Επιτροπή για τη Δημοκρατία μέσω του Δικαίου – Κώδικας Ορθών Πρακτικών επί εκλογικών ζητημάτων

                Οδηγίες και επεξηγηματική έκθεση

european-commission-for-democracy-through-law-venice-commission-1-638

Η ‘Επιτροπή για τη Δημοκρατία μέσω του Δικαίου’ κυρίως γνωστή ως Επιτροπή της Βενετίας αποτελεί συμβουλευτικό σώμα του Συμβουλίου της Ευρώπης και καθιερώθηκε το 1990. Βασική αποστολή της, να ηγηθεί μετά την πτώση του τείχους της υιοθέτησης Συνταγμάτων στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, τα οποία να εναρμονίζονται με τα πρότυπα της ευρωπαϊκής συνταγματικής κληρονομιάς. Η Επιτροπή της Βενετίας σταδιακά διεύρυνε τον αρχικό της ρόλο με αποτέλεσμα σήμερα να θεωρείται όχι μόνο ένα όργανο ‘συνταγματικής αρχιτεκτονικής’ αλλά μια διεθνώς αναγνωρισμένη δεξαμενή σκέψεων (think tank), που συμβάλει στη διάχυση των θεμελιακών αξιών του ευρωπαϊκού συνταγματισμού και πέρα από τα όρια της ευρωπαϊκής ηπείρου, καθοδηγώντας διεθνείς συνταγματικές δράσεις και παρεμβάσεις.

Βασικός στόχος της Επιτροπής της Βενετίας είναι η διάδοση και ολοκλήρωση των τριών πυλώνων της ευρωπαϊκής δημοκρατικής κληρονομίας, δημοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα και κράτος δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή γνωμοδοτεί ελέγχοντας τη δημοκρατικότητα εκλογικών ή δημοψηφισματικών διαδικασιών, καθώς και της απαγόρευσης κομμάτων, ενώ μεταφέρει συνταγματική τεχνογνωσία μέσα από τη συνεργασία της με τους ενδιαφερόμενους εταίρους, τα εθνικά Δικαστήρια, τη συνταγματική και νομική θεωρία και τους εθνικούς Συνηγόρους του Πολίτη

Κατά την άποψη της Επιτροπής, το δίκαιο δε συνιστά μια απλή προϋπόθεση, έναν παράγοντα δημοκρατίας αλλά είναι το ίδιο ταυτισμένο με τη δημοκρατία. Μια ουσιαστική, πραγματική δημοκρατία δεν είναι κατά τη συλλογιστική αυτή δυνατόν να λειτουργήσει χωρίς το κατάλληλο εκείνο δικαιϊκό πλαίσιο το οποίο να παρέχει τους κανόνες οι οποίοι διασφαλίζουν το δημοκρατικό fair play και οι οποίοι λειτουργούν ως ανάχωμα και εγγύηση έναντι της αυθαιρεσίας.

Ένα από τα σημαντικότερα κείμενα τις επιτροπής είναι ο ‘Κώδικας Ορθών Πρακτικών για τα Εκλογικά Ζητήματα’ που σας παρουσιάζουμε. και ο οποίος. μπορεί να γονιμοποιήσει μια κριτική αποτίμηση για τους δημοκρατικούς θεσμούς και τη νομοθετική και πρακτική τους υλοποίηση στην Ελλάδα.

.

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Στρασβούργο, 23 Μαΐου 2003 CDL-AD (2002) 23 rev
Γνωμάτευση Ν. 190/2002 Or.Fr.

ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΝΟΜΟΥ

(ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ)

ΚΩΔΙΚΑΣ ΟΡΘΩΝ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ
ΕΠΙ ΕΚΛΟΓΙΚΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ

 

ΟΔΗΓΙΕΣ
ΚΑΙ ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
Θεσπισμένη από την Επιτροπή της Βενετίας
στην 52η συνοδό της
(Βενετία, 18-19 Οκτωβρίου 2002)

 

Περιεχόμενα                

ΕΙΣΑΓΩΓΗ………………………………………………………………….4

ΟΔΗΓΙΕΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ θεσπισμένες από την Επιτροπή της Βενετίας στην 51η με πλήρη απαρτία Σύνοδό της (Βενετία, 5-6 Ιουλίου 2002) …………………………..5

ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ θεσπισμένη από την Επιτροπή της Βενετίας στην 52α με πλήρη απαρτία Σύνοδό της (Βενετία, 18-19 Οκτωβρίου 2002)…………………..12

Γενικές παρατηρήσεις ……………………………………………….12

Ι. Οι θεμελιώδεις αρχές της Ευρωπαϊκής εκλογικής κληρονομιάς ………………….12
Εισαγωγή: οι αρχές και η νομική τους βάση ………………………………………………12
1.Καθολικό δικαίωμα ψήφου

• Κανόνας και εξαιρέσεις …………………………………………………………..13
• Εκλογικοί κατάλογοι……………………………….14
• Υποβολή υποψηφιοτήτων……………………………………15

2.Ισότητα ψήφου
• Ίσα δικαιώματα ψήφου……………………………….15
• Ισοδυναμία ψήφου……………………………………………16
• Ισότητα ευκαιριών……………………………….17
• Ισότητα και εθνικές μειονότητες…………………….17
• Ισότητα και ισοτιμία των φύλων……………………………………………….18

3.Ελεύθερη ψηφοφορία
• Ελευθερία των ψηφοφόρων να διαμορφώνουν άποψη……………….18
• Ελευθερία των ψηφοφόρων να εκφράζουν τις επιθυμίες τους και να μάχονται
την εκλογική απάτη ………………………….19
•Γενικά ………………………………………………………………19
• Διαδικασίες ψηφοφορίας………….………………..….19
• Ψηφοφορία μέσω ταχυδρομείου ή με πληρεξούσιο σε ορισμένες περιστάσεις.20
• Στρατιωτική ψηφοφορία ……………………………………………20
• Μηχανικές και ηλεκτρονικές μέθοδοι ψηφοφορίας ………………………………20
•Καταμέτρηση……………………………………21
• Μεταφέροντας τα αποτελέσματα…………………………21

4.Μυστική ψηφοφορία……………………………………………….22
5.Άμεση ψηφοφορία…………………………………………………………..22
6.Συχνότητα των εκλογών………………………………………………..23

ΙΙ. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των αρχών…………………………………..24
Σεβασμός για τα θεμελιώδη δικαιώματα……………………………..24
Ρυθμιστικά επίπεδα και σταθερότητα του εκλογικού νόμου…………………..25
Μέτρα προστασίας της διαδικασίας……………………………………………. 25
• Διοργάνωση των εκλογών από αμερόληπτο σώμα…………………….… .25
• Παρακολούθηση-επίβλεψη των εκλογών………………………………….…..27
• Ένα αποτελεσματικό σύστημα προσφυγής…………………………………28
• Οργάνωση και λειτουργία των σταθμών δημοσκόπησης…….……….…..30
• Χρηματοδότηση……………………………………….….…………….30
• Ασφάλεια……………………………………………….….……….….30

Συμπέρασμα………………………………………………………….……31
  

Εισαγωγή

Στις 8 Νοεμβρίου 2001 η Μόνιμη Επιτροπή της Κοινοβουλευτικής Συνόδου, ενεργώντας για λογαριασμό της Συνόδου, εξέδωσε Ψήφισμα Νο 1264 (2001) καλώντας την Επιτροπή της Βενετίας:

α) να συστήσει ομάδα εργασίας, που να περιλαμβάνει εκπροσώπους της Κοινοβουλευτικής Συνόδου, το Κογκρέσο των Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών της Ευρώπης (CLRAE) και πιθανόν άλλους οργανισμούς με εμπειρία στο θέμα, με σκοπό την διευθέτηση προβλημάτων σχετικών με τις εκλογές σε τακτική βάση.

β) να συντάξει έναν κώδικα ορθών πρακτικών σε θέματα εκλογών, ο οποίος θα μπορούσε να εμπεριέχει, μεταξύ άλλων, τις κατευθυντήριες γραμμές, που παρατίθενται στο προσάρτημα με το επεξηγηματικό υπόμνημα της έκθεσης, στην οποία βασίζεται αυτό το ψήφισμα (Έγγραφο 9267), με την προϋπόθεση ότι αυτός ο κώδικας θα πρέπει να περιλαμβάνει κανόνες και για την προεκλογική περίοδο, και για τις ίδιες τις εκλογές και για την περίοδο αμέσως μετά την ψηφοφορία.

γ) όσο το επιτρέπουν οι οικονομικοί πόροι της, να καταρτίσει μια λίστα με τις βασικές αρχές των Ευρωπαϊκών εκλογικών συστημάτων συντονίζοντας, τυποποιώντας και αναπτύσσοντας και τις τρέχουσες και τις προγραμματισμένες έρευνες και δραστηριότητες. Μεσοπρόθεσμα, τα στοιχεία, που θα συλλέγονται σχετικά με τις Ευρωπαϊκές εκλογές, θα πρέπει να εισάγονται σε μια βάση δεδομένων, να αναλύονται και να διαδίδονται από εξειδικευμένο κλιμάκιο.

Οι παρακάτω οδηγίες αποτελούν μια συγκεκριμένη απάντηση στις τρεις πτυχές αυτού του ψηφίσματος. Θεσπίστηκαν από το Συμβούλιο για Δημοκρατικές Εκλογές – την ομάδα που εργάζεται από κοινού, όπως προβλέπεται από το ψήφισμα της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης – στη δεύτερη συνάντηση των μελών του (3 Ιουλίου 2002) και στη συνέχεια από την Επιτροπή της Βενετίας κατά την 51η Σύνοδό της (5-6 Ιουλίου 2002). Βασίζονται στις γενικές αρχές της εκλογικής κληρονομιάς της Ευρώπης. Τέλος, και πάνω απ’όλα, αποτελούν τον πυρήνα ενός κώδικα ορθών πρακτικών σε θέματα εκλογών.

Η επεξηγηματική έκθεση αναλύει τις αρχές, που τίθενται στις κατευθυντήριες γραμμές, δίνοντας τον ορισμό τους και αποσαφηνίζοντάς τον και, όπου απαιτείται, παραπέμπει για λεπτομέρειες. Η έκθεση εγκρίθηκε από το Συμβούλιο για Δημοκρατικές Εκλογές στην 3η συνάντηση των μελών του (16 Οκτωβρίου 2002), και στη συνέχεια από την Επιτροπή της Βενετίας κατά την 52η Σύνοδό της (18-19 Οκτωβρίου 2002).

Ο κώδικας ορθής πρακτικής σε θέματα εκλογών εγκρίθηκε από την Κοινοβουλευτική Σύνοδο του Συμβουλίου της Ευρώπης στη σύνοδο του 2003 – το πρώτο μέρος και από το Κογκρέσο των Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών της Ευρώπης κατά την εαρινή σύνοδο του 2003.
Όπως ζητήθηκε με το ψήφισμα της Κοινοβουλευτικής Συνόδου, το έγγραφο αυτό βασίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές, που έχουν προσαρτηθεί στο επεξηγηματικό υπόμνημα της έκθεσης, στην οποία βασίστηκε το ψήφισμα της Συνόδου (Έγγρ. 9267). Επίσης, βασίστηκε στις εργασίες της Επιτροπής της Βενετίας στο εκλογικό πεδίο, όπως συνοψίζεται στο έγγραφο CDL (2002) 7.

 

ΟΔΗΓΙΕΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ

θεσπισμένες από την Επιτροπή της Βενετίας
στην 51η με πλήρη απαρτία Σύνοδό της
(Βενετία, 5-6 Ιουλίου 2002)

Ι. Οι αρχές της Ευρωπαϊκής εκλογικής κληρονομιάς

Οι πέντε αρχές που διέπουν την εκλογική κληρονομιά της Ευρώπης είναι καθολική, ισότιμη, ελεύθερη, μυστική και άμεση ψηφοφορία. Επιπλέον, οι εκλογές θα πρέπει να διενεργούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα.

1.1 Καθολική ψηφοφορία

1.1.1 Κανόνας και εξαιρέσεις

Καθολική ψηφοφορία σημαίνει κατ ‘αρχήν ότι όλα τα ανθρώπινα όντα έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Το δικαίωμα αυτό μπορεί, ωστόσο, και μάλιστα θα πρέπει, να υπόκειται σε ορισμένους όρους:

Α. Ηλικία: 
 Ι. Το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι θα πρέπει να υπόκειται σε μια ελάχιστη ηλικία. 
 II. Το δικαίωμα ψήφου θα πρέπει να αποκτηθεί, το αργότερο, στην ηλικία της ενηλικίωσης. 
 III. Το δικαίωμα του εκλέγεσθαι θα πρέπει, κατά προτίμηση, να αποκτηθεί στην ίδια ηλικία με το δικαίωμα του εκλέγειν και σε κάθε περίπτωση όχι αργότερα από την ηλικία των 25 ετών, εκτός 
 εάν υπάρχουν συγκεκριμένες ηλικίες, που προαπαιτούνται για ορισμένες θέσεις (π.χ. μέλος της Άνω Βουλής στη Βρετανία, Αρχηγός Κράτους).

Β. Εθνικότητα: 
 Ι. Ιθαγένεια θα πρέπει να απαιτείται.
 ΙΙ. Ωστόσο, θα ήταν σκόπιμο για τους αλλοδαπούς να τους επιτρέπεται να ψηφίζουν στις τοπικές εκλογές μετά από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα παραμονής.

Γ. Τόπος διαμονής:
 Ι. Τόπος διαμονής θα πρέπει να απαιτείται.
 II. Τόπος διαμονής σε αυτή την περίπτωση σημαίνει τον συνήθη τόπο διαμονής.
 ΙΙΙ. Διάρκεια διαμονής σε ένα τόπο θα πρέπει να απαιτείται από πολίτες αποκλειστικά για
τοπικές ή περιφερειακές εκλογές. 
 IV. Η απαιτούμενη περίοδος διαμονής δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τους έξι μήνες. Ένα
μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μπορεί να απαιτείται μόνο για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων.V. Το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι θα πρέπει να αναγνωρίζεται σε πολίτες που διαμένουν στο εξωτερικό.

Δ. Στέρηση του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι: 
 Ι. Μπορεί να προβλέπεται η στέρηση του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, αλλά μόνον υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: 
 II. Θα πρέπει να προβλέπεται από το νόμο.
 ΙΙΙ. Θα πρέπει να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Οι συνθήκες στέρησης του δικαιώματος του εκλέγεσθαι θα πρέπει να είναι λιγότερο αυστηρές από ό, τι για τη στέρηση αυτού του εκλέγειν.
 IV. Η στέρηση θα πρέπει να βασίζεται σε διανοητική ανικανότητα ή ποινική καταδίκη για 
σοβαρό αδίκημα. V. Επιπλέον, η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων ή η διαπίστωση της διανοητικής ανικανότητας θα πρέπει να επιβάλλεται μόνο με ρητή απόφαση του δικαστηρίου.

1.2 Εκλογικοί κατάλογοι

Η εκπλήρωση των ακόλουθων κριτηρίων είναι απαραίτητη προκειμένου να είναι αξιόπιστοι οι εκλογικοί κατάλογοι: 
 Ι. Οι εκλογικοί κατάλογοι θα πρέπει να είναι μόνιμοι.
 II. Θα πρέπει να υπάρχει τακτική επικαιροποίηση, τουλάχιστον μία φορά το χρόνο. Σε περίπτωση που οι ψηφοφόροι δεν έχουν εγγραφεί αυτόματα, η καταχώριση θα πρέπει να είναι δυνατή για ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα. 
 ΙΙΙ. Οι εκλογικοί κατάλογοι θα πρέπει να δημοσιεύονται. 
 IV. Θα πρέπει να υπάρχει μια διοικητική διαδικασία – που θα υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο – ή μια δικαστική διαδικασία, που θα επιτρέπει την εγγραφή των ψηφοφόρων που δεν έχουν καταχωρηθεί. Η 
εγγραφή δεν θα πρέπει να πραγματοποιείται στο εκλογικό κέντρο την ημέρα των εκλογών. 
 V. Mια παρόμοια διαδικασία θα πρέπει να επιτρέπει στους ψηφοφόρους να τροποποιούν λανθασμένες εγγραφές.
 VI. Ένα συμπληρωματικό μητρώο θα μπορεί να αποτελεί μέσον παροχής δικαιώματος ψήφου σε πρόσωπα που μετακινήθηκαν ή έφθασαν τη νόμιμη ηλικία ψήφου από την τελική δημοσίευση του μητρώου.

1.3 Υποβολή υποψηφιοτήτων

Ι. Η παρουσίαση των επιμέρους υποψηφίων ή των καταλόγων των υποψηφίων προϋποθέτει
την συλλογή ενός ελάχιστου αριθμού υπογραφών. 
II. Ο νόμος δεν θα πρέπει να απαιτεί τη συλλογή των υπογραφών άνω του 1% των ψηφοφόρων 
της αντίστοιχης εκλογικής περιφέρειας. 
ΙΙΙ. Ο έλεγχος των υπογραφών πρέπει να διέπεται από σαφείς κανόνες, ιδίως όσον αφορά τις
προθεσμίες. 
IV. Η διαδικασία ελέγχου θα πρέπει να καλύπτει κατ ‘αρχήν όλες τις υπογραφές. Ωστόσο, εφόσον έχει καθοριστεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο απαιτούμενος αριθμός υπογραφών έχει 
συλλεγεί, οι υπόλοιπες υπογραφές δεν χρειάζεται να ελεγχθούν. 
V. Η επικύρωση των υπογραφών θα πρέπει να ολοκληρωθεί μέχρι την έναρξη της προεκλογικής εκστρατείας. 
VI. Εάν απαιτείται κατάθεση χρηματικού ποσού, θα πρέπει να επιστρέφεται σε περίπτωση που ο υποψήφιος ή το κόμμα υπερβαίνουν ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Το ποσό και το αποτέλεσμα που απαιτούνται δεν θα πρέπει να είναι υπερβολικά.

2. Ισότητα ψήφου

Αυτό συνεπάγεται:

2.1. Ισάριθμα δικαιώματα ψήφου: Κάθε ψηφοφόρος έχει κατ ‘αρχήν μία ψήφο. Όπου το εκλογικό σύστημα παρέχει στους ψηφοφόρους περισσότερες από μία ψήφο, ο κάθε ψηφοφόρος έχει τον ίδιο αριθμό ψήφων.

2.2. Ισοδυναμία ψήφων: Οι έδρες θα πρέπει να κατανέμονται ομαλά μεταξύ των εκλογικών περιφερειών.

