειτουργός που κατείχε τη θέση του Προέδρου της Ε.Ε.Τ.Τ. Με τη ρύθμιση αυτή ουδόλως αναγορεύθηκε η παρανομία σε πηγή δικαίου (σημείωση: αυτό ισχυριζόμουν εγώ ο υποφαινόμενος), ούτε συνετελέσθη παράνομη μισθολογική επέκταση στους Δικαστές, τουναντίον αποκαταστάθηκε η συνταγματική νομιμότητα, σύμφωνα με την πάγια νομολογία των παραπάνω Ανωτάτων Δικαστηρίων».

 Δηλαδή η εισαγγελική διάταξη μας λέει ότι το Μισθοδικείο κήρυξε αντισυνταγματική και παράνομη τη νομοθεσία των αποδοχών του προέδρου ΕΕΤΤ. Αλλά αντί, κατά την ορθή και σύννομη λογική της κ Θάνου, να την κηρύξει και ανίσχυρη, την κατέστησε ΠΑΝΙΣΧΥΡΗ, πολλαπλασιάζοντας την ισχύ της επί 6000 φορές, επεκτείνοντάς την δηλαδή και στους 6000 δικαστές και τα μέλη του ΝΣΚ! 

ΠΡΟΣΟΧΗ, αναγνώστη των ΜΚΔ: Η κ Θάνου με την παραπάνω θέση της (κείμενο Α) υπερασπίσθηκε την δικαστική ακύρωση της περικοπής, το 2012, των δικαστικών αποδοχών με την αριθμ. 88/2013 απόφαση του Μισθοδικείου, που λέει ότι οι μνημονιακοί νόμοι 4046 και 4093/2012 που επέβαλαν αυτές τις περικοπές ήταν αντισυνταγματικοί και ως τέτοιοι κηρύχθηκαν από το δικαστήριο παράνομοι και ανίσχυροι. Έτσι  επανήλθαν οι δικαστικές αποδοχές εκεί που διαμορφώθηκαν υπό την επίδραση (ευτυχώς όχι την πλήρη εφαρμογή) της αριθμ. 13/2006 απόφασης του Μισθοδικείου. Αυτή όμως η απόφαση, ενώ επίσης δέχθηκε, όπως βεβαιώνει και επικροτεί η εισαγγελική διάταξη (κείμενο Β), ότι ήταν αντισυνταγματική η νομοθεσία καθορισμού των αποδοχών του προέδρου ΕΕΤΤ, ενώ δέχθηκε ότι ήταν παράνομη, αντί να την κηρύξει και αυτή ανίσχυρη την χρησιμοποίησε ως πανίσχυρο εκτοξευτήρα των δικαστικών αποδοχών στα ύψη!!!

 Σε δύο πολυσέλιδα άρθρα μου με τίτλο «Το κωλακρέτου γάλα» (έτσι λεγόταν σκωπτικά στην αρχαία Αθήνα ο μισθός των δικαστών) που έγραψα το 2008 και το 2010 στο περιοδικό ΕΝΩΠΙΟΝ, επίσημο όργανο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, χαρακτήριζα την απόφαση αριθμ. 13/2006 του Μισθοδικείου ως προδοσία της ιδέας της δικαιοσύνης. Και ο θαρραλέος αυτός Σύλλογος δημοσίευσε τα άρθρα μου! Ας κρίνει ο αναγνώστης των παραπάνω αντιπαραβαλλόμενων κειμένων της κ Θάνου και της εισαγγελικής διάταξης αν ο χαρακτηρισμός αυτός ήταν δίκαιος ή άδικος