Ι. Αυτή θα πρέπει να εφαρμόζεται τουλάχιστον σε εκλογές για μικρότερα κοινοβούλια και σε περιφερειακές και τοπικές εκλογές. 
II. Θα συνεπάγεται μια σαφή και ισορροπημένη κατανομή των εδρών μεταξύ των εκλογικών περιφερειών επί τη βάσει ενός εκ των ακολούθων κριτηρίων κατανομής: πληθυσμό, αριθμό μονίμων κατοίκων-πολιτών (συμπεριλαμβανομένων των ανηλίκων), αριθμό εγγεγραμμένων ψηφοφόρων και, ενδεχομένως, τον αριθμό όσων πραγματικά ψηφίζουν. Μπορεί να προβλεφθεί κατάλληλος συνδυασμός αυτών των κριτηρίων. 
III. Το γεωγραφικό κριτήριο και διοικητικά ή, ενδεχομένως, ακόμα και ιστορικά όρια μπορούν να ληφθούν υπόψη.

IV. Η επιτρεπόμενη απόκλιση από τον κανόνα δεν θα πρέπει να είναι πάνω από 10%, και θα πρέπει σίγουρα να μην υπερβαίνει το 15​​%, εκτός από ειδικές περιπτώσεις (προστασία συγκεντρωμένης 
μειονότητας, αραιοκατοικημένη διοικητική μονάδα). 
V. Για να διασφαλιστεί η ισοδυναμία ψήφου, η κατανομή των εδρών θα πρέπει να αναθεωρείται 
τουλάχιστον κάθε δέκα χρόνια, κατά προτίμηση εκτός των εκλογικών περιόδων. 
VI. Με εκλογικές περιφέρειες πολλών μελών, οι έδρες θα πρέπει κατά προτίμηση να αναδιανέμονται χωρίς να επαναπροσδιορίζονται τα όρια της εκλογικής περιφέρειας, τα οποία θα πρέπει, όπου είναι δυνατόν, να συμπίπτουν με τα διοικητικά όρια. 
VII. Όταν τα όρια των εκλογικών περιφερειών επαναπροσδιορίζονται – πράγμα το οποίο θα πρέπει να συμβαίνει σε ένα μονομελές σύστημα – θα πρέπει να γίνεται: 
- αμερόληπτα, 
- χωρίς αρνητικές συνέπειες για τις εθνικές μειονότητες, 
- λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη της επιτροπής, η πλειοψηφία των μελών της οποίας είναι 
ανεξάρτητη. Η επιτροπή αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει κατά προτίμηση ένα γεωγράφο, ένα κοινωνιολόγο, μια ισορροπημένη εκπροσώπηση των κομμάτων και, αν χρειαστεί, εκπροσώπους των εθνικών μειονοτήτων.

2.3. Ισότητα ευκαιριών

α. Η ισότητα των ευκαιριών πρέπει να εξασφαλίζεται τόσο για τα κόμματα όσο και για τους υποψηφίους. Αυτό συνεπάγεται μια ουδέτερη στάση από τις κρατικές αρχές, ιδίως όσον αφορά: 
 Ι. την προεκλογική εκστρατεία, 
 II. την κάλυψη από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ιδίως από τα δημόσια ΜΜΕ,
 ΙΙΙ. τη δημόσια χρηματοδότηση των κομμάτων και των εκστρατειών.
β. Ανάλογα με το θέμα, η ισότητα μπορεί να είναι αυστηρή ή αναλογική. Αν είναι αυστηρή, 
τα πολιτικά κόμματα αντιμετωπίζονται επί ίσοις όροις, ανεξαρτήτως της τρέχουσας κοινοβουλευτικής τους δύναμης ή υποστήριξης από το εκλογικό σώμα. Αν είναι αναλογική, τα πολιτικά κόμματα πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά τις εκλογές. Η ισότητα των ευκαιριών εφαρμόζεται ιδίως στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση air-time, στη διάθεση δημοσίων κεφαλαίων και σε άλλες μορφές υποστήριξης.
γ. Σύμφωνα με την ελευθερία της έκφρασης, θα πρέπει να γίνει νομοθετική ρύθμιση για τη διασφάλιση μιας ελάχιστης πρόσβασης σε ιδιόκτητα οπτικοακουστικά μέσα, σε σχέση με την 
προεκλογική εκστρατεία και τη διαφήμιση, για όλους τους συμμετέχοντες στις εκλογές.
δ. Η χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων, των υποψηφίων και της προεκλογικής εκστρατείας πρέπει να είναι διαφανής.
ε. Η αρχή της ισότητας των ευκαιριών μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να οδηγήσει σε περιορισμό των δαπανών των πολιτικών κομμάτων, ειδικά στη διαφήμιση.

2.4. Ισότητα και εθνικές μειονότητες
α. Κόμματα που εκπροσωπούν εθνικές μειονότητες θα πρέπει να επιτρέπονται.

β. Ειδικοί κανόνες για την εξασφάλιση εδρών υπέρ των εθνικών μειονοτήτων ή κανόνες που προβλέπουν εξαιρέσεις στα συνήθη κριτήρια κατανομής των εδρών για τα κόμματα, που εκπροσωπούν εθνικές μειονότητες (για παράδειγμα, η απαλλαγή από την απαίτηση απαρτίας), δεν αντίκεινται στην αρχή της ισοτιμίας ως προς το δικαίωμα ψήφου.

γ. Ούτε οι υποψήφιοι ούτε οι ψηφοφόροι πρέπει να βρεθούν υποχρεωμένοι να αποκαλύψουν ότι είναι μέλη μιας εθνικής μειονότητας.

2.5. Ισότητα και ισοτιμία των φύλων

Οι νομικοί κανόνες, που απαιτούν ένα ελάχιστο ποσοστό ατόμων του κάθε φύλου μεταξύ των υποψηφίων, δεν θα πρέπει να θεωρηθούν ως αντίθετοι προς την αρχή της ισοτιμίας ως προς το δικαίωμα ψήφου, εφόσον έχουν συνταγματική βάση.

3. Ελεύθερη ψηφοφορία

3.1. Η ελευθερία των ψηφοφόρων να διαμορφώνουν άποψη

α. Οι κρατικές αρχές οφείλουν να τηρούν ουδετερότητα. Πιο συγκεκριμένα, αυτό αφορά:
Ι. τα μέσα μαζικής ενημέρωσης
II. την τοιχοκόλληση
ΙΙΙ. το δικαίωμα διαδήλωσης
IV. την χρηματοδότηση των κομμάτων και των υποψηφίων.

β. Οι δημόσιες αρχές έχουν μια σειρά από ρητές υποχρεώσεις. Μεταξύ άλλων, θα πρέπει:
Ι. να υποβάλλουν τις υποψηφιότητες που έλαβαν στο εκλογικό σώμα
II. να δώσει την δυνατότητα στους ψηφοφόρους να πληροφορηθούν τις λίστες και τους υποψηφίους για τις εκλογές, για παράδειγμα, μέσω κατάλληλων τοιχοκολλήσεων.
ΙΙΙ. Οι παραπάνω πληροφορίες πρέπει να είναι διαθέσιμες στις γλώσσες των εθνικών μειονοτήτων.

γ. Οι κυρώσεις πρέπει να επιβάλλονται σε περίπτωση παραβίασης της ουδετερότητας και της ελευθερίας των ψηφοφόρων να διαμορφώνουν άποψη.

3.2. Η ελευθερία των ψηφοφόρων να εκφράζουν τις επιθυμίες τους και η δράση για την καταπολέμηση της εκλογικής απάτης

Ι. Οι διαδικασίες ψηφοφορίας θα πρέπει να είναι απλές.

II. Οι ψηφοφόροι θα πρέπει να έχουν πάντα τη δυνατότητα να ψηφίζουν σε εκλογικό κέντρο. Άλλα μέσα ψηφοφορίας είναι αποδεκτά υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

ΙΙΙ. Θα πρέπει να επιτρέπεται η ταχυδρομική ψηφοφορία μόνον εφόσον η ταχυδρομική υπηρεσία είναι ασφαλής και αξιόπιστη. Το δικαίωμα ψήφου μέσω ταχυδρομείου θα πρέπει να περιορίζεται σε ανθρώπους που είναι στο νοσοκομείο ή στη φυλακή ή σε άτομα με μειωμένη κινητικότητα ή σε εκλογείς που διαμένουν στο εξωτερικό. Η απάτη και ο εκφοβισμός δεν θα πρέπει να είναι δυνατοί.


IV. H ηλεκτρονική ψηφοφορία θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εάν είναι ασφαλής και αξιόπιστη. Ειδικότερα, οι ψηφοφόροι θα πρέπει να είναι σε θέση να λάβουν επιβεβαίωση της ψήφου τους και να τη διορθώσουν, αν είναι απαραίτητο, τηρώντας μυστική ψηφοφορία. Το σύστημα θα πρέπει να είναι διαφανές.


V. Πολύ αυστηροί κανόνες θα πρέπει να εφαρμόζονται σε ψηφοφορία μέσω πληρεξουσίου. Ο αριθμός των πληρεξουσίων, που ένας μόνο ψηφοφόρος μπορεί να κατέχει, θα πρέπει να είναι περιορισμένος.


VI. Kινητές κάλπες θα πρέπει να επιτρέπονται μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις, αποφεύγοντας όλους τους κινδύνους της απάτης.


VII. Τουλάχιστον δύο κριτήρια θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για να εκτιμηθεί η ακρίβεια του αποτελέσματος της ψηφοφορίας: ο αριθμός των ψηφισάντων και ο αριθμός των ψηφοδελτίων, που τοποθετήθηκαν στην κάλπη.


VIII. Τα ψηφοδέλτια δεν θα πρέπει να αλλοιώνονται ή να σημειώνονται με οποιονδήποτε τρόπο από τους υπαλλήλους του εκλογικού κέντρου.

IX. Αχρησιμοποίητα ψηφοδέλτια δεν πρέπει ποτέ να φεύγουν από το εκλογικό κέντρο. 


X. Τα εκλογικά τμήματα θα πρέπει να περιλαμβάνουν εκπροσώπους από έναν αριθμό κομμάτων, και η παρουσία των παρατηρητών, που διορίζονται από τους υποψηφίους, θα πρέπει να επιτρέπεται κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας και της καταμέτρησης.


XI. Το στρατιωτικό προσωπικό θα πρέπει να ψηφίζει στον τόπο διαμονής του, όποτε είναι δυνατόν. 
Σε αντίθετη περίπτωση, είναι σκόπιμο να εγγραφεί για να ψηφίζει στο εκλογικό κέντρο το πλησιέστερο στον τόπο εργασίας του. 


XII. Η καταμέτρηση είναι προτιμότερο να λαμβάνει χώρα σε εκλογικά κέντρα. 


XIII. Η καταμέτρηση πρέπει να είναι διαφανής. Οι παρατηρητές, οι εκπρόσωποι των υποψηφίων και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης θα πρέπει να επιτρέπεται να είναι παρόντες. Αυτά τα άτομα θα πρέπει επίσης να έχουν πρόσβαση στα αρχεία. 


XIV. Τα αποτελέσματα θα πρέπει να διαβιβάζονται στο ανώτερο επίπεδο με ανοικτό τρόπο. 


XV. Το κράτος θα πρέπει να τιμωρεί κάθε είδους εκλογική νοθεία.

4. Μυστική ψηφοφορία

a. Για τον ψηφοφόρο, το απόρρητο της ψήφου είναι όχι μόνο δικαίωμα αλλά και καθήκον. Η μη συμμόρφωση θα πρέπει να τιμωρείται με αποκλεισμό παντός ψηφοδέλτιου, το περιεχόμενο του οποίου έχει αποκαλυφθεί.
β. Η ψηφοφορία πρέπει να είναι ατομική. Οικογενειακή ψήφος και κάθε άλλη μορφή ελέγχου από ένα ψηφοφόρο πάνω στη ψήφο του άλλου θα πρέπει να απαγορεύεται.
γ. Ο κατάλογος των προσώπων που πραγματικά ψηφίζουν δεν θα πρέπει να δημοσιεύεται.
δ. Η παραβίαση της μυστικής ψηφοφορίας θα πρέπει να τιμωρείται.

5. Άμεση ψηφοφορία
Τα ακόλουθα θα πρέπει να εκλέγονται με άμεση ψηφοφορία: 
Ι. τουλάχιστον ένα τμήμα του εθνικού κοινοβουλίου.
II. υπο-εθνικά νομοθετικά όργανα. 
ΙΙΙ. τοπικά συμβούλια.

6. Συχνότητα των εκλογών
Εκλογές πρέπει να γίνονται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Η θητεία μιας νομοθετικής συνέλευσης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα πέντε έτη.

 

II. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή αυτών των αρχών

 

1. Σεβασμός για τα θεμελιώδη δικαιώματα

α. Δημοκρατικές εκλογές δεν είναι δυνατόν να έχουμε χωρίς σεβασμό για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ιδίως της ελευθερίας της έκφρασης και του Τύπου, της ελευθερία της κυκλοφορίας εντός της χώρας, της ελευθερία του συνέρχεσθαι και της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι για πολιτικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας των πολιτικών κομμάτων.
β. Οι περιορισμοί των ελευθεριών αυτών θα πρέπει να έχουν νομική βάση, να είναι προς το δημόσιο συμφέρον και να συμμορφώνονται με την αρχή της αναλογικότητας.

2. Ρυθμιστικά επίπεδα και σταθερότητα του εκλογικού νόμου

α. Εκτός από κανόνες σχετικά με τεχνικά θέματα και λεπτομέρειες – που μπορεί να περιλαμβάνονται στους κανονισμούς της εκτελεστικής εξουσίας -, οι κανόνες του εκλογικού νόμου θα πρέπει να ισοδυναμούν τουλάχιστον με νομοθέτημα.
β. Τα θεμελιώδη στοιχεία του εκλογικού νόμου, και ιδίως το ορθό εκλογικό σύστημα, 
ο αριθμός των μελών των εφορευτικών επιτροπών και η οριοθέτηση της εκλογικής περιφέρειας δεν θα πρέπει να είναι ανοικτά σε τροποποιήσεις λιγότερο από ένα έτος πριν από τις εκλογές, αλλιώς θα έπρεπε να ορίζεται από το Σύνταγμα ή από ένα επίπεδο υψηλότερο από το κοινό δίκαιο.

3. Διαδικαστικές εγγυήσεις

3.1. Οργάνωση των εκλογών από ένα αμερόληπτο σώμα
α. Ένα αμερόληπτο σώμα θα πρέπει να είναι υπεύθυνο για την εφαρμογή του εκλογικού νόμου.
β. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει καμία μακροχρόνια παράδοση ανεξαρτησίας των διοικητικών αρχών από τους κατέχοντες την πολιτική εξουσία, ανεξάρτητες, αμερόληπτες εκλογικές επιτροπές θα πρέπει να συσταθούν σε όλα τα επίπεδα, από το εθνικό επίπεδο ως το επίπεδο του εκλογικού κέντρου.
γ. Η κεντρική εκλογική επιτροπή θα πρέπει να έχει μόνιμο χαρακτήρα.
δ. Θα πρέπει να περιλαμβάνει:


Ι. τουλάχιστον ένα μέλος του δικαστικού σώματος.


II. εκπροσώπους των κομμάτων, που είναι ήδη στο κοινοβούλιο ή που έχουν πετύχει τουλάχιστον ένα δεδομένο ποσοστό των ψήφων. Τα πρόσωπα αυτά θα πρέπει να έχουν χαρακτηριστεί εξειδικευμένα σε θέματα εκλογών.
Μπορεί να περιλαμβάνει:


ΙΙΙ. έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Εσωτερικών.
 I

V. εκπροσώπους των εθνικών μειονοτήτων.

ε. Τα πολιτικά κόμματα θα πρέπει να εκπροσωπούνται ισότιμα ​​στις εκλογικές επιτροπές ή θα πρέπει να είναι σε θέση να παρακολουθούν τις εργασίες του αμερόληπτου σώματος. Η ισότητα μπορεί να ερμηνεύεται αυστηρά ή σε αναλογική βάση (βλέπε σημείο I.2.3.β).
στ. Οι φορείς, που διορίζουν τα μέλη των εφορευτικών επιτροπών, δεν θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να τους απορρίπτουν κατά βούληση.
ζ. Τα μέλη των εκλογικών επιτροπών θα πρέπει να λαμβάνουν τυποποιημένη κατάρτιση.

η. Είναι επιθυμητό οι εκλογικές επιτροπές να λαμβάνουν αποφάσεις με ειδική πλειοψηφία ή με 
συναίνεση.

3.2. Παρατήρηση των εκλογών

α. Και οι εθνικοί και οι διεθνείς παρατηρητές θα πρέπει να έχουν την ευρύτερη δυνατή 
ευκαιρία να συμμετάσχουν σε μια άσκηση εκλογικής παρατήρησης.
β. Η παρατήρηση δεν θα πρέπει να περιορίζεται στην ίδια την ημέρα των εκλογών, αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνει την περίοδο εγγραφής των υποψηφίων και, αν είναι απαραίτητο, των εκλογέων, καθώς και της εκλογικής εκστρατείας. Θα πρέπει να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν οι παρατυπίες σημειώθηκαν πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά τις εκλογές. Θα πρέπει πάντα αυτό να είναι δυνατόν κατά τη διάρκεια της καταμέτρησης των ψήφων.
γ. Τα μέρη όπου οι παρατηρητές δεν έχουν δικαίωμα να είναι παρόντες θα πρέπει να προσδιορίζονται με σαφήνεια από το νόμο.
δ. H παρατήρηση θα πρέπει να καλύπτει, όσον αφορά τις αρχές, την υποχρέωσή τους για ουδετερότητα.