 Εν πάση περιπτώσει αυτή η νομικά και ηθικά παράλογη, κατά πολύ ήπιο χαρακτηρισμό, άποψη, δηλαδή η δήθεν υποχρέωση του νομοθέτη να αναβαθμίζει τις δικαστικές αποδοχές κάθε φορά που χορηγεί ανώτερες αποδοχές σε κάποια κατηγορία λειτουργών ( ή, κατά την ακραία λογική της αριθμ. 13/2006 απόφασης του Μισθοδικείου, ακόμη και σε ένα άτομο!), αποτελεί πράγματι πάγια και πολύ προσοδοφόρα για τους δικαστές νομολογία των Ανωτάτων Δικαστηρίων από το 1986 και εντεύθεν, την οποία νομολογία παραθέτει και η εισαγγελική διάταξη. ΠΡΟΣΟΧΗ ΟΜΩΣ, ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ΤΩΝ ΜΚΔ: Επαναλαμβάνω ότι θέμα ποινικής ευθύνης των δικαστών του Μισθοδικείου  δεν τίθεται φυσικά – και δεν έθετα ούτε εγώ με την αναφορά μου – από τη συμμόρφωσή τους με αυτήν την, ηθικά απαράδεκτη,  νομολογία αλλά από το ότι ενώ γνώριζαν ότι η ΚΥΑ που καθόρισε τις αποδοχές του προέδρου ΕΕΤΤ ήταν παράνομη, ως κείμενη εκτός του πλαισίου του εξουσιοδοτικού νόμου, καθόσον παραβίαζε, χωρίς φυσικά εξουσιοδότηση, συνταγματικές διατάξεις, όπως δέχθηκε το ίδιο το Μισθοδικείο, εντούτοις την επεξέτειναν στους δικαστές και τα μέλη του ΝΣΚ. Για αυτό το θέμα δεν λέει τίποτε απολύτως η εισαγγελική διάταξη, μη έχοντας άλλωστε τι να πει.

    Είναι λοιπόν προφανής η χρησιμότητα ελέγχου αυτής της διάταξης και από Εσάς, κ Εισαγγελέα, διότι το σκεπτικό της δεν είναι πειστικό και ενέχει, νομίζω, τον κίνδυνο να δώσει την εντύπωση παραπειστικής αποφυγής  μείζονος και θορυβώδους θέματος σχετικά με τις αποδοχές των δικαστών και των μελών του ΝΣΚ.

Το Κράτος φοβούμενο νέες εξομοιώσεις των δικαστικών αποδοχών νομοθέτησε  ήδη ( άρθρο 57 Ν 3691/ 2008, ο ίδιος νόμος που έδωσε τις θηριώδεις αυξήσεις στους δικαστές) ότι απαγορεύονται στο δημόσιο τομέα αποδοχές μεγαλύτερες από εκείνες των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Και τίθεται το αμείλικτο ερώτημα: Αν σε κάποια περίπτωση παραβλέψει κάποιος υπουργός αυτή την απαγόρευση και δώσει σε κάποιον δημόσιο λειτουργό αποδοχές μεγαλύτερες από τις αποδοχές των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων και άρα παράνομες, ως αντικείμενες στο Ν 3691/ 2008, θα ακολουθήσει, ερωτάται, πάλι το Μισθοδικείο τη νομολογία που δέχθηκε και η αριθμ. 13/2006 απόφασή του, θα κρίνει δηλαδή και πάλι ότι με αυτήν την παράνομη πράξη του κρατικού οργάνου, του υπουργού, κλονίζεται η ισοτιμία των εξουσιών και «πλήττεται καίρια η δικαστική ανεξαρτησία» και υποχρεούται, τάχα, ο νομοθέτης να δώσει αυτές τις παράνομες αποδοχές και στους δικαστές για να αποκατασταθεί έτσι η συνταγματική τάξη, αλλιώς, αν δεν τις δώσει, θα παρανομήσει και θα ευθύνεται το Δημόσιο σε αποζημίωση των δικαστών κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ ; Υποθέτω ότι δεν παραφρονήσαμε τελείως ώστε να μη δώσουμε σ’ αυτήν την ερώτηση οι πάντες αρνητική απάντηση. Όντως, και αν ακόμη προσχωρήσουμε στην κρατούσα στη νομολογία άποψη ότι κάθε φορά που ο νομοθέτης παρέχει σε κάποιο δημόσιο λειτουργό αποδοχές μεγαλύτερες από τις δικαστικές υποχρεούται να αναβαθμίσει στο ίδιο ύψος και τις δικαστικές αποδοχές, προϋποτίθεται πάντως ότι οι πρώτες, προς τον δημόσιο λειτουργό, παρεχόμενες αποδοχές θα είναι τυπικά νόμιμες, δηλαδή δεν θα αντίκεινται σε τυπικό νόμο. Δεν υποχρεούται, δηλαδή, ο νομοθέτης να αναβαθμίσει τις δικαστικές αποδοχές στο ύψος μεγαλύτερων αλλά παράνομων αποδοχών. Πως λοιπόν επεκτάθηκαν στους δικαστές οι κηρυχθείσες από το Μισθοδικείο αντισυνταγματικές αποδοχές (και προσοχή, αναγνώστη, ακόμη και νομικέ: αντισυνταγματικές ως παραβιάζουσες τα άρθρα 26, 87, 88 παρ.2 Συντ. και όχι ως παραβιάζουσες το περί ισότητας άρθρο 4 Συντ., οπότε το θέμα τίθεται διαφορετικά και η αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης συντελείται πραγματικά μόνο με την επέκταση των άνισων αποδοχών προς τις υστερούσες) του προέδρου ΕΕΤΤ παρόλο που επίσης ήταν ακόμη και τυπικά, σε σχέση δηλαδή και προς τυπικό νόμο, παράνομες , με την μορφή της παρανομίας  να συνίσταται στο ότι η υπουργική απόφαση που τις καθόρισε βρισκόταν, κατά το υπερβάλλον τις δικαστικές αποδοχές μέρος, εκτός της χορηγηθείσας νομοθετικής εξουσιοδότησης, αφού η εξουσιοδότηση επέτρεπε, όπως προεξέθεσα, την «παρέκκλιση από ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις» και όχι φυσικά την παραβίαση συνταγματικών διατάξεων, όπως έκρινε το Μισθοδικείο;