3.3. Ένα αποτελεσματικό σύστημα έφεσης
α. Το δευτεροβάθμιο όργανο σε θέματα εκλογών θα πρέπει να είναι είτε μια εκλογική επιτροπή είτε
ένα δικαστήριο. Για εκλογές στο Κοινοβούλιο, μπορεί να γίνεται μια έκκληση προς το Κοινοβούλιο κατ’ αρχάς. Σε κάθε περίπτωση, μια τελική προσφυγή σε δικαστήριο θα πρέπει να είναι δυνατή.
β. Η διαδικασία πρέπει να είναι απλή και να στερείται του φορμαλισμού, ιδίως όσον αφορά το
παραδεκτό των προσφυγών.
γ. Η διαδικασία προσφυγής και, ειδικότερα, οι εξουσίες και οι αρμοδιότητες των διαφόρων
φορέων θα πρέπει να ρυθμίζονται σαφώς από το νόμο, έτσι ώστε να αποφεύγονται οι συγκρούσεις δικαιοδοσίας (είτε θετικές είτε αρνητικές). Ούτε οι προσφεύγοντες ούτε οι αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να επιλέγουν το δευτεροβάθμιο όργανο.
δ. Το δευτεροβάθμιο όργανο θα πρέπει να έχει κύρος επιβολής, ιδίως σε θέματα όπως είναι το δικαίωμα του εκλέγειν – συμπεριλαμβανομένων των εκλογικών καταλόγων – και η επιλεξιμότητα, η εγκυρότητα των υποψηφιοτήτων, η κατάλληλη τήρηση των κανόνων προεκλογικής εκστρατείας και το αποτέλεσμα των εκλογών.
ε. Το δευτεροβάθμιο όργανο θα πρέπει να έχει την εξουσία να ακυρώνει τις εκλογές όπου τυχόν παρατυπίες μπορεί να έχουν επηρεάσει το αποτέλεσμα. Θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ακυρώνει το σύνολο της των εκλογών ή απλώς τα αποτελέσματα για μία εκλογική περιφέρεια ή για ένα εκλογικό τμήμα. Σε περίπτωση ακύρωσης, νέες εκλογές θα πρέπει να προκηρυχθούν στην εν λόγω περιοχή.
στ. Όλοι οι υποψήφιοι και όλοι οι εκλογείς, που είναι εγγεγραμμένοι στην εν λόγω περιφέρεια, θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα για έφεση. Μπορεί να επιβληθεί μια λογική απαρτία για προσφυγές από τους ψηφοφόρους σχετικά με τα αποτελέσματα των εκλογών.
ζ. Οι προθεσμίες για την υποβολή και τη λήψη αποφάσεων προσφυγών θα πρέπει να είναι σύντομες (τρεις έως πέντε ημέρες για την κάθε μία σε πρώτη φάση).
η. Το δικαίωμα του αιτούντος σε ακροαματική διαδικασία που περιλαμβάνει και τις δύο πλευρές θα πρέπει να προστατεύεται.

θ. Εάν το δευτεροβάθμιο όργανο είναι μια ανώτερη εκλογική επιτροπή, θα πρέπει να είναι σε θέση αυτεπαγγέλτως να διορθώσει ή να αναιρέσει τις αποφάσεις, που λαμβάνονται από τις κατώτερες εκλογικές επιτροπές.

4. Εκλογικό σύστημα

Στο πλαίσιο του σεβασμού των προαναφερόμενων αρχών, οποιοδήποτε εκλογικό σύστημα
μπορεί να επιλεγεί.

 

ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
θεσπισμένη από την Επιτροπή της Βενετίας
στην 52α με πλήρη απαρτία Σύνοδό της
(Βενετία, 18-19 Οκτωβρίου 2002)

Γενικές παρατηρήσεις

1. Παράλληλα με τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου, η δημοκρατία είναι ένας από τους τρεις πυλώνες της Ευρωπαϊκής συνταγματικής κληρονομιάς, καθώς και του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η δημοκρατία είναι αδιανόητη χωρίς εκλογές που διεξάγονται σύμφωνα με ορισμένες αρχές, οι οποίες τους προσδίδουν το δημοκρατικό τους καθεστώς.

2. Οι αρχές αυτές αντιπροσωπεύουν μια συγκεκριμένη πτυχή της Ευρωπαϊκής συνταγματικής κληρονομιάς, που μπορεί νόμιμα να χαρακτηριστεί «Ευρωπαϊκή εκλογική κληρονομιά». Αυτή η κληρονομιά περιλαμβάνει δύο πτυχές, την πρώτη, το σκληρό πυρήνα, που είναι οι συνταγματικές αρχές του εκλογικού νόμου, όπως καθολική, ισότιμη, ελεύθερη, μυστική και άμεση ψηφοφορία, και τη δεύτερη, την αρχή ότι πραγματικά δημοκρατικές εκλογές μπορεί να διεξαχθούν μόνο εάν πληρούνται ορισμένες βασικές προϋποθέσεις ενός δημοκρατικού κράτους βασισμένες στο κράτος δικαίου, όπως τα θεμελιώδη δικαιώματα, η σταθερότητα του εκλογικού νόμου και οι αποτελεσματικές διαδικαστικές εγγυήσεις. Ως εκ τούτου, το κείμενο που ακολουθεί – όπως και στις προηγούμενες κατευθυντήριες γραμμές – αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο καλύπτει τους ορισμούς και τις πρακτικές επιπτώσεις των αρχών της Ευρωπαϊκής εκλογικής κληρονομιάς και το δεύτερο τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους.

 

Ι. Οι θεμελιώδεις αρχές της Ευρωπαϊκής εκλογικής κληρονομιάς

Εισαγωγή: οι αρχές και η νομική τους βάση

3. Αν οι εκλογές πρέπει να συμμορφώνονται με τις κοινές αρχές του Ευρωπαϊκής συνταγματικής
κληρονομιάς, οι οποίες αποτελούν τη βάση κάθε γνήσια δημοκρατικής κοινωνίας, θα πρέπει να τηρούν πέντε θεμελιώδεις κανόνες: η ψηφοφορία πρέπει να είναι καθολική, ισότιμη, ελεύθερη, μυστική και άμεση. Επιπλέον, εκλογές πρέπει να διεξάγονται περιοδικά. Όλες αυτές οι αρχές αποτελούν από κοινού την Ευρωπαϊκή εκλογική κληρονομιά.

4. Παρά το γεγονός ότι όλες αυτές οι αρχές έχουν συμβατικό χαρακτήρα, η εφαρμογή τους εγείρει έναν αριθμό ζητημάτων, που απαιτούν λεπτομερή έλεγχο. Καλά θα κάνουμε να προσδιορίσουμε τον “σκληρό πυρήνα” αυτών των αρχών, οι οποίες πρέπει να τηρούνται σχολαστικά από όλα τα ευρωπαϊκά κράτη.

5. Ο σκληρός πυρήνας της Ευρωπαϊκής εκλογικής κληρονομιάς αποτελείται κυρίως από διεθνείς κανόνες. Ο σχετικός γενικός κανόνας είναι το άρθρο 25 (β) του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο ορίζει ρητά όλες αυτές τις αρχές, εκτός από την άμεση ψηφοφορία, αν και η τελευταία συνεπάγεται1. Ο κοινός Ευρωπαϊκός κανόνας είναι το άρθρο 3 του πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η οποία προβλέπει ρητά το δικαίωμα σε περιοδικές εκλογές με ελεύθερη και μυστική ψηφοφορία2. Οι άλλες αρχές έχουν επίσης αναγνωριστεί στην νομολογία για τα ανθρώπινα δικαιώματα3.

—————

1 Βλέπε άρθρο 21 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
2 Άρθρο 3, Δικαίωμα για ελεύθερες εκλογές: «Τα Υψηλά Συμβαλλóμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να διεξαχθούν ελεύθερες εκλογές σε εύλογα διαστήματα με μυστική ψηφοφορία, κάτω από συνθήκες που θα διασφαλίζουν την ελεύθερη έκφραση της γνώμης του λαού στην επιλογή του νομοθετικού σώματος.
3 Όσον αφορά την καθολικότητα , βλέπε ΕΣΔΑ Νο 9267/81, απόφαση στην Mathieu-Mohin και Clerfayt κατά Βελγίου, 2 Μάρ 1987, Σειρά Α τόμος 113, σ. 23. Απόφαση στην Γείτονας και άλλοι κατά Ελλάδας, την 1η Ιουλίου 1997 Νο 18747/91, 19376/92. 19379/92, 28208/95 και 27755/95. Συνολικές Δικαστικές Αποφάσεις , 1997-IV, p. 1233. Εκ νέου ισότητα, βλέπε προαναφερθείσα απόφαση Mathieu-Mohin και Clerfayt, σ. 23.

Το δικαίωμα στις άμεσες εκλογές έχει επίσης γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο του Στρασβούργου, τουλάχιστον έμμεσα4. Ωστόσο, οι συνταγματικές αρχές, που είναι κοινές σε ολόκληρη την ήπειρο, δεν καταγράφονται μόνο στα διεθνή κείμενα: αντίθετα, συχνά αναφέρονται με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στα εθνικά συντάγματα5. Όταν η νομοθεσία και η πρακτική των διαφόρων χωρών συγκλίνουν, το περιεχόμενο των αρχών μπορεί να επισημαίνεται με μεγαλύτερη ακρίβεια.

 

1. Καθολική ψηφοφορία

1.1 Κανόνας και εξαιρέσεις

6. Η καθολική ψηφοφορία καλύπτει τόσο το ενεργό (δικαίωμα του εκλέγειν) όσο και το παθητικό εκλογικό δικαίωμα (δικαίωμα του εκλέγεσθαι). Το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι ενδέχεται να υπόκειται σε έναν αριθμό όρων, το σύνολο των οποίων δίνεται παρακάτω. Οι πιο συνήθεις είναι η ηλικία και η εθνικότητα.

α. Θα πρέπει να υπάρχει ένα ελάχιστο όριο ηλικίας για το δικαίωμα του εκλέγειν και για το δικαίωμα του εκλέγεσθαι. Ωστόσο, η είσοδος στην ενηλικίωση , η οποία συνεπάγεται όχι μόνο δικαιώματα, αλλά και υποχρεώσεις αστικής φύσεως, θα πρέπει τουλάχιστον να παρέχει το δικαίωμα του εκλέγειν. Μια μεγαλύτερη ηλικία μπορεί να θεσπιστεί και για το δικαίωμα του εκλέγεσθαι, αλλά, εκτός αν υπάρχει συγκεκριμένη ηλικία που πληροί τις προϋποθέσεις για ορισμένα αξιώματα (γερουσιαστής, αρχηγός του κράτους), αυτή δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 25.

β. Οι νομοθεσίες των περισσοτέρων χωρών θεσπίζουν προϋπόθεση ιθαγένειας. Ωστόσο, 
γεννιέται μια τάση για χορήγηση τοπικών πολιτικών δικαιωμάτων στους αλλοδαπούς μακροχρόνιους κατοίκους σύμφωνα με τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη συμμετοχή των αλλοδαπών στη Δημόσια Ζωή σε Τοπικό Επίπεδο6. Κατά συνέπεια, συνιστάται το δικαίωμα του εκλέγειν στις τοπικές εκλογές να χορηγείται μετά από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα παραμονής. Επιπλέον, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής διαδικασίας ένταξης των Ευρωπαίων πολιτών έχει χορηγηθεί το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις δημοτικές και ευρωκοινοβουλευτικές εκλογές στο κράτος διαμονής τους, που είναι και μέλος της ΕΕ7. Το κριτήριο της ιθαγένειας μπορεί, επιπλέον, μερικές φορές να προκαλέσει προβλήματα, εάν ένα κράτος στερεί την υπηκοότητα από άτομα, που έχουν εγκατασταθεί στο έδαφός του για αρκετές γενιές, για παράδειγμα, για γλωσσομάθεια. Επιπλέον, κάτω από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Ιθαγένεια8 , πρόσωπα που κατέχουν διπλή υπηκοότητα θα πρέπει να διαθέτουν τα ίδια εκλογικά δικαιώματα με τους υπόλοιπους πολίτες9.

γ. Τρίτον, το δικαίωμα του εκλέγειν ή/και το δικαίωμα του εκλέγεσθαι μπορεί να υπόκειται σε
προϋποθέσεις τόπου διαμονής10. Τόπος διαμονής σε αυτή την περίπτωση σημαίνει τον συνήθη τόπο διαμονής. Σε περίπτωση τοπικών και περιφερειακών εκλογών , η προϋπόθεση τόπου διαμονής δεν είναι εκ των προτέρων ασυμβίβαστη με την αρχή της καθολικής ψηφοφορίας, εάν η περίοδος διαμονής, όπως καθορίζεται, δεν υπερβαίνει μερικούς μήνες. Οποιοδήποτε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα είναι αποδεκτό μόνο για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων11. Αντιστρόφως, αρκετά κράτη χορηγούν στους υπηκόους τους, που ζουν στο εξωτερικό, το δικαίωμα του εκλέγειν, ακόμη και του εκλέγεσθαι. Η πρακτική αυτή μπορεί να οδηγήσει σε κατάχρηση σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, π.χ. όπου η εθνικότητα χορηγείται βάσει εθνικής καταγωγής. Εγγραφή θα μπορούσε να λάβει χώρα όταν ένας

————-
4 4 ΕΣΔΑ Νο 24833/94, απόφαση στην Matthews κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 18 Φεβρουαρίου του 1999, Συγκεντρώθηκαν Δικαστικές Αποφάσεις 1999-I, παρ. 64. 
5 Π.χ. Άρθρο 38.1 του Γερμανικού Συντάγματος, τα άρθρα 68.1 και 69.2 του Ισπανικού Συντάγματος και άρθρο 59.1 του Ρουμανικού Συντάγματος. 
6 ETS 144. 
7 Άρθρο 19 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. 
8 ETS 166, Άρθρο 17. 
9 Το ΕΔΑΔ δεν πάει τόσο μακριά: Eυρ. Επιτροπή. HR Νο 28858/95, απόφαση 25.11.96 Ganchev εναντίον της Βουλγαρίας, DR 87, σ. 130.
10 Δείτε τελείως προσφάτως ΕΣΔΑ Νο 31891/96, απόφαση 09.07.99, Hilbe κατά Liechtenstein.
11Δείτε Eυρ. Επιτροπή Ανθρώπινου Δυναμικού Νο 23450/94, απόφαση 15/9/97, Polacco και
Garofalo εναντίον της Ιταλίας (σχετ. Τρεντίνο-Άλτο Αντίτζε).

ψηφοφόρος έχει δευτερεύουσα κατοικία , αν διαμένει εκεί τακτικά και αν φαίνεται, για παράδειγμα, στις τοπικές φορολογικές πληρωμές. Ο ψηφοφόρος δεν θα πρέπει τότε φυσικά να καταχωρείται εκεί που έχει την κύρια κατοικία του. Η ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών στο εσωτερικό της χώρας, σε συνδυασμό με το δικαίωμα επιστροφής τους οποτεδήποτε, είναι ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα, που απαιτούνται για πραγματικά δημοκρατικές εκλογές12. Αν κάποια άτομα, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, έχουν εκτοπιστεί παρά τη θέλησή τους, θα έπρεπε, προσωρινά, να έχουν τη δυνατότητα να θεωρηθούν ως κάτοικοι στον πρώην τόπο διαμονής τους.

δ. Τέλος, είναι δυνατό να προβλεφθούν ρήτρες για την αναστολή των πολιτικών δικαιωμάτων. Αυτές οι ρήτρες θα πρέπει, ωστόσο, να συνάδουν με τις συνήθεις συνθήκες, βάσει των οποίων τα θεμελιώδη δικαιώματα μπορεί να περιορισθούν. Με άλλα λόγια, θα πρέπει13: 


– να προβλέπονται από το νόμο,
– να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας,
– να βασίζονται σε διανοητική ανικανότητα ή ποινική καταδίκη για σοβαρό αδίκημα.

Επιπλέον, η απόσυρση των πολιτικών δικαιωμάτων μπορεί να επιβληθεί μόνο με ρητή απόφαση δικαστηρίου. Ωστόσο, σε περίπτωση απόσυρσης για λόγους διανοητικής ανικανότητας, μια τέτοια γρήγορη απόφαση μπορεί να αφορά στην ανικανότητα και να συνεπάγεται αυτοδικαίως στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων.

Οι προϋποθέσεις στέρησης του δικαιώματος του εκλέγεσθαι ενδέχεται να είναι λιγότερο αυστηρές από ό, τι η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, καθώς η κατοχή δημόσιας θέσης ευθύνης διακυβεύεται και αυτό μπορεί νόμιμα να αποκλείσει άτομα, των οποίων οι δραστηριότητες σε μια τέτοια θέση θα παραβίαζαν το ευρύτερο κοινό συμφέρον.

1.2 Εκλογικοί κατάλογοι

7. Η σωστή τήρηση των εκλογικών καταλόγων είναι ζωτικής σημασίας για τη διασφάλιση της καθολικής ψηφοφορίας. Ωστόσο, είναι αποδεκτό οι ψηφοφόροι να μην συμπεριλαμβάνονται αυτόματα στα μητρώα, αλλά μόνο κατόπιν αιτήσεώς τους. Στην πράξη, οι εκλογικοί κατάλογοι συχνά ανακαλύπτονται ανακριβείς, γεγονός που οδηγεί σε διαμάχες. Η έλλειψη εμπειρίας από την πλευρά των αρχών, οι μετακινήσεις του πληθυσμού και το γεγονός ότι λίγοι πολίτες κάνουν τον κόπο να ελέγξουν τους εκλογικούς καταλόγους, όταν παρουσιάζονται για επιθεώρηση, καθιστούν δύσκολη τη συγκέντρωση αυτών των μητρώων. Μια σειρά προϋποθέσεις, που θα πρέπει να πληρούνται, εάν τα μητρώα πρέπει να είναι αξιόπιστα:

   Ι. Θα πρέπει να υπάρχουν μόνιμοι εκλογικοί κατάλογοι.

   II. Θα πρέπει να υπάρχουν τακτικές ενημερώσεις, τουλάχιστον μία φορά το χρόνο, έτσι ώστε οι δημοτικές (τοπικές) αρχές να συνηθίσουν να εκτελούν τα διάφορα καθήκοντα τα σχετικά με την ενημέρωση την ίδια εποχή κάθε χρόνο. Όπου η εγγραφή των ψηφοφόρων δεν είναι αυτόματη, ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα θα πρέπει να παραχωρείται για την εν λόγω εγγραφή.

   ΙΙΙ. Οι εκλογικοί κατάλογοι θα πρέπει να δημοσιεύονται. Η τελική ενημέρωση θα πρέπει να αποστέλλεται σε μία ανώτερη αρχή υπό την επίβλεψη αμερόληπτου φορέα, που θα είναι υπεύθυνος για την εφαρμογή του εκλογικού νόμου.

   IV. Θα πρέπει να υπάρχει διοικητική διαδικασία – που θα υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο – ή
δικαστική διαδικασία, που θα δίνει τη δυνατότητα σε μη εγγεγραμμένους εκλογείς να συμπεριλάβουν τα ονόματά τους. Σε ορισμένες χώρες, η καταληκτική ημερομηνία για την καταχώρηση στο συμπληρωματικό μητρώο ενδέχεται να είναι, για παράδειγμα, 15 ημέρες πριν από τις εκλογές ή και την ίδια την ημέρα των εκλογών. Η τελευταία περίπτωση, ενώ είναι αξιοθαύμαστα ανοιχτόμυαλη, βασίζεται σε αποφάσεις, που θα εκδίδονται από δικαστήριο υποχρεωμένο να συνεδριάσει την ημέρα των εκλογών, και, ως εκ τούτου, αντενδείκνυται
_____________________________________________________________________________

12 Βλέπε Κεφάλαιο II.1 παρακάτω. 
13 Βλέπε, π.χ. ΕΣΔΑ Νο 26772/95, απόφαση Labita κατά Ιταλίας, στις 6 Απριλίου του 2002, παράγρ. 201 κ.εξής.

για την αναγκαία οργάνωση, στην οποία βασίζονται οι δημοκρατίες. Σε κάθε περίπτωση, δεν θα πρέπει να επιτρέπεται στα εκλογικά κέντρα να εγγράφουν ψηφοφόρους την ίδια την ημέρα των εκλογών.

   V. Επιπλέον, ανακρίβειες στους εκλογικούς καταλόγους προέρχονται τόσο από αδικαιολόγητες εγγραφές όσο και από την αποτυχία καταχώρησης ορισμένων εκλογέων. Η διαδικασία, που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο, θα πρέπει να καθιστά δυνατό για τους εκλογείς να διορθώνουν λανθασμένες καταχωρήσεις. Η δυνατότητα υποβολής αίτησης τέτοιων διορθώσεων ενδέχεται να είναι περιορισμένη σε εκλογείς εγγεγραμμένους στην ίδια εκλογική περιφέρεια ή στο ίδιο εκλογικό τμήμα.

   VI. Ένα συμπληρωματικό μητρώο μπορεί να επιτρέπει στα άτομα, που άλλαξαν διεύθυνση ή έφθασαν σε νόμιμη ηλικία ψήφου από τότε που δημοσιεύθηκε ο τελευταίος εκλογικός κατάλογος, να ψηφίσουν.

1.3 Υποβολή υποψηφιοτήτων

8. Η υποχρέωση συλλογής συγκεκριμένου αριθμού υπογραφών, προκειμένου να είναι δυνατή η υποβολή υποψηφιότητας, είναι θεωρητικά συμβατή με την αρχή της καθολικής ψηφοφορίας. Στην πράξη, μόνο τα πιο οριακά κόμματα φαίνεται έχουν κάποια δυσκολία συγκέντρωσης του απαιτούμενου αριθμού υπογραφών, υπό την προϋπόθεση ότι οι κανόνες σχετικά με τις υπογραφές δεν χρησιμοποιούνται για τον αποκλεισμό των υποψηφίων από την υποβολή υποψηφιότητας για θέση ευθύνης. Προκειμένου να αποφευχθεί τέτοιου είδους χειραγώγηση, είναι προτιμότερο ο νόμος να ορίζει απαίτηση ενός ανώτατου ποσοστού υπογραφών 1%14. Η διαδικασία επαλήθευσης της υπογραφής θα πρέπει να ακολουθεί σαφείς κανόνες, ιδιαίτερα όσον αφορά τις προθεσμίες, και να εφαρμοστεί σε όλες τις υπογραφές και όχι μόνο σε ένα δείγμα15. Ωστόσο, όταν η επαλήθευση δείχνει πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ο απαιτούμενος αριθμός υπογραφών έχει συγκεντρωθεί, οι υπόλοιπες υπογραφές δεν χρειάζεται να ελεγχθούν. Σε όλες τις περιπτώσεις οι υποψηφιότητες πρέπει να
επικυρωθούν από την έναρξη της προεκλογικής εκστρατείας, διότι η καθυστερημένη επικύρωση θέτει κάποια κόμματα και κάποιους υποψηφίους σε μειονεκτική θέση στην εκστρατεία.

9. Υπάρχει και μια άλλη διαδικασία όπου υποψήφιοι ή κόμματα θα πρέπει να καταβάλουν μια προκαταβολή, η οποία επιστρέφεται μόνο εάν ο ενδιαφερόμενος υποψήφιος ή κόμμα πηγαίνει για να κερδίσει πάνω από ένα ορισμένο ποσοστό επί της ψηφοφορίας. Τέτοιες πρακτικές φαίνεται να είναι πιο αποτελεσματικές από τη συλλογή υπογραφών. Ωστόσο, το ποσό της κατάθεσης και ο αριθμός των ψήφων, που απαιτούνται για την επιστροφή της προκαταβολής, δεν θα πρέπει να είναι υπερβολικά.

 

2. Ισότητα  ψήφου

10. Η ισότητα σε θέματα εκλογών περιλαμβάνει ποικίλες πλευρές. Μερικοί εννοούν ισότητα στη ψηφοφορία, μια αξία κοινή για ολόκληρη την ήπειρο, ενώ άλλοι πάνε πέρα από την έννοια αυτή και δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι εκφράζουν κάποιο κοινό πρότυπο. Οι αρχές, που πρέπει να τηρούνται σε όλες τις περιπτώσεις, είναι η αριθμητική ισότητα της ψήφου, η ισότητα όσον αφορά την εκλογική δύναμη και η ισότητα των ευκαιριών. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να επιβληθεί η ισότητα του αποτελέσματος που επιτυγχάνεται, για παράδειγμα, μέσω της αναλογικής εκπροσώπησης των κομμάτων ή των φύλων.

2.1 Ισαριθμια 

11. Η ισότητα στα δικαιώματα ψήφου απαιτεί κάθε ψηφοφόρος να δικαιούται κανονικά μία ψήφο, και μόνο μία ψήφο. Πολλαπλή ψηφοφορία, η οποία εξακολουθεί να είναι μια κοινή παρατυπία στις νέες δημοκρατίες, προφανώς απαγορεύεται – είτε αυτό σημαίνει ότι ένας ψηφοφόρος ψηφίζει περισσότερο από μία φορά στο ίδιο μέρος είτε ότι επιτρέπεται ο εκλογέας να ψηφίζει ταυτόχρονα σε πολλά διαφορετικά μέρη, όπως ο τόπος της τρέχουσας κατοικίας του και ο τόπος της πρώην κατοικίας του.

12. Παρόλα αυτά, σε ορισμένα εκλογικά συστήματα, ο ψηφοφόρος έχει περισσότερες από μία ψήφους. Για παράδειγμα, σε ένα σύστημα που επιτρέπει ψηφοφορία κατά τμήματα (ψηφοφορία για υποψηφίους, που επιλέχθηκαν από περισσότερες από μία λίστες), ο εκλογέας μπορεί να έχει μία ψήφο για κάθε έδρα να συμπληρώσει. Μια άλλη πιθανότητα είναι όταν μία ψήφος ρίχνεται σε μια μικρή περιφέρεια και μια άλλη σε μια μεγαλύτερη εκλογική περιφέρεια, όπως συμβαίνει συχνά σε συστήματα, που συνδυάζουν μονοεδρικές περιφέρειες και αναλογική εκπροσώπηση σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο16. Στην περίπτωση αυτή, ίσα δικαιώματα ψήφου σημαίνει ότι όλοι οι εκλογείς θα πρέπει να έχουν τον ίδιο αριθμό ψήφων.

2.2 Ισοδυναμία

13. Η ισοδυναμία ψήφου, όπου οι εκλογές δεν γίνονται σε μία μόνο εκλογική περιφέρεια, απαιτεί οριοθέτηση των εκλογικών περιφερειών, που θα πρέπει να συναχθεί με τέτοιο τρόπο ώστε οι έδρες στα κατώτερα νομοθετικά σώματα που εκπροσωπούν το λαό να κατανέμονται ισότιμα μεταξύ των εκλογικών περιφερειών, σύμφωνα με ένα συγκεκριμένο κριτήριο κατανομής, π.χ. τον αριθμό των κατοίκων της εκλογικής περιφέρειας, τον αριθμό των μονίμων κατοίκων (συμπεριλαμβανομένων των ανηλίκων), τον αριθμό των εγγεγραμμένων εκλογέων ή, ενδεχομένως, τον αριθμό των ατόμων που πραγματικά ψηφίζουν. Ένας κατάλληλος συνδυασμός των εν λόγω κριτηρίων είναι αυτονόητος. Οι ίδιοι κανόνες ισχύουν για τις περιφερειακές και τοπικές εκλογές. Όταν η αρχή αυτή δεν τηρείται, είμαστε αντιμέτωποι με αυτό που είναι γνωστό ως εκλογική γεωμετρία, υπό τη μορφή είτε της “ενεργού εκλογικής γεωμετρίας”, δηλαδή μιας κατανομής των εδρών που προκαλεί ανισότητες στην εκπροσώπηση μόλις εφαρμοστεί, ή “παθητικής εκλογικής γεωμετρίας”, που προκύπτει από την παρατεταμένη διατήρηση της αρχικής εδαφικής κατανομής των εδρών και των εκλογικών περιφερειών. Επιπλέον, σύμφωνα με τα συστήματα ψηφοφορίας που τείνουν προς ένα μη αναλογικό αποτέλεσμα, ιδιαίτερα τα συστήματα πλειοψηφίας (ή πλειονότητας), μπορεί να συμβεί εκλογικό μαγείρεμα, το οποίο συνίσταται στην ευνοϊκή μεταχείριση ενός κόμματος μέσω μιας τεχνητής οριοθέτησης των εκλογικών περιφερειών.

14. Τα όρια μιας εκλογικής περιφέρειας μπορούν επίσης να καθοριστούν βάσει γεωγραφικών κριτηρίων και διοικητικών ή πραγματικά ιστορικών οριακών γραμμών, οι οποίες συχνά εξαρτώνται από την γεωγραφία.

15. Η μέγιστη επιτρεπόμενη απόκλιση από το κριτήριο κατανομής που έχει υιοθετηθεί εξαρτάται από την ατομική κατάσταση, αν και σπάνια θα πρέπει να υπερβαίνει το 10% και ποτέ το 15%, εκτός από πραγματικά εξαιρετικές περιπτώσεις (μια δημογραφικά αδύναμη διοικητική μονάδα της ίδιας σπουδαιότητας με άλλες με τουλάχιστον έναν αντιπρόσωπο χαμηλότερου νομοθετικού σώματος, ή συγκέντρωση μιας συγκεκριμένης εθνικής μειονότητας)17 .

16. Προκειμένου να αποφευχθεί η παθητική εκλογική γεωμετρία, οι έδρες θα πρέπει να ανακατανέμονται τουλάχιστον κάθε δέκα χρόνια, κατά προτίμηση εκτός των εκλογικών περιόδων, καθώς αυτό θα περιορίσει τους κινδύνους πολιτικής χειραγώγησης18.

17. Σε πολυμελείς εκλογικές περιφέρειες η εκλογική γεωμετρία μπορεί εύκολα να αποφευχθεί με την τακτική κατανομή των εδρών στις εκλογικές περιφέρειες, σύμφωνα με το κριτήριο κατανομής, που έχει υιοθετηθεί. Οι εκλογικές περιφέρειες θα έπρεπε στη συνέχεια να αντιστοιχούν σε διοικητικές μονάδες, και η ανακατανομή θα είναι ανεπιθύμητη. Όταν χρησιμοποιείται ένα ενιαίο πλειοψηφικό σύστημα, τα όρια των εκλογικών περιφερειών θα πρέπει να επαναπροσδιορίζονται σε κάθε ανακατανομή των εδρών. Οι πολιτικές προεκτάσεις του (επανα)προσδιορισμού των εκλογικών ορίων είναι πολύ σημαντικές και είναι, συνεπώς, απαραίτητο η διαδικασία να είναι μη κομματική και να μην φέρνει σε μειονεκτική θέση τις εθνικές μειονότητες. Οι μακροχρόνιες δημοκρατίες έχουν πολύ διαφορετικές προσεγγίσεις σε αυτό το πρόβλημα, και λειτουργούν με πολύ διαφορετικές γραμμές. Οι νέες δημοκρατίες θα πρέπει να υιοθετήσουν απλά κριτήρια και διαδικασίες εύκολα εφαρμόσιμες. Η καλύτερη λύση θα ήταν να υποβάλει το ζήτημα σε πρώτη φάση σε μια επιτροπή, η οποία θα περιλαμβάνει μία πλειοψηφία ανεξάρτητων μελών και, κατά προτίμηση, ένα γεωγράφο, ένα κοινωνιολόγο, μια ισορροπημένη εκπροσώπηση των κομμάτων και, όπου ενδείκνυται, εκπροσώπους των εθνικών μειονοτήτων. Το κοινοβούλιο θα πάρει στη συνέχεια μια απόφαση βάσει των προτάσεων της Επιτροπής, με δυνατότητα μίας και μόνο έφεσης.

———————-

16 Βλέπε, για παράδειγμα, το άρθρο 64 του Αλβανικού Συντάγματος και το τμήμα 1 της
Γερμανικής Πράξης περί Ομοσπονδιακών Εκλογών.
 17 Βλέπε CDL (98) 45, σ. 3. CDL (99) 51, ​​σ. 8. CDL (2000) 2, σ. 5. CDL-AD (2002) 9, παρ. 22.
18 CDL-AD (2002) 9, παρ. 23.

2.3 Ίσες ευκαιρίες

18. Η ισότητα ευκαιριών θα πρέπει να εξασφαλισθεί μεταξύ των κομμάτων και των υποψηφίων και θα πρέπει να προτρέψει το κράτος να είναι αμερόληπτο απέναντί ​​τους και να εφαρμόζει την ίδια νομοθεσία ομοιόμορφα σε όλους. Ειδικότερα, απαίτηση ουδετερότητας εφαρμόζεται στην προεκλογική εκστρατεία και στην κάλυψη από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ιδίως τα κρατικά μέσα ενημέρωσης, καθώς και για τη δημόσια χρηματοδότηση των κομμάτων και των εκστρατειών. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν δύο πιθανές ερμηνείες για την ισότητα: είτε “αυστηρή” ισότητα είτε «αναλογική» ισότητα. “Αυστηρή” ισότητα σημαίνει ότι πολιτικά κόμματα αντιμετωπίζονται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η παρούσα δύναμή τους στο κοινοβούλιο ή μεταξύ του εκλογικού σώματος. Θα πρέπει να εφαρμόζονται για τη χρήση των δημόσιων εγκαταστάσεων για σκοπούς ψηφοθηρίας (π.χ. τοιχοκόλληση, ταχυδρομικές
υπηρεσίες και παρόμοια, δημόσιες διαδηλώσεις, δημόσιες αίθουσες συνεδριάσεων). Η “αναλογική” ισότητα υποδηλώνει ότι η μεταχείριση των πολιτικών κομμάτων είναι σε αναλογία με τον αριθμό των ψήφων. Η ισότητα ευκαιριών (αυστηρή ή/και αναλογική) ισχύει ιδιαίτερα ως προς το χρόνο ομιλίας στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, τους δημόσιους πόρους και άλλες μορφές υποστήριξης. Ορισμένες μορφές επενδύσεως μπορεί, αφενός, να
υποβάλλονται σε αυστηρή ισότητα και, αφετέρου, σε αναλογική ισότητα.

19. Η βασική ιδέα είναι ότι οι κύριες πολιτικές δυνάμεις θα πρέπει να είναι σε θέση να εκφράζουν τις απόψεις τους στα κύρια όργανα των μέσων μαζικής ενημέρωσης της χώρας και ότι σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις θα πρέπει να επιτρέπεται να οργανώνουν συναντήσεις, συμπεριλαμβανομένων αυτών σε δημόσιους δρόμους, να διανέμουν γραπτά κείμενα και να ασκούν το δικαίωμά τους να αφισοκολλούν . Όλα αυτά τα δικαιώματα θα πρέπει να ρυθμίζονται με σαφήνεια, με τον δέοντα σεβασμό για την ελευθερία της έκφρασης, και κάθε παράλειψη τήρησης, είτε από τις αρχές είτε από τους συμμετέχοντες στην καμπάνια, θα πρέπει να υπόκειται σε ανάλογες κυρώσεις. Γρήγορα δικαιώματα προσφυγής θα πρέπει να είναι διαθέσιμα προκειμένου να επανορθώσουν την κατάσταση πριν από τις εκλογές. Αλλά το γεγονός ότι τα μέσα ενημέρωσης δεν παρέχουν αμερόληπτη πληροφόρηση σχετικά με την προεκλογική εκστρατεία και τους υποψηφίους είναι μία από τις πιο συχνές ελλείψεις, που προκύπτουν κατά τη διάρκεια των εκλογών. Το πιο σημαντικό πράγμα είναι να καταρτιστεί κατάλογος των οργανισμών μέσων ενημέρωσης σε κάθε χώρα και να εξασφαλισθεί ότι στους υποψηφίους ή στα κόμματα παραχωρείται αρκούντως ισορροπημένος χρόνος ομιλίας ή διαφήμισης, συμπεριλαμβανομένων των κρατικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών.

20. Σύμφωνα με την ελευθερία της έκφρασης, θα πρέπει να γίνει νομοθετική ρύθμιση για να διασφαλιστεί ότι υπάρχει μια ελάχιστη πρόσβαση σε ιδιωτικά οπτικοακουστικά μέσα, όσον αφορά την εκλογική εκστρατεία και τη διαφήμιση, για όλους τους συμμετέχοντες στις εκλογές.

21. Το ζήτημα της χρηματοδότησης, και ιδίως της ανάγκης να είναι διαφανής, θα 
εξετασθεί αργότερα19. Επιπροσθέτως, οι δαπάνες από τα πολιτικά κόμματα, ιδιαίτερα όσον αφορά τη διαφήμιση, μπορούν να περιοριστούν προκειμένου να διασφαλιστεί η ισότητα των ευκαιριών.

2.4 Ισότητα και εθνικές μειονότητες

22. Σύμφωνα με τις αρχές του διεθνούς δικαίου, ο εκλογικός νόμος πρέπει να εγγυάται ισότητα για τα άτομα που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες, η οποία περιλαμβάνει την απαγόρευση κάθε διάκρισης εις βάρος τους20. Ειδικότερα, στις εθνικές μειονότητες θα πρέπει να επιτρέπεται η σύσταση πολιτικών κομμάτων21. Οριοθετήσεις εκλογικής περιφέρειας και κανονισμοί απαρτίας δεν θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να αποτελούν εμπόδιο για την παρουσία των ατόμων, που ανήκουν σε μειονότητες, στο εκλεγμένο σώμα.