Κυρία Εισαγγελέα,

συμβαίνει να είμαι πρόεδρος της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης, του μεγαλύτερου, του μητροπολιτικού ποντιακού σωματείου. Από τη θέση αυτή γνωρίζω δυστυχώς ότι οι υπερήλικοι συμπατριώτες μου Πόντιοι παλιννοστούντες από την πρώην ΕΣΣΔ, όπως και οι Βορειοηπειρώτες, βρίσκονται σε δεινή κατάσταση, πεθαίνουν, λόγω της στέρησης της σύνταξης των 330 ευρώ που τους έδινε η πολιτεία -και υπάρχουν, αλλοίμονο, και τρισχειρότερες και πιο επείγουσες καταστάσεις στο λαό. Και φυσικά το δύστυχο και ταπεινωμένο Κράτος μας, αν και οφείλει να κάνει τα πάντα, ελάχιστα και μηδαμινά μπορεί πλέον να κάνει για την επανόρθωση της αδικίας, λόγω της οικτρής κατάστασης των δημοσίων οικονομικών, για την οποία φταίνε πρωτίστως και οι δικαστικοί, ως σώμα, με τις αλαζονικές συντεχνιακές συμπεριφορές τους (επιβιώνει δυστυχώς το πνεύμα του Ελευθερίου Βενιζέλου, πνεύμα δηλαδή άλλων εποχών, ο οποίος έλεγε ότι «Εκεί όπου τελειώνει η υπαλληλική ιεραρχία θα αρχίζει πάντοτε η δικαστική τοιαύτη») που ενώ είναι και αυτοί απλοί εργαζόμενοι όπως όλοι μας και τίποτε περισσότερο, που οφείλουν να κάνουν τη δουλειά τους χρησιμοποιώντας πρωτίστως τη γνώση του Νόμου αλλά και μια γερή και καλλιεργημένη συνείδηση ως εργαλείο δουλειάς, όπως ο εργάτης τα γερά και επιδέξια χέρια του, έχουν εντούτοις ως συντεχνία την αναχρονιστική αντίληψη ότι είναι οι εκλεκτοί του Κράτους, που οφείλει τάχα να τους αμείβει πλουσιοπάροχα για λόγους προστασίας του κύρους της Δικαιοσύνης, λέτε και δεν είναι περιττό το κύρος για τη Δικαιοσύνη, αν αυτή διαθέτει γνώση του Νόμου και αυστηρή αποφασιστικότητα να τον εφαρμόσει, φυσικά δε και ακέραιη συνείδηση και λέτε και χρειάζεται εν πάση περιπτώσει να περιτειχισθεί αυτό το κύρος με «τούβλα» από ευρώ για να προστατευθεί. Η αληθινή Δικαιοσύνη, κατά τον ορφικό ύμνο της «το πλέον στυγαίει, ισότητι δε χαίρει», δηλαδή μισεί την πλεονεξία και χαίρεται με την ισότητα. Δυστυχώς η υπόθεση των δικαστικών αποδοχών δίνει την εικόνα μιας  Δικαιοσύνης που καθόλου δεν μισεί «το πλέον». Και έφτασε μάλιστα στο σημείο, για να υπερασπισθεί αυτό «το πλέον», που απέσπασε από το δύστυχο Κράτος μας με την αριθμ. 