———–
19 Δείτε παρακάτω, Κεφάλαιο II.3.5.
 20 Το άρθρο 4.1 της Σύμβασης Πλαισίου για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων (ΣΕΔΕ 157).
 21 Σχετ. απαγορεύσεις σε πολιτικά κόμματα και παρόμοια μέτρα, δείτε CDL-ΥΠΔ (2000) 1.

23. Ορισμένα μέτρα που έχουν ληφθεί για να εξασφαλιστεί η ελάχιστη εκπροσώπηση των μειονοτήτων, είτε με την κράτηση εδρών για αυτές22, είτε με την πρόβλεψη εξαιρέσεων από τους συνήθεις κανόνες κατανομής των εδρών, π.χ. με την απαλλαγή από την απαρτία για τα κόμματα των εθνικών μειονοτήτων23, δεν παραβιάζουν την αρχή της ισότητας. Μπορεί, επίσης, να προβλεφθεί ότι τα άτομα που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες έχουν το δικαίωμα να ψηφίζουν για τους γενικούς και εθνικούς καταλόγους των μειονοτήτων. Ωστόσο, ούτε οι υποψήφιοι ούτε οι εκλογείς θα πρέπει να υποχρεούνται να αναφέρουν την υπαγωγή τους σε οποιαδήποτε εθνική μειονότητα24,25.

2.5 Ισότητα και ισοτιμία των φύλων

24. Αν υπάρχει μια συγκεκριμένη συνταγματική βάση26, θα μπορούσαν να θεσπιστούν κανόνες, που θα εγγυώνται κάποιο βαθμό ισορροπίας μεταξύ των δύο φύλων στα αιρετά όργανα, ή ακόμα και ισοτιμία. Εν απουσία μιας τέτοιας συνταγματικής βάσης, οι διατάξεις αυτές θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως αντίθετες προς την αρχή της ισότητας και της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι.
25. Επιπλέον, το πεδίο εφαρμογής των κανόνων αυτών εξαρτάται από το εκλογικό σύστημα. Σε ένα συστήμα σταθερών κομματικών καταλόγων, η ισοτιμία επιβάλλεται, εάν ο αριθμός ανδρών και γυναικών που είναι επιλέξιμοι είναι ο ίδιος. Ωστόσο, αν υπάρχει πιθανότητα προτιμησιακής ή πολλαπλής ψήφου, οι ψηφοφόροι δεν θα επιλέξουν απαραίτητα υποψηφίους και από τα δύο φύλα, και αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια μη ισορροπημένη σύνθεση του εκλεγμένου σώματος, που έχει επιλεγεί από τους ψηφοφόρους.

 

3.Ελεύθερη ψηφοφορία

26. Η ελεύθερη ψηφοφορία περιλαμβάνει δύο διαφορετικές πλευρές: την ελεύθερη διαμόρφωση της γνώμης του ψηφοφόρου, και την ελεύθερη έκφραση αυτής της γνώμης, δηλαδή την ελευθερία της διαδικασίας της ψηφοφορίας και την ακριβή εκτίμηση του αποτελέσματος.

3.1 Ελευθερία των ψηφοφόρων να διαμορφώνουν άποψη

α. Η ελευθερία των ψηφοφόρων να διαμορφώνουν άποψη ταυτίζεται εν μέρει με την ισότητα των ευκαιριών. Απαιτεί από το κράτος – και γενικά τις δημόσιες αρχές – να τιμήσουν το καθήκον τους για αμεροληψία, ιδίως όταν αφορά στη χρήση των μέσων μαζικής ενημέρωσης, στη τοιχοκόλληση, στο δικαίωμα διαδηλώσεων σε δημόσιους δρόμους και στη χρηματοδότηση των κομμάτων και των υποψηφίων.

β. Οι δημόσιες αρχές έχουν επίσης ορισμένες θετικές υποχρεώσεις. Θα πρέπει να υποβάλουν νομίμως τις υποψηφιότητες που παρουσιάστηκαν στις ψήφους των πολιτών. Η παρουσίαση των συγκεκριμένων υποψηφιοτήτων μπορεί να απαγορεύεται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν τούτο απαιτείται από ένα μεγαλύτερο δημόσιο συμφέρον. Οι δημόσιες αρχές θα πρέπει επίσης να δώσουν στο εκλογικό σώμα πρόσβαση σε λίστες και σε υποψηφίους για εκλογή, για παράδειγμα, μέσω της κατάλληλης τοιχοκόλλησης. Οι εν λόγω πληροφορίες θα πρέπει, επίσης, να είναι διαθέσιμες στις γλώσσες των εθνικών μειονοτήτων, τουλάχιστον όπου αποτελούν ένα ορισμένο ποσοστό του πληθυσμού.

Η ελευθερία των ψηφοφόρων να διαμορφώνουν άποψη μπορεί επίσης να παραβιάζεται από ιδιώτες, για παράδειγμα, όταν προσπαθούν να εξαγοράσουν ψήφους, μια πρακτική που το κράτος είναι υποχρεωμένο να εμποδίσει ή να τιμωρήσει αποτελεσματικά.
22 Όπως είναι η περίπτωση της Σλοβενίας και της Κροατίας.
23 Όπως είναι η περίπτωση της Γερμανίας και της Πολωνίας. Ο Ρουμανικός νόμος προβλέπει ακόμη και την εκπροσώπηση οργανισμών των μειονοτήτων, εφόσον έχουν εξασφαλίσει έναν αριθμό ψήφων ίσο με το 5% (μόνο) του μέσου αριθμού των εγκύρων ψήφων, που απαιτούνται για την εκλογή ενός βουλευτή στην κατώτερη έδρα σε όλη τη χώρα.
24 Το άρθρο 3 της Σύμβασης Πλαισίου για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων (ΣΕΔΕ 157).
25 Σχετ. εκλογικός νόμος και εθνικές μειονότητες, δείτε CDL-ΥΠΔ (2000) 4.
26 Βλέπε άρθρο 3.2 του Γαλλικού Συντάγματος. Δείτε την απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1982, Συλλογή Αποφάσεων του Συνταγματικού Συμβουλίου, 1982, σ. 66 κ.εξής.

γ. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι κανόνες σχετικά με την ελευθερία των ψηφοφόρων να διαμορφώνουν άποψη είναι αποτελεσματικοί, οποιαδήποτε παραβίαση των παραπάνω κανόνων πρέπει να τιμωρείται.

3.2 Ελευθερία των ψηφοφόρων να εκφράζουν τις επιθυμίες τους και να μάχονται την εκλογική απάτη

3.2.1 Γενικά

27. Η ελευθερία των ψηφοφόρων να εκφράζουν τις επιθυμίες τους απαιτεί πρωτίστως την αυστηρή τήρηση της διαδικασίας της ψηφοφορίας. Στην πράξη, οι εκλογείς πρέπει να είναι σε θέση να ψηφίζουν για τους εγγεγραμμένους καταλόγους ή τους υποψήφιους, πράγμα που σημαίνει ότι θα πρέπει να τους παρέχονται ψηφοδέλτια, που φέρουν τα ονόματά τους,
και ότι θα πρέπει να είναι σε θέση να καταθέσουν τα ψηφοδέλτια στην κάλπη. Το κράτος θα πρέπει να διαθέτει τις απαραίτητες εγκαταστάσεις για τις εκλογικές διαδικασίες. Οι ψηφοφόροι θα πρέπει να προστατεύονται από απειλές ή περιορισμούς, που ενδέχεται να τους αποτρέψουν από το να ψηφίσουν ή από το να ψηφίσουν ως επιθυμούν, είτε οι απειλές αυτές προέρχονται από τις αρχές είτε από μεμονωμένα άτομα. Το κράτος είναι υποχρεωμένο να προλαμβάνει και να τιμωρεί τέτοιες πρακτικές.

28. Επιπλέον, ο ψηφοφόρος έχει το δικαίωμα σε μια ακριβή εκτίμηση του αποτελέσματος της ψηφοφορίας. Το κράτος θα πρέπει να τιμωρεί κάθε εκλογική απάτη.

3.2.2 Διαδικασίες ψηφοφορίας

29. Οι διαδικασίες ψηφοφορίας διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο στη συνολική εκλογική διαδικασία, επειδή είναι κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας που η εκλογική απάτη είναι πιο πιθανό να συμβεί.

30. Σε ορισμένες χώρες, η εφαρμογή των δημοκρατικών πρακτικών απαιτεί μια ριζική αλλαγή 
στάσης, η οποία πρέπει να προωθηθεί ενεργά από τις αρχές. Από την άποψη αυτή ορισμένα μέτρα πρέπει να λαμβάνονται για τον έλεγχο των συνηθειών και τα αντανακλαστικά, που έχουν αρνητικές επιπτώσεις για τις εκλογές. Οι περισσότερες από αυτές τις παρατυπίες, όπως η «οικογενειακή ψηφοφορία”27, συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της ψηφοφορίας.

31. Όλες αυτές οι παρατηρήσεις μας οδηγούν στο εξής συμπέρασμα: η διαδικασία της ψηφοφορίας θα πρέπει να τηρείται απλή. Ως εκ τούτου, συνιστάται συμμόρφωση με τα κριτήρια, που ορίζονται στις ακόλουθες παραγράφους.

32. Αν οι υπάλληλοι των εκλογικών κέντρων αντιπροσωπεύουν μια σωστή ισορροπία πολιτικών πεποιθήσεων, η απάτη θα είναι δύσκολη, και η δικαιοσύνη της ψηφοφορίας θα πρέπει να κριθεί από δύο κύρια κριτήρια και μόνο: τον αριθμό των εκλογέων, που έχουν ασκήσει το δικαίωμα ψήφου σε σύγκρισημε τον αριθμό των ψηφοδελτίων στην κάλπη. Το πρώτο μέτρο μπορεί να προσδιορίζεται από τον αριθμό υπογραφών στο εκλογικό μητρώο. Η ανθρώπινη φύση είναι ό, τι είναι (και πέρα από κάθε πρόθεση να εξαπατήσει), είναι δύσκολο να επιτευχθεί συνολική σύγκλιση μεταξύ δύο μέτρων, και τυχόν περαιτέρω έλεγχοι – όπως η αρίθμηση των στελεχών των ψηφοδελτίων ή η σύγκριση του συνολικού αριθμού των ψηφοδελτίων που βρέθηκαν στην
κάλπη συν τα ακυρωμένα και αχρησιμοποίητα ψηφοδέλτια, που εκδίδονται για το εκλογικό κέντρο – πιθανόν να δώσουν κάποια ένδειξη, αλλά δεν θα πρέπει να τρέφουμε αυταπάτες ότι τα αποτελέσματα των διαφόρων αυτών ελέγχων θα συμπίπτουν απολύτως. Ο κίνδυνος πολλαπλασιασμού των μέτρων, που χρησιμοποιούνται, είναι μάλλον ότι οι διαφορές στα σύνολα, και τελικά οι πραγματικές παρατυπίες, δεν θα ληφθούν σοβαρά. Είναι καλύτερο να έχουμε αυστηρό έλεγχο σε δύο μέτρα από το χαλαρό – και, ως εκ τούτου, αναποτελεσματικό – έλεγχο σε ένα μεγαλύτερο αριθμό μεταβλητών.

33. Τυχόν αχρησιμοποίητα ψηφοδέλτια θα πρέπει να παραμένουν στο εκλογικό τμήμα και δεν θα πρέπει να εναποτίθενται ή να αποθηκεύονται σε διαφορετικούς χώρους. Μόλις το εκλογικό τμήμα ανοίξει, τα ψηφοδέλτια, που αναμένεται να χρησιμοποιηθούν, θα πρέπει να είναι σε πλήρη θέα στο τραπέζι του ανώτερου υπάλληλου τουτμήματος, για παράδειγμα. Δεν θα πρέπει να υπάρχουν άλλα αποθηκευμένα σε ντουλάπια ή σε άλλα μέρη.

—————–

27 Βλέπε παράγραφο I.4 παρακάτω.

34. Η υπογραφή και η σφράγιση των ψηφοδελτίων δεν θα λαμβάνει χώρα τη στιγμή που το ψηφοδέλτιο θα παρουσιάζεται στο ψηφοφόρο, επειδή ο υπογράφων ή το πρόσωπο το οποίο θέτει τη σφραγίδα θα μπορεί να μαρκάρει το ψηφοδέλτιο, έτσι ώστε να μπορεί να αναγνωριστεί ο ψηφοφόρος, όταν γίνει η καταμέτρηση των ψήφων, γεγονός που παραβιάζει το απόρρητο της ψηφοφορίας.

35. Ο ψηφοφόρος θα πρέπει να συλλέγει το ψηφοδέλτιό του και κανένας άλλος δεν θα το αγγίζει από εκείνη τη στιγμή και μετά.

36. Είναι σημαντικό οι υπάλληλοι των εκλογικών τμημάτων να περιλαμβάνουν εκπροσώπους πολλλών κομμάτων και να οι παρατηρητές, που έχουν τοποθετηθεί από τους υποψηφίους, να είναι παρόντες.

37. Οι ψηφοφόροι θα πρέπει να έχουν πάντα τη δυνατότητα ψηφοφορίας σε ένα εκλογικό κέντρο. Άλλα μέσα ψηφοφορίας είναι, ωστόσο, αποδεκτά υπό ορισμένες προϋποθέσεις, όπως αναφέρεται παρακάτω.

3.2.2.1 Ψηφοφορία μέσω ταχυδρομείου ή με πληρεξούσιο σε ορισμένες περιστάσεις

38. Ψηφοφορία ταχυδρομική και μέσω πληρεξουσίου επιτρέπεται σε χώρες σε όλο τον δυτικό κόσμο, αλλά ο τρόπος ποικίλλει σημαντικά. Η ταχυδρομική ψηφοφορία, για παράδειγμα, μπορεί να είναι διαδεδομένη σε μια χώρα και να απαγορεύεται σε άλλη, λόγω του κινδύνου της απάτης. Θα πρέπει να επιτρέπεται μόνο εάν η ταχυδρομική υπηρεσία είναι ασφαλής – με άλλα λόγια, ασφαλής από εσκεμμένες παρεμβάσεις – και αξιόπιστη, με την έννοια ότι λειτουργεί σωστά. Ψηφοφορία μέσω πληρεξουσίου είναι επιτρεπτή μόνο εάν υπόκειται σε πολύ αυστηρούς
κανόνες, και πάλι με σκοπό την πρόληψη της απάτης. Ο αριθμός των πληρεξουσίων που κατέχει κάθε ένας ψηφοφόρος θα πρέπει να είναι περιορισμένος.

39. Καμία από αυτές τις πρακτικές δεν θα πρέπει να ενθαρρύνεται σε μεγάλο βαθμό, αν τα προβλήματα με την ταχυδρομική υπηρεσία συνδυάζονται με άλλες εγγενείς δυσκολίες σε αυτό το είδος της ψηφοφορίας, συμπεριλαμβανομένου του αυξημένου κινδύνου της «οικογενειακής ψήφου”. Υπό ορισμένες προφυλάξεις, ωστόσο, η ταχυδρομική ψηφοφορία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να μπορέσουν οι ασθενείς του νοσοκομείου, τα πρόσωπα υπό κράτηση, τα άτομα με περιορισμένη κινητικότητα και οι εκλογείς που διαμένουν στο εξωτερικό να ψηφίζουν, στο μέτρο που δεν υπάρχει κίνδυνος απάτης ή εκφοβισμού. Αυτό θα απαλλάξει από την ανάγκη για μια κινητή κάλπη, η οποία προκαλεί συχνά προβλήματα και κινδύνους απάτης. Η ταχυδρομική ψηφοφορία θα λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο ειδικής διαδικασίας λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές.

40. Η χρήση των κινητών καλπών είναι ανεπιθύμητη λόγω του συναφούς σοβαρού κινδύνου
απάτης. Σε περίπτωση που παρ ‘όλα αυτά χρησιμοποιούνται, θα πρέπει να επιβάλλονται αυστηρές προϋποθέσεις για την πρόληψη της απάτης, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής αρκετών μελών της εκλογικής επιτροπής του εκλογικού κέντρου, που εκπροσωπούν διαφορετικές πολιτικές ομάδες.

3.2.2.2 Στρατιωτική ψηφοφορία

41. Σε περίπτωση που οι στρατιώτες δεν μπορούν να επιστρέψουν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους την ημέρα των εκλογών, θα ήταν προτιμότερο να εγγραφούν σε εκλογικά τμήματα κοντά στους στρατώνες τους. Τα στοιχεία των εν λόγω στρατιωτών θα αποστέλλονται από την τοπική διοίκηση στις δημοτικές αρχές, οι οποίες, στη συνέχεια, θα εισάγουν τα ονόματα στην εκλογική λίστα. Η μόνη εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα είναι όταν οι στρατώνες είναι πάρα πολύ μακριά από το πλησιέστερο εκλογικό κέντρο. Εντός των στρατιωτικών μονάδων, ειδικές επιτροπές θα πρέπει να συσταθούν, για να εποπτεύουν την προ των εκλογών περίοδο, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος ανώτεροι αξιωματικοί να επιβάλουν ή να παραγγείλουν ορισμένες πολιτικές επιλογές.

3.2.2.3 Μηχανικές και ηλεκτρονικές μέθοδοι ψηφοφορίας

42. Πολλές χώρες χρησιμοποιούν ήδη ή ετοιμάζονται να εισαγάγουν μηχανικές και ηλεκτρονικές μεθόδους ψηφοφορίας. Το πλεονέκτημα αυτών των μεθόδων καθίσταται προφανές, όταν ένας αριθμός εκλογών λαμβάνουν χώρα ταυτόχρονα, παρόλο που ορισμένες προφυλάξεις χρειάζονται για να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος απάτης, για παράδειγμα δίνεται η δυνατότητα στον ψηφοφόρο να ελέγξει τη ψήφο του αμέσως μετά τη ψήφιση. Σαφώς, με αυτό το είδος της ψηφοφορίας, είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί ότι τα ψηφοδέλτια έχουν σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγεται η σύγχυση. Προκειμένου να διευκολυνθεί η επαλήθευση και η επανακαταμέτρηση ψήφων σε περίπτωση προσφυγής, μπορεί επίσης να προβλεφθεί η δυνατότητα του μηχανήματος να εκτυπώνει ψήφους πάνω σε ψηφοδέλτια. Αυτές θα τοποθετούνται σε σφραγισμένο περιέκτη από όπου δεν θα μπορούν να φαίνονται. Όποια και αν είναι τα μέσα που χρησιμοποιούνται θα πρέπει να διασφαλίζουν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα της
ψήφου.

43. Οι ηλεκτρονικές μέθοδοι ψηφοφορίας πρέπει να είναι ασφαλείς και αξιόπιστες. Είναι ασφαλείς αν το σύστημα μπορεί να αντέχει σε εσκεμμένη επίθεση. Είναι αξιόπιστες αν μπορούν να λειτουργούν από μόνες τους, ανεξάρτητα από τυχόν ελλείψεις στο υλικό ή το λογισμικό. Επιπλέον, ο ψηφοφόρος θα πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνει επιβεβαίωση της ψήφου του και, αν είναι απαραίτητο, να την διορθώνει χωρίς να παραβιάζεται η μυστικότητα της ψηφοφορίας με οποιοδήποτε τρόπο.

44. Επιπλέον, η διαφάνεια του συστήματος πρέπει να εξασφαλίζεται με την έννοια ότι πρέπει να είναι δυνατόν να ελεχθεί ότι λειτουργεί σωστά.

3.2.2.4. Καταμέτρηση
45. Οι ψήφοι θα πρέπει να καταμετρώνται κατά προτίμηση στα ίδια τα εκλογικά τμήματα παρά σε ειδικά κέντρα. Το προσωπικό των εκλογικών κέντρων είναι απολύτως σε θέση να εκτελέσουν αυτό το έργο και αυτη η ρύθμιση παρακάμπτει την ανάγκη για τη μεταφορά των καλπών και των συνοδευτικών εγγράφων μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο της υποκατάστασης.

46. Η καταμέτρηση των ψήφων θα πρέπει να διεξάγεται κατά τρόπο διαφανή. Είναι αποδεκτό ότι
εκλογείς εγγεγραμμένοι στο εκλογικό τμήμα μπορούν να παρίστανται. Η παρουσία εθνικών ή διεθνών παρατηρητών θα πρέπει να εγκρίνεται. Στα πρόσωπα αυτά θα πρέπει να επιτρέπεται να είναι παρόντα σε όλες τις περιστάσεις. Θα πρέπει να υπάρχει επαρκής αριθμός αντιγράφων των πρακτικών της διαδικασίας για διανομή, ώστε να εξασφαλίζεται ότι όλα τα ανωτέρω πρόσωπα θα λάβουν από ένα. Ένα αντίγραφο θα πρέπει να αναρτηθεί αμέσως στον πίνακα ανακοινώσεων, ένα άλλο να διατηρείται στο εκλογικό τμήμα και ένα τρίτο να αποστέλλεται στην επιτροπή ή στην
αρμόδια ανώτερη αρχή.

47. Οι σχετικές ρυθμίσεις θα πρέπει να προβλέπουν ορισμένες πρακτικές προφυλάξεις, όσον αφορά στον εξοπλισμό. Για παράδειγμα, η καταγραφή της διαδικασίας θα πρέπει να γίνεται με στυλό διαρκείας παρά με μολύβι, καθώς κείμενο γραμμένο με μολύβι μπορεί να σβηστεί.

48. Στην πράξη, φαίνεται ότι ο χρόνος που απαιτείται για την καταμέτρηση των ψήφων εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα του προεδρεύοντος υπαλλήλου του εκλογικού τμήματος. Αυτοί οι χρόνοι μπορούν να ποικίλουν σημαντικά, γεγονός που είναι και ο λόγος που μια απλή δοκιμασμένη διαδικασία θα πρέπει να καθορίζεται στη νομοθεσία ή στους μόνιμους κανονισμούς, που εμφανίζονται στο εγχειρίδιο εκπαίδευσης για τους υπαλλήλους των εκλογικών κέντρων.

49. Είναι καλύτερα να αποφεύγεται η αντιμετώπιση μεγάλου αριθμού ψηφοδελτίων ως άκυρα ή αλλοιωμένα. Σε περίπτωση αμφιβολίας, θα πρέπει να γίνεται μια προσπάθεια εξακρίβωσης της πρόθεσης του ψηφοφόρου.

3.2.2.5 Μεταφέροντας τα αποτελέσματα

50. Υπάρχουν δύο είδη αποτελεσμάτων: τα προσωρινά αποτελέσματα και τα τελικά αποτελέσματα (πριν εξαντληθούν όλες οι δυνατότητες προσφυγής). Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, και μάλιστα ολόκληρο το έθνος, είναι πάντα ανυπόμονα να ακούσουν τα πρώτα προσωρινά αποτελέσματα. Η ταχύτητα, με την οποία τα αποτελέσματα αυτά αναμεταδίδονται, θα εξαρτηθεί από το σύστημα επικοινωνιών της χώρας. Τα αποτελέσματα του εκλογικού κέντρου θα μπορούν να διαβιβάζονται στη εκλογική περιφέρεια (για παράδειγμα) από τον προεδρεύοντα υπάλληλο του εκλογικού κέντρου και θα συνοδεύονται από δύο άλλα μέλη του προσωπικού του εκλογικού κέντρου, που θα εκπροσωπούν αντίθετα κόμματα, σε ορισμένες περιπτώσεις υπό την – εποπτεία των δυνάμεων ασφαλείας, που θα μεταφέρουν τα πρακτικά της διαδικασίας, την κάλπη κ.λπ.

51. Όσο μεγάλη προσοχή κι αν έχει δοθεί στα στάδια της ψηφοφορίας και της καταμέτρησης των ψήφων, η μετάδοση των αποτελεσμάτων είναι μια ζωτικής σημασίας επιχείρηση, της οποίας η σημασία συχνά παραβλέπεται. Θα πρέπει, επομένως, να γίνεται φανερά. Η μετάδοση από την εκλογική περιφέρεια προς τις περιφερειακές αρχές και την Κεντρική Εκλογική Επιτροπή – ή άλλες αρμόδιες αρχές της τριτοβάθμιας – μπορεί να γίνεται με φαξ. Σε αυτή την περίπτωση, τα αρχεία θα σαρώνονται και τα αποτελέσματα θα μπορούν να εμφανιστούν, όπως και όταν φθάνουν. Η τηλεόραση θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη μετάδοση αυτών των αποτελεσμάτων, αλλά και πάλι, η υπερβολικά μεγάλη διαφάνεια μπορεί να αποβεί επικίνδυνο πράγμα, αν το κοινό δεν είναι έτοιμο για αυτό το είδος αποσπασματικών αναφορών. Το γεγονός ότι τα πρώτα αποτελέσματα προέρχονται συνήθως από τις πόλεις, οι οποίες, είτε κανονικά είτε κατ ‘ανάγκην, δεν ψηφίζουν με τον ίδιο τρόπο όπως οι αγροτικές περιοχές. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να
καταστεί σαφές στο κοινό ότι το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να είναι αρκετά διαφορετικό, ή ακόμα και εντελώς αντίθετο από το προσωρινό, χωρίς να έχει υπάρξει οποιαδήποτε απόπειρα «ζαβολιάς».

 

4.Μυστική ψηφοφορία

52. Η μυστικότητα της ψηφοφορίας είναι μία πλευρά της ελευθερίας των ψηφοφόρων. Σκοπός της είναι να προστατεύσει τους ψηφοφόρους από τις πιέσεις που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν, αν κάποιοι μάθουν πώς ψήφισαν. Η μυστικότητα πρέπει να εφαρμόζεται στο σύνολο της διαδικασίας – και ιδιαίτερα την ώρα της ψήφισης και της καταμέτρησης των ψήφων. Οι ψηφοφόροι το δικαιούνται, αλλά θα πρέπει επίσης και να το σέβονται και οι ίδιοι, και η μη συμμόρφωση θα πρέπει να τιμωρείται με αποκλεισμό κάθε ψηφοδέλτιου, του οποίου το περιεχόμενο έχει αποκαλυφθεί28.

53. Η ψηφοφορία πρέπει να είναι ατομική. Η οικογενειακή ψηφοφορία, σύμφωνα με την οποία ένα μέλος μιας συγκεκριμένης οικογένειας μπορεί να επιβλέπει τις ψήφους των άλλων μελών, παραβιάζει το απόρρητο της ψηφοφορίας. Είναι μια κοινή παραβίαση του εκλογικού νόμου. Όλες οι άλλες μορφές ελέγχου από έναν ψηφοφόρο πάνω στην ψήφο του άλλου θα πρέπει να απαγορεύονται επίσης. Ψηφοφορία μέσω πληρεξούσιου, πράγμα το οποίο υπόκειται σε αυστηρούς όρους, αποτελεί ξεχωριστό θέμα29.

54. Επιπλέον, δεδομένου ότι η αποχή μπορεί να υποδεικνύει μια πολιτική επιλογή, λίστες των ατόμων που ψήφισαν δεν θα πρέπει να δημοσιεύονται.
55. Η παραβίαση του απορρήτου της ψηφοφορίας θα πρέπει να τιμωρείται, ακριβώς όπως και οι παραβιάσεις των άλλων πλευρών της ελευθερίας των ψηφοφόρων.

5.Άμεση ψηφοφορία

56. Η άμεση εκλογή ενός από τα νομοθετικά τμήματα του εθνικού κοινοβουλίου από το λαό αποτελεί μια πτυχή της κοινής ευρωπαϊκής συνταγματικής κληρονομιάς. Με την επιφύλαξη των ειδικών κανόνων όπως ισχύουν για το δεύτερο τμήμα, όπου αυτό υπάρχει, άλλα νομοθετικά σώματα, όπως τα Κοινοβούλια των Ομοσπονδιακών Πολιτειών30, θα πρέπει να εκλέγονται άμεσα, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Ούτε μπορεί η τοπική αυτοδιοίκηση, η οποία αποτελεί ένα ζωτικής σημασίας συστατικό της δημοκρατίας, να συνταχθεί χωρίς τοπικά εκλεγμένα όργανα31. Εδώ, οι τοπικές συνελεύσεις περιλαμβάνουν όλα τα υπο-εθνικά όργανα διαβούλευσης32. Από την άλλη
πλευρά, ακόμα και αν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι συχνά άμεσα εκλεγμένος, αυτό είναι θέμα του Συντάγματος του συγκεκριμένου κράτους.
________________________________________________________________________________
28 CDL (2000) 2, σ. 9.
29 Βλέπε παραπάνω, κεφάλαιο I.3.2.2.1.
30 Βλέπε ΕΣΔΑ Νο 9267/81, απόφαση Mathieu-Mohin και Clerfayt κατά Βελγίου, 2 Μαρτίου 1987, σειρά Α Νο 113, σ. 23. Eυρ. Επιτροπή. HR Νο 27311/95, 11.9.97, Timke κατά Γερμανίας, ΔΚ 82, p. 15. Νο 7008/75, 12.7.76, X κατά Αυστρίας, ΔΚ 6, p. 120.
31 άρθρο 3 του Ευρωπαϊκού Χάρτη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΣΕΔΕ 122).
32 άρθρο 13 του Ευρωπαϊκού Χάρτη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης., 33 Άρθρο 25β.34 Άρθρο 3.

 

6.Συχνότητα των εκλογών

57. Τόσο το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα33 όσο και το Πρόσθετο
Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα34 προβλέπουν ότι οι εκλογές θα πρέπει να διεξάγονται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Οι γενικές εκλογές συνήθως πραγματοποιούνται ανά διαστήματα τεσσάρων ή πέντε ετών, ενώ υπάρχει πιθανότητα μεγαλύτερων περιόδων για τις προεδρικές εκλογές, αν και η μέγιστη θα πρέπει να είναι επτά έτη.

 

ΙΙ. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των αρχών

58. Οι βασικές αρχές των Ευρωπαϊκών εκλογικών συστημάτων μπορούν να διασφαλιστούν μόνο εάν 
πληρούνται ορισμένες γενικές προϋποθέσεις.

• Η πρώτη, γενική, προϋπόθεση είναι ο σεβασμός των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και ιδιαίτερα της ελευθερίας της έκφρασης, του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι, χωρίς τα οποία δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική δημοκρατία.
• Δεύτερον, ο εκλογικός νόμος θα πρέπει να διέπεται από μια κάποια σταθερότητα, που θα τον προστατεύει από κομματικές πράξεις χειραγώγησης.
• Τελευταίο και πάνω απ ‘όλα, θα πρέπει να παρέχεται ένας αριθμός από διαδικαστικές εγγυήσεις, ιδίως όσον αφορά την οργάνωση των εκλογών.

59. Επιπλέον, οι εκλογές δεν πραγματοποιούνται στο κενό, αλλά μέσα στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου
εκλογικού συστήματος και ενός συγκεκριμένου κομματικού συστήματος. Αυτό το δεύτερο τμήμα θα ολοκληρωθεί με έναν αριθμό από σχόλια πάνω σ’ αυτή την άποψη, ιδιαίτερα όσον αφορά τη σχέση μεταξύ εκλογικού και κομματικού συστήματος.

1. Σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων

60. Η διεξαγωγή δημοκρατικών εκλογών και, ως εκ τούτου, η ίδια η ύπαρξη της δημοκρατίας είναι
αδύνατη χωρίς το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιδίως της ελευθερίας της έκφρασης και του
Τύπου και της ελευθερίας του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι για πολιτικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας πολιτικών κομμάτων. Ο σεβασμός για τις ελευθερίες αυτές είναι ζωτικής σημασίας ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των εκλογικών εκστρατειών. Τυχόν περιορισμοί σε αυτά τα θεμελιώδη δικαιώματα πρέπει να συνάδουν με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και, γενικότερα, με την προϋπόθεση ότι έχουν βάση το νόμο, είναι προς το γενικό συμφέρον και σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.

61. Γεγονός είναι ότι πολλές χώρες έχουν νομικούς περιορισμούς στην ελευθερία του λόγου, πράγμα το οποίο, εάν ερμηνευθεί αυστηρά, μπορεί απλά να είναι αποδεκτό – αλλά μπορεί να δημιουργήσει καταχρήσεις σε χώρες χωρίς καμία φιλελεύθερη, δημοκρατική παράδοση. Στη θεωρία, αποσκοπούν στην πρόληψη “καταχρήσεων” της ελευθερίας του λόγου εξασφαλίζοντας, για παράδειγμα, ότι οι υποψήφιοι και οι δημόσιες αρχές δεν διασύρονται, και ότι έτσι προστατεύεται ακόμη και το συνταγματικό σύστημα. Στην πράξη, ωστόσο, μπορούν να οδηγήσουν στη λογοκρισία οιωνδήποτε δηλώσεων, οι οποίες επικρίνουν την κυβέρνηση ή καλούν για συνταγματική αλλαγή, όσο και αν αυτό είναι η ίδια η ουσία του δημοκρατικού διαλόγου. Για παράδειγμα, τα Ευρωπαϊκά πρότυπα παραβιάζονται από έναν εκλογικό νόμο, ο οποίος απαγορεύει προσβλητικές ή δυσφημιστικές αναφορές σε υπαλλήλους ή άλλους υποψηφίους σε έγγραφα της εκλογικής εκστρατείας, καθιστά αδίκημα την κυκλοφορία συκοφαντικών 
πληροφοριών εις βάρος των υποψηφίων, και καθιστά τους ίδιους τους υποψηφίους υπεύθυνους για ορισμένα αδικήματα, που διαπράττονται από τους υποστηρικτές τους. Η επιμονή της υποβολής σε εκλογικές επιτροπές του υλικού, που προορίζεται για χρήση στις εκλογικές εκστρατείες, κάνοντας προφανή την οργάνωση, η οποία το παρήγγειλε και το παρήγαγε, τον αριθμό των αντιγράφων και την ημερομηνία δημοσίευσης, αποτελεί μια απαράδεκτη μορφή λογοκρισίας, ιδιαίτερα αν οι εκλογικές επιτροπές απαιτείται να προβαίνουν σε ενέργειες εναντίον των παράνομων ή ανακριβών δημοσιεύσεων. Αυτό ισχυροποιείται περισσότερο, αν οι κανόνες, που απαγορεύουν την ανάρμοστη χρήση των μέσων μαζικής ενημέρωσης κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, είναι μάλλον ασαφείς.

62. Ένα άλλο πολύ σημαντικό θεμελιώδες δικαίωμα σε μια δημοκρατία είναι η ελευθερία της κυκλοφορίας εντός της χώρας, μαζί με το δικαίωμα των πολιτών να μπορούν να επιστρέφουν στη χώρα τους ανά πάσα στιγμή.

2. Ρυθμιστικά επίπεδα και σταθερότητα του εκλογικού νόμου

63. Η σταθερότητα του νόμου είναι κρίσιμη για την αξιοπιστία της εκλογικής διαδικασίας, η οποία από μόνη της είναι ζωτικής σημασίας για την εδραίωση της δημοκρατίας35. Οι κανόνες που αλλάζουν συχνά – και ιδίως οι κανόνες που είναι περίπλοκοι – ενδέχεται να δημιουργήσουν σύγχυση στους ψηφοφόρους. Πάνω απ ‘όλα, οι ψηφοφόροι μπορεί να συμπεράνουν, δικαίως ή αδίκως, ότι ο εκλογικός νόμος είναι απλά ένα εργαλείο στα χέρια των ισχυρών, και ότι οι δικές τους ψήφοι ελάχιστα βαραίνουν στη διαμόρφωση των αποτελεσμάτων των εκλογών.

64. Στην πράξη, ωστόσο, δεν είναι τόσο πολύ η σταθερότητα των βασικών αρχών, που χρειάζεται προστασία (δεν είναι πιθανό να αμφισβητηθούν σοβαρά), όσο η σταθερότητα ορισμένων από τους πιο
συγκεκριμένους κανόνες του εκλογικού δικαίου, ιδιαίτερα εκείνων που καλύπτουν το εκλογικό σύστημα καθεαυτό, τη σύνθεση των εκλογικών επιτροπών και την οριοθέτηση των εκλογικών περιφερειών. Αυτά τα
τρία στοιχεία συχνά θεωρούνται, καλώς ή κακώς, καθοριστικοί παράγοντες για τα εκλογικά αποτελέσματα, και πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα για την αποφυγή όχι μόνο της χειραγώγησης προς όφελος του κόμματος εξουσίας, αλλά ακόμη και της φαινομενικής χειραγώγησης.

65. Δεν είναι τόσο η αλλαγή των συστημάτων ψηφοφορίας, που είναι ένα κακό πράγμα – πάντα μπορούν να αλλάξουν προς το καλύτερο -, όσο η αλλαγή τους συχνά ή λίγο (εντός ενός έτους) πριν τις εκλογές. Ακόμα και όταν δεν υπάρχει καμία πρόθεση χειραγώγησης, οι αλλαγές θα φαίνεται ότι υπαγορεύονται από άμεσα κομματικά συμφέροντα.