13/2006 απόφαση του Μισθοδικείου, πρωτοφανή στην παγκόσμια ιστορία της δικαιοσύνης, αφού οι αδιανόητα υψηλές αποδοχές ενός ατόμου έγιναν λόγος αναβάθμισης στο ίδιο, αναλογικά, ύψος των αποδοχών 6000 ατόμων, των δικαστών και των μελών του ΝΣΚ, έφτασε λέω στο σημείο να κάνει πολύμηνη παράνομη, απαγορευμένη από το Σύνταγμα (άρθρο 23) απεργία! Και αφήνω το γεγονός ότι με τέτοιου είδους αποφάσεις για τα δικαστικά συντεχνιακά συμφέροντα έφτασε η Δικαιοσύνη να αντιποιείται τη νομοθετική εξουσία σε θέματα προϋπολογισμού! Αφήνω και το ότι ενώ με το νόμο 3203/2003 η βάση υπολογισμού (με χρήση συντελεστών) των δικαστικών αποδοχών είναι ο μισθός του πρωτοδίκη, η απόφαση 13/2006 του Μισθοδικείου καθόρισε εν ψυχρώ ως βάση υπολογισμού τις αποδοχές των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων! Δηλαδή η αυθαιρεσία της δικαστικής εξουσίας για τα συμφέροντα των λειτουργών της έφτασε σε σημείο επικίνδυνο! Όσο θα δειλιάζουμε να καταγγέλλουμε αυτήν την πραγματικότητα, τόσο θα αυξάνει ο εκτραχηλισμός της δικαστικής συντεχνιακής αλαζονείας, αυτού του υπαρκτού, έστω και ασυναίσθητου από τους ίδιους και ανομολόγητου από την κοινωνία μας, φαινομένου, και τόσο θα πηγαίνουμε ως έθνος από το κακό στο χειρότερο. (Παρέκβαση: Ωστόσο κάθε δίκαιος άνθρωπος οφείλει να παραδεχθεί ότι οι περικοπές στις δικαστικές αποδοχές το 2012 ήταν πράγματι υπερβολικές και ίσως οφείλονταν σε ανάρμοστη εκδικητική διάθεση του Κράτους για τον αυτόχρημα εκβιαστικό τρόπο με τον οποίο «επιτεύχθηκαν» αυτές οι αποδοχές).    

  Κυρία Εισαγγελέα, με την ίδια την συνυποβαλλόμενη εισαγγελική διάταξη διαβιβάστηκε η δικογραφία στον Άρειο Πάγο λόγω αναφοράς μου σε ευθύνες των τότε υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών, διότι μετά τον χαρακτηρισμό από το Μισθοδικείο των αποδοχών του προέδρου ΕΕΤΤ ως αντισυνταγματικών δεν τις περιέκοψαν, όπως είχαν απόλυτο και αναντίλεκτο υπηρεσιακό – πέρα από  το ηθικό και πολιτικό – καθήκον, κατά το υπερβάλλον τις δικαστικές αποδοχές μέρος, με συνέπεια την πρωτοφανή, κατά τα ανωτέρω, ζημία του Δημοσίου, διότι αυτές οι αποδοχές  χρησιμοποιήθηκαν για τα αναδρομικά και τις θηριώδεις αυξήσεις των δικαστών. Παρακαλώ όθεν όπως, όταν θα ενεργήσετε σ’ αυτήν την κατεύθυνση τα νόμιμα, να λάβετε υπόψη και το παρόν υπόμνημα.

 Κοινοποιώ την παρούσα στους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών και Θεσσαλονίκης καθώς και στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, διότι φρονώ ότι η υπόθεση αυτή πρέπει να προβληματίσει ιδίως τους σπουδαιότερους φορείς του νομικού κόσμου της Χώρας.