66. Ένας τρόπος για την αποφυγή χειραγώγησης είναι να καθορίσει το Σύνταγμα – ή ένα κείμενο ανώτερο ως προς τη θέση ισχύος από το κοινό δίκαιο – τα στοιχεία που εκτίθενται περισσότερο (το ίδιο το εκλογικό σύστημα, τη σύνθεση των εκλογικών επιτροπών, τις εκλογικές περιφέρειες ή τους κανόνες για την οριοθέτησή τους). Μια άλλη, πιο ευέλικτη, λύση θα ήταν να προβλέπεται στο Σύνταγμα ότι, αν
ο εκλογικός νόμος τροποποιείται, το παλιό σύστημα θα ισχύει μέχρι τις επόμενες εκλογές – τουλάχιστον αν λαμβάνουν χώρα εντός του προσεχούς έτους – και ότι το νέο θα τεθεί σε ισχύ μετά από αυτές.

67. Κατά τα λοιπά, ο εκλογικός νόμος θα πρέπει να έχει κανονικά το βαθμό του νόμου καταστατικού. Κανόνες σε εφαρμογή, ιδίως εκείνοι που αφορούν τεχνικά θέματα και ζητήματα λεπτομέρειας, μπορεί, ωστόσο, να είναι υπό τη μορφή κανονισμών.

3. Μέτρα προστασίας της διαδικασίας

3.1 Διοργάνωση των εκλογών από αμερόληπτο σώμα

68. Μόνο η διαφάνεια, η αμεροληψία και η ανεξαρτησία από τη χειραγώγηση, που οφείλεται σε πολιτικά κίνητρα, θα εξασφαλίσουν την ορθή διαχείριση της εκλογικής διαδικασίας, από την προεκλογική περίοδο έως το τέλος της επεξεργασίας των αποτελεσμάτων.

69. Σε κράτη όπου οι διοικητικές αρχές έχουν μια μακρά παράδοση ανεξαρτησίας από τις πολιτικές αρχές, οι δημόσιες υπηρεσίες εφαρμόζουν εκλογικό νόμο, χωρίς να υποβάλλονται σε πολιτικές πιέσεις. Ως εκ τούτου, είναι και φυσιολογικό και αποδεκτό οι εκλογές να οργανώνονται από τις διοικητικές αρχές και να εποπτεύονται από το Υπουργείο Εσωτερικών.
70. Ωστόσο, σε κράτη με μικρή εμπειρία οργάνωσης πλουραλιστικών εκλογών, υπάρχει πολύ μεγάλος κίνδυνος η κυβέρνηση να ωθήσει τις διοικητικές αρχές να κάνουν ό, τι θέλει. Αυτό ισχύει τόσο για την κεντρική όσο και την τοπική αυτοδιοίκηση – ακόμα και όταν η τελευταία ελέγχεται από την εθνική αντιπολίτευση.

71. Αυτός είναι ο λόγος που ανεξάρτητες, αμερόληπτες εκλογικές επιτροπές θα πρέπει να συσταθούν από το εθνικό επίπεδο ως το επίπεδο του εκλογικού κέντρου, για να διασφαλιστεί ότι οι εκλογές διεξάγονται σωστά ή, τουλάχιστον, για να εκλείψουν σοβαρές υπόνοιες παρατυπίας.
72. Σύμφωνα με τις εκθέσεις του Προεδρείου της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τις παρατηρήσεις επί των εκλογών, οι ακόλουθες ελλείψεις όσον αφορά τις εκλογικέςεπιτροπές έχουν σημειωθεί σε μια σειρά από κράτη-μέλη: η έλλειψη διαφάνειας στην δραστηριότητα της κεντρικής εκλογικής επιτροπής, οι διαφοροποιήσεις στην ερμηνεία της διαδικασίας καταμέτρησης, η πολιτικά πολωμένη διαχείριση των εκλογών, οι διαμάχες στο διορισμό των μελών της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής, τα μέλη της επιτροπής που διορίζονται από έναν κρατικό οργανισμό, η δεσπόζουσα θέση του κυβερνώντος κόμματος στην εκλογική διοίκηση.

______________________________________________________________________________________
35 Για τη σημασία αξιοπιστίας της εκλογικής διαδικασίας, βλέπε για παράδειγμα CDL (99) 67, σ. 11. Σχετικά με την ανάγκη για σταθερότητα του νόμου, βλέπε CDL (99) 41, σ. 1.

73. Κάθε κεντρική εκλογική επιτροπή θα πρέπει να είναι μόνιμη, όπως ένας διοικητικός φορέας αρμόδιος για τις σχέσεις με τις τοπικές αρχές και τις άλλες επιτροπές κατώτερου επιπέδου, π.χ. όσον
αφορά την κατάρτιση και την ενημέρωση των εκλογικών καταλόγων.

74. Η σύνθεση της κεντρικής εκλογικής επιτροπής μπορεί να προκαλέσει συζήτηση και να γίνει το πολιτικό θέμα-κλειδί κατά τη σύνταξη ενός εκλογικού νόμου. Η συμμόρφωση με τις ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές θα πρέπει να διευκολύνει τη μέγιστη αμεροληψία και την επάρκεια από την πλευρά της Επιτροπής.

75. Κατά γενικό κανόνα, η Επιτροπή θα πρέπει να αποτελείται από:

– ένα δικαστή ή δικαστικό αντιπρόσωπο: όταν μια δικαστική αρχή είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση των εκλογών, η ανεξαρτησία της θα πρέπει να διασφαλίζεται μέσω διαφανών διαδικασιών. Οι δικαστικοί που διορίσθηκαν δεν θα πρέπει να ευρίσκονται υπό την εξουσία αυτών που βάζουν υποψηφιότητα για θέση ευθύνης.
– εκπροσώπους των κομμάτων, που ήδη εκπροσωπούνται στο κοινοβούλιο ή που έχουν κερδίσει πάνω από ένα ορισμένο ποσοστό των ψήφων. Τα πολιτικά κόμματα θα πρέπει να εκπροσωπούνται ισότιμα ​​στην κεντρική εκλογική επιτροπή. Το “ισότιμα” μπορεί να ερμηνεύεται απόλυτα ή αναλογικά, δηλαδή,
λαμβάνοντας ή μη λαμβάνοντας υπόψη τη σχέση των εκλογικών δυνάμεων των κομμάτων36. Επιπλέον, οι εκπρόσωποι των κομμάτων θα πρέπει αποδεδειγμένα να είναι καλοί γνώστες των εκλογικών ζητημάτων και θα πρέπει να απαγορεύεται η συμμετοχή τους στην προεκλογική εκστρατεία.

76. Επιπλέον, η εκλογική επιτροπή μπορεί να περιλαμβάνει:

– εκπροσώπους των εθνικών μειονοτήτων. Η παρουσία τους είναι επιθυμητή, αν η εθνική μειονότητα είναι μιας ορισμένης σπουδαιότητας στην εν λόγω επικράτεια.
– έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Εσωτερικών. Ωστόσο, για λόγους που συνδέονται με την ιστορία της εν λόγω χώρας, μπορεί να μην είναι πάντοτε αρμόζον να υπάρχει ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Εσωτερικών στην επιτροπή. Κατά τη διάρκεια των αποστολών εκλογικών παρατηρητών, η Κοινοβουλευτική Συνέλευση έχει εκφράσει ανησυχία σε αρκετές περιπτώσεις για τις μεταφορές των αρμοδιοτήτων από μια πλήρως αναπτυγμένη πολυκομματική εκλογική επιτροπή σε ένα όργανο που υπάγεται στην εκτελεστική εξουσία. Παρ ‘όλα αυτά, είναι δυνατή η συνεργασία μεταξύ της κεντρικής εκλογικής επιτροπής και του Υπουργείου Εσωτερικών, έστω και μόνο για πρακτικούς λόγους, π.χ. τη μεταφορά και την αποθήκευση ψηφοδελτίων και άλλου εξοπλισμού. Για τα υπόλοιπα, η εκτελεστική εξουσία δεν θα πρέπει να είναι σε θέση να επηρεάζει τη σύνθεση των εκλογικών επιτροπών37.

77. Σε γενικές γραμμές, τα όργανα, που διορίζουν μέλη σε εκλογικές επιτροπές, δεν θα πρέπει να είναι ελεύθερα να τα ανακαλούν, καθώς θα δημιουργούνται αμφιβολίες για την ανεξαρτησία τους. Η διακριτική ανάκληση είναι απαράδεκτη, αλλά η ανάκληση για πειθαρχικούς λόγους είναι επιτρεπτή – υπό την προϋπόθεση ότι οι λόγοι για αυτό σαφώς και περιοριστικά καθορίζονται στη νομοθεσία (αόριστες αναφορές σε “πράξεις που δυσφημίζουν την Επιτροπή “, για παράδειγμα, δεν είναι επαρκείς).

78. Στις μακροχρόνιες δημοκρατίες, όπου δεν υπάρχουν εκλογικές επιτροπές, αλλά όπου ένα άλλο αμερόληπτο όργανο είναι αρμόδιο σε θέματα εκλογών, τα πολιτικά κόμματα θα πρέπει να είναι σε θέση να παρακολουθούν τις εργασίες αυτού του οργάνου.

——————-

36 Βλέπε παραπάνω, κεφάλαιο I.2.3.
37 Cf CDL-AD (2002) 7, παρ. 5, 7 κ.εφεξής, 54.

 

79. Η σύνθεση της κεντρικής εκλογικής επιτροπής είναι σίγουρα σημαντική, αλλά όχι περισσότερο από ό,τι ο τρόπος λειτουργίας της. Οι κανόνες διαδικασίας της επιτροπής θα πρέπει να είναι σαφείς, διότι οι πρόεδροι της επιτροπής έχουν την τάση να αφήνουν τα μέλη να μιλούν, πράγμα το οποίο οι τελευταίοι σπεύδουν να εκμεταλλευτούν. Οι κανόνες της διαδικασίας θα πρέπει να προβλέπουν μια ημερήσια διάταξη και περιορισμένο χρόνο ομιλίας για κάθε μέλος – π.χ. ένα τέταρτο της ώρας – αλλιώς, ατελείωτες συζητήσεις ενδέχεται να επισκιάσουν την κύρια δραστηριότητα της ημέρας.

80. Υπάρχουν πολλοί τρόποι λήψης αποφάσεων. Θα ήταν λογικό οι αποφάσεις να λαμβάνονται από μια ειδική (π.χ. 2/3) πλειοψηφία, έτσι ώστε να ενθαρρύνεται η συζήτηση μεταξύ πλειοψηφίας και τουλάχιστον ενός κόμματος μειοψηφίας. Η επίτευξη αποφάσεων με ομοφωνία είναι προτιμότερη.

81. Οι συνεδριάσεις της κεντρικής εκλογικής επιτροπής θα πρέπει να είναι ανοιχτές σε όλους, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ (αυτό είναι ένας ακόμη λόγος γιατί θα πρέπει να περιορίζεται ο χρόνος ομιλίας). Όλες οι αίθουσες ηλεκτρονικών υπολογιστών, οι τηλεφωνικές συνδέσεις, τα φαξ, οι σαρωτές κλπ. θα πρέπει να είναι ελεύθερα για έλεγχο.

82. Άλλες εκλογικές επιτροπές, που λειτουργούν σε επίπεδο γεωγραφικής περιοχής ή εκλογικής περιφέρειας, θα πρέπει να έχουν μια παρόμοια σύνθεση με εκείνη της κεντρικής εκλογικής επιτροπής. Οι επιτροπές των εκλογικών περιφερειών διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στα μονοεδρικά συστήματα ψηφοφορίας, επειδή καθορίζουν τον νικητή στις γενικές εκλογές. Οι επιτροπές των γεωγραφικών περιοχών, επίσης, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη αναμετάδοση των αποτελεσμάτων στην κεντρική εκλογική επιτροπή.

83. Κατάλληλο προσωπικό με εξειδικευμένες δεξιότητες38 απαιτείται να οργανώσει τις εκλογές. Τα μέλη των κεντρικών εκλογικών επιτροπών θα πρέπει να είναι νομικοί, πολιτικοί επιστήμονες, μαθηματικοί ή
άλλοι άνθρωποι με καλή κατανόηση των εκλογικών θεμάτων.

84. Τα μέλη των εκλογικών επιτροπών θα πρέπει να λαμβάνουν ενιαία εκπαίδευση σε όλα τα επίπεδα της διοίκησης των εκλογών. Η εκπαίδευση αυτή θα πρέπει, επίσης, να τίθεται στη διάθεση των μελών των
επιτροπών, που διορίζονται από τα πολιτικά κόμματα. Υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις επιτροπών με
έλλειψη σε εξειδικευμένο και εκπαιδευμένο προσωπικό σε θέματα εκλογών.

85. Ο εκλογικός νόμος θα πρέπει να περιλαμβάνει ένα άρθρο, το οποίο απαιτεί από τις αρχές (σε κάθε επίπεδο) να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις και τις ανάγκες της εκλογικής επιτροπής. Διάφορα υπουργεία και άλλα δημόσια διοικητικά όργανα, οι δήμαρχοι και οι δημοτικοί υπάλληλοι μπορεί να ορισθούν για να υποστηρίξουν την εκλογική διοίκηση μέσω της διεξαγωγής των διοικητικών και υλικοτεχνικών εργασιών για την προετοιμασία και τη διεξαγωγή των εκλογών. Πιθανόν να έχουν την ευθύνη για την προετοιμασία και τη διανομή των εκλογικών καταλόγων, των ψηφοδελτίων, των καλπών, των επισήμων σφραγίδων και άλλου απαιτούμενου υλικού, καθώς και για την διευθέτηση των ρυθμίσεων για την αποθήκευση, τη διανομή και την ασφάλεια.

3.2 Παρακολούθηση-επίβλεψη των εκλογών

86. Η παρακολούθηση των εκλογών παίζει σημαντικό ρόλο, δεδομένου ότι παρέχει αποδείξεις για το εάν η 
εκλογική διαδικασία υπήρξε κανονική ή όχι.
87. Υπάρχουν τρεις διαφορετικοί τύποι παρατηρητή: οι κομματικοί εθνικοί παρατηρητές, οι ακομμάτιστοι
εθνικοί και διεθνείς παρατηρητές (μη-κομματικοί) παρατηρητές. Στην πράξη, η διάκριση μεταξύ των δύο πρώτων κατηγοριών δεν είναι πάντα προφανής. Γι ‘αυτό καλύτερα είναι να καταστεί η διαδικασία παρακολούθησης όσο το δυνατόν ευρύτερη, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.
88. Η παρατήρηση δεν περιορίζεται στην πραγματική ημέρα της ψηφοφορίας, αλλά περιλαμβάνει την εξακρίβωση τυχόν παρατυπιών, που σημειώθηκαν πριν από τις εκλογές (π.χ. από κακή συντήρηση των εκλογικών καταλόγων, από εμπόδια για την εγγραφή υποψηφίων, περιορισμούς στην ελευθερία έκφρασης, καθώς και από παραβιάσεις κανόνων σχετικά με την πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης ή με τη δημόσια χρηματοδότηση των εκλογικών εκστρατειών), κατά τη διάρκεια των εκλογών (π.χ. μέσω της πίεσης που ασκείται στους εκλογείς, της πολλαπλής ψήφου, της παραβίασης του απορρήτου της ψηφοφορίας, κλπ) ή μετά από δημοσκοπήσεις (ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της καταμέτρησης των ψήφων και της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων). Η παρατήρηση θα πρέπει να επικεντρωθεί κυρίως στην μέριμνα των αρχών για την εκτέλεση του καθήκοντος όσον αφορά την ουδετερότητά τους.

——–

38 Βλέπε CDL (98) 10, σ. 5.

 

89. Οι διεθνείς παρατηρητές παίζουν πρωταρχικό ρόλο στα κράτη, όπου δεν υπάρχει παράδοση αμερόληπτης εξακρίβωσης της νομιμότητας των εκλογών.

90. Σε γενικές γραμμές, οι διεθνείς, καθώς και οι εθνικοί παρατηρητές θα πρέπει να είναι σε θέση να παίρνουν συνέντευξη από οποιονδήποτε παρόντα, να κρατούν σημειώσεις και να δίνουν αναφορά στον οργανισμό τους, αλλά θα πρέπει να κάνουν σχόλια.

91. Ο νόμος θα πρέπει να είναι πολύ σαφής ως προς το ποιούς τόπους οι παρατηρητές δεν έχουν το δικαίωμα να επισκέπτονται, έτσι ώστε η δραστηριότητά τους να μην παρεμποδίζεται υπερβολικά. Για παράδειγμα, μια πράξη που επιτρέπει στους παρατηρητές να επισκέπτονται μόνο περιοχές, όπου οι εκλογές (ή η ψηφοφορία) λαμβάνουν χώρα, θα μπορούσε να ερμηνευθεί από ορισμένους σταθμούς δημοσκοπήσεων με υπερβολικά προκατειλημμένο τρόπο39.

3.3. Ένα αποτελεσματικό σύστημα προσφυγής

92. Εάν οι διατάξεις του εκλογικού νόμου οφείλουν να αποτελούν κάτι περισσότερο από λέξεις σε μια σελίδα, η μη συμμόρφωση με τον εκλογικό νόμο θα πρέπει να μπορεί να προσβληθεί ενώπιον οργάνου προσφυγής. Αυτό ισχύει ιδίως για τα αποτελέσματα των εκλογών: μεμονωμένοι πολίτες μπορούν να τα αμφισβητήσουν για λόγους παρατυπίας στις διαδικασίες ψηφοφορίας. Το ίδιο ισχύει και για τις αποφάσεις που λαμβάνονται πριν από τις εκλογές, ιδιαίτερα σε σχέση με το δικαίωμα ψήφου, τους εκλογικούς καταλόγους και την υποβολή υποψηφιοτήτων, την εγκυρότητα των υποψηφιοτήτων, αλλά και με τη συμμόρφωση με τους κανόνες, που διέπουν την προεκλογική εκστρατεία και την πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης ή στη χρηματοδότηση των κομμάτων.

93. Υπάρχουν δύο πιθανές λύσεις:
– Οι προσφυγές μπορούν να εκδικάζονται από τα κοινά δικαστήρια, ένα ειδικό δικαστήριο ή το συνταγματικό δικαστήριο.
– Οι προσφυγές μπορούν να ακουστούν από μια εκλογική επιτροπή. Υπάρχουν πολλά να ειπωθούν για αυτό το τελευταίο σύστημα σχετικά με το ότι οι επιτροπές είναι ιδιαίτερα εξειδικευμένες, ενώ τα δικαστήρια τείνουν να είναι λιγότερο έμπειρα όσον αφορά τα εκλογικά θέματα. Ως προληπτικό μέτρο, ωστόσο, είναι επιθυμητό να υπάρχει κάποια μορφή δικαστικής εποπτείας επί τόπου, καθιστώντας την ανώτερη επιτροπή το πρώτο επίπεδο προσφυγής και το αρμόδιο δικαστήριο το δεύτερο.

94. Η προσφυγή στο κοινοβούλιο, ως δικαστής της δικής του εκλογής, ορισμένες φορές προβλέπεται, αλλά
θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολιτικές αποφάσεις. Είναι αποδεκτό σε πρώτη φάση, σε μέρη όπου έχει μακρά παράδοση, αλλά μια δικαστική προσφυγή θα πρέπει στη συνέχεια να είναι δυνατή.

95. Οι διαδικασίες των προσφυγών θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν συντομότερες και, σε κάθε περίπτωση, να αφορούν αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν πριν από τις εκλογές. Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να αποφεύγονται δύο παγίδες: πρώτον, οι διαδικασίες των προσφυγών να επιβραδύνουν την εκλογική διαδικασία, και, δεύτερον, λόγω του μη ανασταλτικού χαρακτήρα, οι αποφάσεις επί των προσφυγών, ενώ θα μπορούσαν να έχουν ληφθεί πριν, να λαμβάνονται μετά τις εκλογές. Επιπλέον, οι αποφάσεις σχετικά με τα αποτελέσματα των εκλογών θα πρέπει, επίσης, να μην παίρνουν πάρα πολύ καιρό, ιδίως όταν το πολιτικό κλίμα είναι τεταμένο. Αυτό σημαίνει, αφ’ενός, ότι οι προθεσμίες για την άσκηση προσφυγής θα πρέπει να είναι πολύ σύντομες και, αφ’ετέρου, ότι το όργανο προσφυγής θα πρέπει να πάρει την απόφασή του το συντομότερο δυνατό. Οι προθεσμίες θα πρέπει, ωστόσο, να είναι αρκετά μεγάλες όχι μόνο για να καθίσταται η προσφυγή δυνατή, αλλά και για να διασφαλίζεται και η άσκηση των δικαιωμάτων της υπεράσπισης και μία μελετημένη απόφαση. Η προθεσμία των τριών έως πέντε ημερών σε πρώτο βαθμό (τόσο για την υποβολή προσφυγών όσο και για τη λήψη των αποφάσεων) φαίνεται λογική για τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν πριν από τις εκλογές. Είναι, ωστόσο, επιτρεπτό
να χορηγηθεί λίγο περισσότερος χρόνος στο Ανώτατο και στο Συνταγματικό Δικαστήριο για τις αποφάσεις τους.

39 Σχ. εποπτεία εκλογών, δείτε Εγχειρίδιο για παρατηρητές των εκλογών, Συμβούλιο της Ευρώπης, 1996.

96. Η διαδικασία αυτή πρέπει, επίσης, να είναι απλή, και ο εφοδιασμός των ψηφοφόρων με ειδικά έντυπα προσφυγής βοηθά προς τούτο40. Είναι απαραίτητο να εξαλειφθεί ο φορμαλισμός (τυπολατρία), και έτσι να αποφεύγονται οι αποφάσεις του απαραδέκτου, ιδίως σε πολιτικά ευαίσθητες υποθέσεις.

97. Είναι επίσης σημαντικό η διαδικασία προσφυγής, και ιδίως οι εξουσίες και οι αρμοδιότητες των διαφόρων φορέων που συμμετέχουν σε αυτό, να ρυθμίζεται σαφώς από το νόμο, έτσι ώστε να αποφεύγονται οποιεσδήποτε θετικές ή αρνητικές συγκρούσεις δικαιοδοσίας. Ούτε οι προσφεύγοντες ούτε οι αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να επιλέξουν το όργανο προσφυγής. Ο κίνδυνος τα διαδοχικά όργανα να αρνηθούν να πάρουν μια απόφαση αυξάνεται σοβαρά, όταν είναι θεωρητικά δυνατό να γίνει προσφυγή είτε ενώπιον των δικαστηρίων, είτε μιας εκλογικής επιτροπής, ή όπου οι αρμοδιότητες των διαφόρων δικαστηρίων – π.χ. των τακτικών δικαστηρίων και του συνταγματικού δικαστηρίου – δεν είναι σαφώς διαφοροποιημένες.
Παράδειγμα:
Κεντρική Εκλογική Επιτροπή → Ανώτατο Δικαστήριο
↑
Περιφερειακή επιτροπή → Εφετείο
↑
Επιτροπή Εκλογών Εκλογικής περιφέρειας
↑
Εκλογικό κέντρο (την ημέρα των εκλογών)

98. Οι διενέξεις σχετικά με στους εκλογικούς καταλόγους, που αποτελούν ευθύνη, για παράδειγμα, της τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία λειτουργεί υπό την εποπτεία ή σε συνεργασία με τις εκλογικές επιτροπές, μπορούν να αντιμετωπιστούν στα πρωτοβάθμια δικαστήρια.

99. Θέση διεκδίκησης δικαιωμάτων σε τέτοιες προσφυγές θα πρέπει να παραχωρείται όσο το δυνατόν ευρύτερα. Κάθε εκλογέας της εκλογικής περιφέρειας και κάθε υποψήφιος εκλέξιμος εκεί θα πρέπει να μπορεί ελεύθερα να υποβάλει μια έφεση. Μπορεί, ωστόσο, να επιβληθεί ένα λογικό μέτρο απαρτίας για να γίνουν προσφυγές από τους ψηφοφόρους σχετικά με τα αποτελέσματα των εκλογών.

100. Η διαδικασία προσφυγής θα πρέπει να είναι δικαστικού χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι το δικαίωμα των προσφευγόντων σε διαδικασίες, κατά τις οποίες και τα δύο μέρη ακούγονται, θα πρέπει να διαφυλάσσεται.

101. Οι αρμοδιότητες των οργάνων προσφυγής είναι επίσης σημαντικές. Θα πρέπει να έχουν την εξουσία να ακυρώσουν τις εκλογές, εάν οι παρατυπίες μπορεί να έχουν επηρεάσει το αποτέλεσμα, δηλαδή εάν επηρεάζεται η κατανομή των εδρών. Αυτή είναι η γενική αρχή, αλλά θα πρέπει να είναι ανοικτή σε ρύθμιση, π.χ. η ακύρωση δεν θα πρέπει να επηρεάζει κατ ‘ανάγκη το σύνολο της χώρας ή της εκλογικής περιφέρειας – όντως, θα πρέπει να είναι δυνατή η ακύρωση των αποτελεσμάτων μόνο ενός εκλογικού τμήματος. Αυτό καθιστά δυνατή την αποφυγή των δύο άκρων – την ακύρωση ολόκληρων των εκλογών, παρόλο που οι παρατυπίες θα αφορούν μόνο μια μικρή περιοχή, και την άρνηση της ακύρωσης, επειδή η περιοχή που θα επηρεάζεται είναι πάρα πολύ μικρή. Στις ζώνες, όπου τα αποτελέσματα έχουν ακυρωθεί,
οι εκλογές θα πρέπει να επαναληφθούν.

102. Σε περίπτωση που επιτροπές ανώτερου επιπέδου είναι τα όργανα προσφυγής, θα πρέπει να είναι σε θέση να διορθώνουν ή να ακυρώνουν αυτεπαγγέλτως τις αποφάσεις κατώτερων εκλογικών επιτροπών.

103. Ορισμένα σημεία αξίζουν να αναπτυχθούν.

3.4 Οργάνωση και λειτουργία των σταθμών δημοσκόπησης

104. Η ποιότητα της ψηφοφορίας και των συστημάτων καταμέτρησης ψήφων και η ορθή συμμόρφωση με τις εκλογικές διαδικασίες εξαρτώνται από τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των εκλογικών τμημάτων. Οι εκθέσεις του Γραφείου της Συνόδου σχετικά με την παρατήρηση των εκλογών σε διαφορετικές χώρες έχουν αποκαλύψει μια σειρά υλικοτεχνικών παρατυπιών. Για παράδειγμα, παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ εκλογικών κέντρων σε διαφορετικές περιοχές του ίδιου κράτους.

105. Αποστολές παρατήρησης από τη Σύνοδο έχουν, επίσης, παρατηρήσει αρκετές περιπτώσεις τεχνικών παρατυπιών, όπως εσφαλμένως τυπωμένες ή σφραγισμένες κάλπες, υπερβολικά πολύπλοκα ψηφοδέλτια,
ασφράγιστες κάλπες, ανεπαρκή ψηφοδέλτια ή κάλπες, λανθασμένη χρήση καλπών, ανεπαρκή μέσα ταυτοποίησης ψηφοφόρων και απουσία τοπικών παρατηρητών.

106. Όλες αυτές οι παρατυπίες και ελλείψεις, εκτός από την ψηφοθηρία των πολιτικών κομμάτων
μέσα στο εκλογικό κέντρο και την παρενόχληση από την αστυνομία, μπορεί να καταστήσει σε σημαντικό βαθμό παράνομη τη διαδικασία της ψηφοφορίας ή να υπονομεύσει την ακεραιότητα και το κύρος της.

3.5 Χρηματοδότηση

107. Η ρύθμιση της χρηματοδότησης πολιτικών κομμάτων και εκλογικών εκστρατειών είναι ένας άλλος σημαντικός παράγοντας στην κανονικότητα της εκλογικής διαδικασίας.

108. Κατ ‘αρχάς, η χρηματοδότηση θα πρέπει να είναι διαφανής. Μια τέτοια διαφάνεια είναι απαραίτητη, ανεξάρτητα από το επίπεδο της πολιτικής και οικονομικής ανάπτυξης της χώρας.

109. Η διαφάνεια λειτουργεί σε δύο επίπεδα. Το πρώτο αφορά τα κεφάλαια της εκστρατείας, οι λεπτομέρειες των οποίων θα πρέπει να περιγράφονται εκτενώς σε ειδική σειρά λογαριασμών, που θα τηρούνται προσεκτικά. Σε περίπτωση σημαντικής απόκλισης από τον κανόνα ή εάν υπάρξει υπέρβαση των νόμιμων ανώτατων ορίων δαπανών, οι εκλογές θα πρέπει να ακυρωθούν. Το δεύτερο επίπεδο αφορά την παρακολούθηση της οικονομικής κατάστασης των εκλεγμένων αντιπροσώπων πριν και μετά τη λήξη της θητείας τους. Μια επιτροπή αρμόδια για την οικονομική διαφάνεια θα καταγράψει επισήμως τις δηλώσεις των εκλεγμένων αντιπροσώπων ως προς τα οικονομικά τους. Το τελευταίο είναι εμπιστευτικό, αλλά τα αρχεία μπορούν, εάν είναι απαραίτητο, να διαβιβάζονται στο δημόσιο γραφείο του εισαγγελέα.

110. Σε ενιαία κράτη, τυχόν έξοδα που προκύπτουν από τις τοπικές αρχές κατά τη διάρκεια μιας εθνικής εκλογικής αναμέτρησης, όπως η πληρωμή των μελών της επιτροπής εκλογών, η εκτύπωση των ψηφοδελτίων κλπ., θα πρέπει κανονικά να βαρύνουν το κεντρικό κράτος.

111. Θα πρέπει να θυμηθούμε ότι στον τομέα της δημόσιας χρηματοδότησης των κομμάτων ή εκστρατειών ισχύει η αρχή της ισότητας των ευκαιριών («αυστηρή» ή «αναλογική» ισότητα)41. Όλα τα κόμματα, που εκπροσωπούνται στο κοινοβούλιο, θα πρέπει, σε όλες τις περιπτώσεις, να πληρούν τις προϋποθέσεις για τη δημόσια χρηματοδότηση. Ωστόσο, προκειμένου να διασφαλιστεί η ισότητα των ευκαιριών για όλες τις διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις, η δημόσια χρηματοδότηση θα μπορούσε, επίσης, να επεκταθεί και σε πολιτικούς σχηματισμούς, που αντιπροσωπεύουν ένα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος, και να θέσει τους υποψηφίους των εκλογών. Η χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων από δημόσιους πόρους θα πρέπει να συνοδεύεται από την εποπτεία των λογαριασμών των κομμάτων από ειδικούς δημόσιους φορείς (π.χ. το Τμήμα Γενικού Ορκωτού Ελεγκτή). Η πολιτεία θα πρέπει να ενθαρρύνει την πολιτική της οικονομικής διαφάνειας από την πλευρά των πολιτικών κομμάτων, που λαμβάνουν δημόσια χρηματοδότηση42.

————
41 Βλέπε ενότητα I.2.3 παραπάνω.
42 Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων, βλέπε CDL-INF (2001) 8.

 

3.6. Ασφάλεια
112. Κάθε εκλογικός νόμος θα πρέπει να προβλέπει την παρέμβαση των δυνάμεων ασφαλείας σε περίπτωση προβλήματος. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο αξιωματικός ο επικεφαλής του εκλογικού κέντρου (ή ο εκπρόσωπός του) θα πρέπει να έχει την αποκλειστική εξουσία να καλέσει την αστυνομία. Είναι σημαντικό να αποφευχθεί η επέκταση του δικαιώματος αυτού σε όλα τα μέλη της επιτροπής του εκλογικού κέντρου, καθώς αυτό που απαιτείται σε τέτοιες περιστάσεις είναι μια απόφαση επιτόπου, που δεν επιδέχεται συζητήσεων.

113. Σε ορισμένες χώρες, η αστυνομική παρουσία στα εκλογικά κέντρα είναι μια εθνική παράδοση, 
η οποία, σύμφωνα με τους παρατηρητές, δεν προκαλεί απαραίτητα αναταραχή ούτε έχει επίπτωση εκφοβισμού στους ψηφοφόρους. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αστυνομική παρουσία στα εκλογικά κέντρα εξακολουθεί να προβλέπεται από τους εκλογικούς νόμους ορισμένων δυτικών κρατών, ακόμα και αν η πρακτική αυτή έχει αλλάξει με την πάροδο του χρόνου.
Συμπέρασμα

114. Η συμμόρφωση με τις πέντε βασικές αρχές της ευρωπαϊκής εκλογικής κληρονομιάς (καθολική, ισότιμη, ελεύθερη, μυστική και άμεση ψηφοφορία) είναι απαραίτητη για τη δημοκρατία. Δίνει τη δυνατότητα στη δημοκρατία να εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους, αλλά εντός ορισμένων ορίων. Τα όρια αυτά απορρέουν κατά κύριο λόγο από την ερμηνεία των παραπάνω αρχών. Το παρόν κείμενο παραθέτει τους στοιχειώδεις κανόνες, που πρέπει να ακολουθούνται, προκειμένου να εξασφαλιστεί αυτή η συμμόρφωση. Δεύτερον, είναι ανεπαρκές για τον εκλογικό νόμο (με τη στενή έννοια του όρου) να περιλαμβάνει κανόνες, που συνάδουν με τις Ευρωπαϊκές εκλογικές αρχές: αυτές θα πρέπει να διατίθενται στο πλαίσιό τους και πρέπει να διασφαλίζεται η αξιοπιστία της εκλογικής διαδικασίας. Πρώτον, τα θεμελιώδη δικαιώματα πρέπει να γίνονται σεβαστά και, δεύτερον, η σταθερότητα των κανόνων θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να αποκλείεται οποιαδήποτε υποψία χειραγώγησης. Τέλος, το διαδικαστικό πλαίσιο θα πρέπει να επιτρέπει την αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων, που παρατέθησαν.

 

Eυχαριστήσουμε μέσα από την καρδιά μας την κυρία ΕΙΡΗΝΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ η οποία κάνοντας την μετάφραση μας έδωσε πρόσβαση στην γνώση.

JusticeForGreece

 

Το κείμενο στα αγγλικά και στα γαλλικά:

CDL-AD(2002)023rev English 23/05/2003 – Public  Code of Good Practice in Electoral Matters: Guidelines and Explanatory Report – Adopted by the Venice Commission at its 52nd session (Venice, 18-19 October 2002) in English

CDL-AD(2002)023rev  French  23/05/2003 –  Public Code de bonne conduite en matière électorale: Lignes directrices et rapport explicatif – adoptés par la Commission de Venise lors de sa 52e session (Venise, 18-19 octobre 2002) en français 

Advertisements

One comment on “Επιτροπή για τη Δημοκρατία μέσω του Δικαίου – Κώδικας Ορθών Πρακτικών επί εκλογικών ζητημάτων

  1. Θα ήταν ενδιαφέρον να μάθουμε αν η Επιτροπή αυτή έχει ποτέ εξετάσει το Ελληνικό Σύνταγμα του 1975 του οποίου τα άρθρα που προστατεύουν τα πολιτικά δικαιώματα των Ελλήνων στην συνέχεια αναιρούνται από σειρά άρθρων όπως π.χ. τα 60 και 61 που καταργούν ακόμη και την αντιπροσωπευτικότητα της Ρεπούμπλικας ή το 84 που καθιερώνει την ανευθυνότητα και αυθαιρεσία των πολιτικών.
    Ένα Σύνταγμα που επιτρέπει στους βουλευτές με ενισχυμένη πλειοψηφία να εκχωρήσουν Εθνική Κυριαρχία ! Αμφιβάλλω αν υπάρχει άλλο τέτοιο Σύνταγμα ακόμη και σε υποσαχάριες περιοχές.
    Ένα Σύνταγμα δηλαδή αντίστοιχο του φεουδαρχικού καθεστώτος στην Ελλάδα ή όπως έγραψαν και οι Financial Times και χαρακτήρισαν την Γραικία ως Fake State !
    Αν δε λάβουμε υπ’ όψιν και την πλήρη εκχώρηση Εθνικής Κυριαρχίας που ψήφισαν οι μη αντιπρόσωποι βουλευτές, τότε έχομε απώλεια της έννοιας του Δημοσίου Συμφέροντος και άρα απώλεια της έννοιας και των Θεσμών που το εξασφαλίζουν, με πρώτη απώλεια του Θεσμού της Δικαιοσύνης.
    Η εν θέματι Επιτροπή αφορά επομένως άλλους Λαούς και άλλα Κράτη, όχι τους ιθαγενείς αυτής της χώρας.
    Αποφεύγω την χρήση του ονόματος “Ελλάδα” για να το προστατέψω από την μιαρή σημερινή πραγματικότητα σ’ αυτή την χώρα.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s